Στις 28 Οκτωβρίου 1943
φεύγει από τη ζωή εν μέσω γερμανικής Κατοχής
ο δυναμικός γλύπτης Κώστας Δημητριάδης (1879-1943).

 


Ίσως σε πολλούς να μην λέει κάτι το όνομά του, όμως το πιθανότερο είναι πως έχετε δει τον Δισκοβόλο του να στέκει απέναντι από το Παναθηναϊκό Στάδιο (Καλλιμάρμαρο). Πρόκειται για ένα εμπνευσμένο γλυπτό ιδιαίτερης πλαστικότητας, πολυταξιδεμένο ανά τον κόσμο, και ένα από  τα πιο χαρακτηριστικά του, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την απόδοση του γυμνού ανδρικού σώματος.

Ο αθλητής παριστάνεται συγκεντρωμένος τη στιγμή ακριβώς πριν από τη βολή, σε μια στάση υπολογισμένη προσεκτικά, ενώ δίνεται έμφαση στην απόδοση του στιγμιαίου.

Ας απολαύσουμε μερικές οπτικές του:

Τα αποκαλυπτήρια του «Δισκοβόλου» στις 4 Δεκεμβρίου του 1927 σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο απέναντι από το Καλλιμάρμαρο. Η παραγγελία του αγάλματος στον Κ. Δημητριάδη έγινε με πρωτοβουλία του δημάρχου Σπύρου Πάτση. Χυτεύτηκε στην ίδια μήτρα με τον πρώτο Δισκοβόλο των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924.

 

Στο πλούσιο αρχείο του στο ΕΛΙΑ εντοπίζονται και δυο φωτογραφίες από το αρχικό μοντέλο που χρησιμοποίησε και τις παραθέτουμε για ιστορικούς λόγους:

.

Ο Αμερικάνος Δισκοβόλος

Το έργο εκτέθηκε το 1924 στο Παρίσι στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου και κέρδισε το βραβείο γλυπτικής. Τον επόμενο χρόνο το αγοράζει ο ομογενής της Αμερικής και επιχειρηματίας Ευριπίδης Κεχαγιάς (Ery W. Kehaya) και το δωρίζει στο Δήμο της Νέας Υόρκης, που το τοποθέτησε στο Σέντραλ Παρκ. Απαραίτητος όρος για την δημόσια έκθεση του γλυπτού ήταν η τοποθέτηση φύλλου συκής, γεγονός που δέχτηκε ο γλύπτης.

 

 

Το μπρούτζινο γλυπτό που βρισκόταν σε αμερικανικό έδαφος από τον Μάϊο του 1926, στις μέρες μας βρίσκεται στο Randall Island της Νέας Υόρκης (από το 1999) ενώ το φύλλο συκής έχει αφαιρεθεί μετά από συντήρησή του. Μέσα στα χρόνια είχε δεχτεί αρκετές μετακινήσεις ενώ οι συχνοί βανδαλισμοί του είχαν προκαλέσει μέχρι και αποκοπή του δίσκου:
.

 

 

Ο Γάλλος δισκοβόλος

Επίσης, ένας γύψινος «Δισκοβόλος» στήθηκε στο στάδιο της Ντιζόν στη Γαλλία. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 21.5.1934, πιθανόν για τα εγκαίνια του γαλλικού Σταδίου. Δεν εντοπίζεται εκεί στις μέρες μας. Σύμφωνα με το διδακτορικό της Νικολέτας Τζάνη (Costas Dimitriadis, La carrière européenne d’un sculpteur grec),  πιθανότατα να βρίσκεται στην είσοδο του Σταδίου Colette Besson. Γενικότερα, η τύχη του αγνοείται.

 

Ο Δημητριάδης μεταξύ δύο χωρών

Στη Γαλλία όπου ο Δημητριάδης βρέθηκε από το 1904 -αρχικά συνεχίζοντας τις σπουδές του στις τέχνες και έπειτα από το 1905 ανοίγοντας δικό του εργαστήριο για να παραμείνει μόνιμα στο Παρίσι- θα έχαιρε μεγάλης αναγνώρισης και εκτίμησης. Ενδεικτικά, το περιοδικό L’ art et les Artistes τού αφιέρωσε εκτενές διθυραμβικό άρθρο τον Ιούλιο του 1922.

Ίσως αξίζει να αναφερθεί ότι μετά από τις σπουδές του στις τέχνες στην Αθήνα, πήγε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μόναχο το 1903, όπου όμως δεν παρέμεινε παρά λίγους μήνες. Ήταν ο πρώτος γλύπτης που έσπασε τη συνήθεια της μετεκπαίδευσης στο Μόναχο.

Μετά την παραίτηση του Γεώργιου Ιακωβίδη από τη διεύθυνση του Σχολείου των Τεχνών (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), ο Δημητριάδης δέχτηκε κατόπιν πρόσκλησης της Ελληνικής Κυβερνήσεως να τον διαδεχτεί, επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1930 όπου και θα παρέμενε πια μέχρι το θάνατό του, το 1943.  Ανάμεσα σε άλλα, συντέλεσε στο άνοιγμα παραρτημάτων της Σχολής στους Δελφούς, στην Ύδρα και στη Μύκονο.


Τα λεφτά, τα λεφτά…

Το 1920 ο Δημητριάδης άφησε για λίγο το Παρίσι και βρέθηκε στην Ελλάδα για να κάνει το μνημείο της Χίου και τον τάφο του Βασιλιά Αλέξανδρου, που του ανέθεσε η Βασίλισσα Σοφία. Τελικά δεν θα έφτιαχνε ούτε το ένα ούτε το άλλο, παρά μόνο σε σχέδια και προπλάσματα που πήγαν χαμένα και μάλιστα με προσωπική οικονομική επιβάρυνση. Ο Δημητριάδης λάμβανε διάφορες παραγγελίες που όμως δεν του εξασφάλιζαν πάντα έναν άνετο οικονομικό βίο. Λέγεται πως όχι μόνο στήριζε οικονομικά το οικείο περιβάλλον του (παντρεύτηκε δύο φορές κι επίσης συνέδραμε στην πατρική του οικογένεια), αλλά προσέφερε πρόσκαιρη βοήθεια σε όσους Έλληνες μπορεί να βρίσκονταν στη Γαλλία, ενώ ο ίδιος συχνά αναγκαζόταν να δανειστεί χρήματα από τοκογλύφους για να τα βγάλει πέρα. Μια μέρα, ο φίλος του Κίμωνας Λώλος, θυμάται που ο Δημητριάδης διάβαζε μια βιογραφία του Βάγκνερ και βρισκόταν στο σημείο όπου οι διαχειριστές του Βασιλιά της Βαυαρίας χαρακτήρισαν ως «δάνεια» μια παροχή-δωρεά, που είχε κάνει ο Βασιλιάς προς τον Βάγκνερ, ζητώντας μετά το θάνατο του μουσικού από τους κληρονόμους του 200 χιλιάδες μάρκα, ενώ η περιουσία που άφησε ο Βάγκνερ ήταν μηδαμινή. «Δες πόσο μοιάζουμε στις φτώχειες μας», είπε ο Δημητριάδης πονεμένος και γελαστός, «όπως και σε όλες τις ατυχίες στη ζωή μας. Τις ίδιες τρικυμίες περνούμε. Σαν να είναι κοινή η τύχη των Καλλιτεχνών. Ευτυχώς από τους δικούς μου δεν θα ζητήσουν τίποτε. Όχι μόνο ηγεμονικές παροχές δεν έχουμε, αλλά πολλές δουλειές τις κάνουμε δωρεάν και με δικά μας έξοδα».

Μέσα στις ατυχίες του ήταν το δεύτερο εργαστήρι του στο Λονδίνο που δεν ευδοκίμησε λόγω της έναρξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Προϋπήρχε βέβαια η πρωταρχική τραγωδία: η μητέρα του πέθανε όταν τον έφερε στον κόσμο, στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινή Βουλγαρία).

Ο γλύπτης στο ατελιέ του


Το τέλμα της δημιουργίας ως τίμημα της καρέκλας 

Όπως είδαμε, το 1930 ο «νέος Μύρων» επέστρεψε στην Ελλάδα. Πέρα από τη Σχολή Καλών Τεχνών καταπιάστηκε με διάφορα ζητήματα όπως πολεοδομικά ως μέλος διαφόρων επιτροπών, με τον εξωραϊσμό του πεδίου του Άρεως όπου στήθηκαν 24 προτομές ηρώων της Επαναστάσεως του 21, με τον εξωραϊσμό του χώρου του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου, κ.α.

Το 1936 τον έκαναν Ακαδημαϊκό, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, για την έδρα των Γραμμάτων και Τεχνών. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις πια σήμαιναν βάσανα σε βάρος του καλλιτεχνικού του έργου. Έτσι, θα εξομολογούταν στον φίλο του Κ. Λώλο (Λώλος Κ., Κώστας Θ. Δημητριάδης, Η ζωή και το έργο του, στο αρχείο ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ) ότι είναι «πολύ στεναχωρημένος», καθώς δεν έφταναν «οι δυσκολίες των ζητημάτων στης Σχολής», αλλά τον έκαναν και Ακαδημαϊκό. «Με έμπλεξαν πρώτα με τη Σχολή τραβώντας με από το αυτί και δέχτηκα, γιατί μπορούσα, όπως ήλπιζα, να πήγαινα 6 μήνες το χρόνο στο Παρίσι και να παρακολουθούσα το ατελιέ και τη δική μου δουλειά. Δέχτηκα, γιατί επιτέλους βλέπω κάποιο σκοπό, μια μεγάλη αποστολή στη Σχολή… στην Ακαδημία όμως τι να κάνω; Τι να τον κάνω τον τίτλο; Εκεί βασιλεύει ο Λόγος. Απ’ αρχή ως το τέλος ο Λόγος! Ποια σχέση έχω εγώ με το Λόγο; Σε μένα εν αρχή ην το έργο. Χωρίς έργο σιγή τάφου με περιβάλλει, έξι χρόνια τώρα… τι έπαθα… δεν έκανα τίποτα δικό μου…. Για να κάνω ένα έργο, που θα του αρκεί για βαφτιστικό μόνο μια λέξη –όσο μεστή και βαθιά κι αν είναι- πρέπει να εργαστώ χρόνια και εξάμηνα… και δεν έκανα τίποτα τόσα χρόνια. Γιατί για τις δουλειές της Σχολής με τυραννούν, με δυσκολεύουν. Λες και το κάνουν επίτηδες. Και είναι τόσο μεγάλο το έργο που θέλω και πρέπει να κάνω….».

Εν κατακλείδι παρότι οι ένδοξες μέρες καλλιτεχνικής δημιουργίας είχαν περάσει, το σύνολο του έργου του και της προσφοράς του, οδήγησαν έναν κύκλο ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, μετά το θάνατό του, στην πρόταση προς το ελληνικό κράτος δημιουργίας ενός μουσείου «Κώστα Δημητριάδη». Κάτι που δεν έγινε ποτέ.

 

ΥΓ: Με το έργο του, που ένα μέρος του έγινε γνωστό σε Ελλάδα, Ευρώπη και Αμερική, ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να ασχοληθούμε ξανά.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο
Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.