Mία, δύο, τρεις. Οι πρώτες λέξεις που αρθρώνει η ηρωίδα, οι πρώτες τρεις σφαίρες που θα φύγουν από το περίστροφό της για να βρουν τα σώματα των «απέναντι», και μια τέταρτη χαριστική βολή για αυτόν που υπήρξε σύντροφος. Μια συμπλοκή μεταξύ αστυνομικών και τρομοκρατών στο κέντρο της πόλης. Ένας μοιραίος, λάθος συγχρονισμός.

Έτσι ξεκινά η ταινία «Το θολάμι» του Βασίλη Νούλα, και είναι αυτή η εκκίνηση που αναγκάζει την κεντρική ηρωίδα Δέσποινα (στον ρόλο η Δέσποινα Χατζηπαυλίδου) σε μια περιπλάνηση μέσα στην Αθήνα, αναζητώντας διαφυγή από τους διώκτες της. Ο κόσμος της στενεύει, προδίδει, γίνεται μια παγίδα, ο ιστός της οργάνωσης χάσκει ξεχαρβαλωμένος, ο κοινός σκοπός διαλύεται, αφήνοντάς την μόνη να χαθεί ή να βρει τρόπο να σωθεί.

Ο Βασίλης Νούλας μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τη νουβέλα του Νίκου Κάσδαγλη «Το θολάμι» (1987), η οποία αποτελεί μέρος της λογοτεχνικής εργογραφίας που ασχολήθηκε με το ζήτημα της εγχώριας τρομοκρατίας, αλλά διαφοροποιείται από τα συγγενικά της αφηγήματα επειδή εδώ «δεν γίνεται καν λόγος για κίνητρο τρομοκρατικής πράξης. Το κεντρικό πρόσωπο -μια εκτελεστική μηχανή που δολοφονεί αδιακρίτως σε μια προσπάθεια να βρει ένα ασφαλές καταφύγιο- παρουσιάζεται, μέσα σε ένα ρεαλιστικό αφηγηματικό περιβάλλον, να κατατρύχεται από μια νοσηρή ιδιοσυγκρασία που απηχεί σκοπούς αποκομμένους από κάθε πολιτική αναφορά και από σαφή ιστορικά συγκείμενα» [1].

Η ταινία κρατά ακέραιο το ύφος-θέση του κειμένου. Ο Βασίλης Νούλας επιλέγει ωστόσο να προβεί σε ένα παιχνίδι με τα φύλα -μια κίνηση καθόλου αμελητέα αν σκεφτεί κανείς ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξαν γυναίκες στο προσκήνιο των τρομοκρατικών οργανώσεων- μετατρέποντας τον ήρωα του βιβλίου, σε ηρωίδα στην ταινία, να προσθέσει μικρές σκηνές queer περιεχομένου, όπως αυτή με το χταπόδι ή η σκηνή του υπογείου που νεαρά αγόρια παίζουν μπάσκετ κι έπειτα στήνουν μια αυτοσχέδια συναυλία (ίσως ένα κλείσιμο του ματιού στην παράστασή του «Ωδές στον Πρίγκιπα»).

Η Δέσποινα Χατζηπαυλίδου αφηγείται και η φωνή της βάζει τον θεατή να ακολουθεί τα διλήμματα, τις δαιδαλώδεις αναγωγές του μυαλού της, ενώ με την έκφραση του προσώπου, του βλέμματος και την ένταση της σωματικής κίνησης αποδίδει πειστικά την αίσθηση του αδιέξοδου εγκλωβισμού αλλά και της συναισθηματικής ξηρασίας. Η ηρωίδα δρα υπολογιστικά, ψυχρά, αδίστακτα. Η αγωνία της δεν της προκαλεί εφίδρωση, ούτε πανικό. Πρέπει πάση θυσία να… είτε αφορά δολοφονία εν ψυχρώ, είτε τρόπο διαφυγής, αλλά στο όνομα τίνος, στο όνομα ποιου ανύπαρκτου ή από καιρό διαλυμένου ιδεολογήματος;

Μια άλλη γυναίκα που κυκλοφορούσε οπλισμένη στο κέντρο της Αθήνας 30 χρόνια πριν, ήταν η Όλγα Ρόμπαρντς στην ομώνυμη ταινία του Χρήστου Βακαλόπουλου. Η Όλια Λαζαρίδου υποδύθηκε μια πληρωμένη δολοφόνο που εκτελεί συμβόλαια θανάτου, ενώ γνωρίζει ότι πάσχει από καρκίνο και δεν έχει παρά ελάχιστο υπόλοιπο ζωής. Δεν υπάρχει η παραμικρή αιχμή πολιτικού κινήτρου. Just business. Η σφαίρα, όπως και τα λόγια φεύγουν από ψηλά. Η Αθήνα του Βακαλόπουλου είναι οι ταράτσες της. Το σκοτάδι του φόνου σε απόλυτα υπερυψωμένη εξωστρέφεια. H Ρόμπαρντς στρέφεται μόνο εναντίον του στόχου και δεν την καταδιώκει παρά μόνο ο προδιαγεγραμμένος θάνατός της. Η Δέσποινα τρέχει να διαφύγει από μια σύλληψη-θάνατο, και σε αυτή την πορεία θα αφανιστεί αμείλικτα οποιοσδήποτε θεωρηθεί εμπόδιο, προκειμένου να γλιτώσει ο εαυτός.

«Το θολάμι» ως προς την κινηματογραφική του μεταφορά είχε απασχολήσει και τον Νίκο Νικολαΐδη. Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Ανάμεσα στα βιβλία που έλεγε ότι θέλει να κάνει ταινία, ήταν και Το θολάμι του Νίκου Κάσδαγλη. Τον τρόμαζαν, όμως, τα πολλά εξωτερικά. Και ταυτόχρονα τον ήλκυαν, γιατί τον θυμάμαι να εξηγεί ότι ειδικά στο Θολάμι, αυτό ήταν το ατού: η καταδίωξη του πληγωμένου τρομοκράτη μες στο κέντρο της Αθήνας, η αναστάτωση που θα προκαλούσε εκεί, κάτι που χρειαζόταν έναν προϋπολογισμό χολιγουντιανής ταινίας για να υλοποιηθεί ικανοποιητικά» [2].

Ο Νικολαΐδης απαντώντας σχετικά σε συνέντευξή του θα πει:

K.K: Το θολάμι είναι μια τόσο πολύ ακριβή ταινία;
Ν.Ν: Όχι, δεν ήταν θέμα τόσο πολύ ακριβής ταινίας. Το θέμα ήταν ότι ήθελε κάποια χρήματα. Τα ήθελε. Κι εγώ δεν τα είχα. Κι όταν έκανα ένα γύρο Ευρώπη κι Αμερική, κόντεψα να φάω ξύλο. Δηλαδή ιστορία με τρομοκράτη, αυτοί είχαν κολλήσει στον τρομοκράτη. Εγώ είχα ξεπεράσει αυτό το θέμα και είχα πάει στο αιχμαλωτισμένο άτομο. Αλλά με τίποτα… [3]

Νομίζω ότι παρόμοια διαδρομή βλέμματος ακολουθεί και ο Βασίλης Νούλας. Τον απασχολεί η ημέρα ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση ως συνέπεια των πράξεών του. Η ιδιότητα αυτού του ανθρώπου δεν είναι το σημαίνον. Η κάμερα παρακολουθεί την περιπλάνηση της ηρωίδας σε οικεία μέρη της Αθήνας. Ένα road movie μικρής κλίμακας, εντός του αστικού ιστού. Η ταινία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί DIY σινεμά, και ενώ είναι μια low budget παραγωγή καταφέρνει να πει την ιστορία που επέλεξε.

Ο λόγος του Κάσδαγλη, παρέμεινε ατόφιος στην ταινία και αυτό ίσως σε κάποια σημεία ξενίσει τον θεατή, μιας και η φρασεολογία αυτή έχει ξεπεραστεί από την ταχύτητα μεταμόρφωσης της ρέουσας γλώσσας.

Ο Βασίλης Νούλας απαντά για αυτή του την επιλογή αλλά και για τις εκτός βιβλίου προσθήκες:

«Συνειδητά κρατήσαμε τον «λόγο» του Κάσδαγλη από αγάπη για τη γλώσσα και για τη λογοτεχνία του, γιατί είναι ωραίο και γόνιμο να συναντιέσαι με τον τρόπο έκφρασης και τις λέξεις ενός παλαιότερου συγγραφέα που όμως δεν είναι και τόσο παλιός! Είναι μια πρακτική που εφαρμόζουμε και στο θέατρο πχ όταν ανεβάσαμε κείμενα του Πεντζίκη ή του Ιωάννου κλπ. Έχει ενδιαφέρον αυτό το γλωσσικό παραξένεμα που μπορεί να προκληθεί στο θεατή και που είναι τόσο όσο… θέλω να πω είναι και δεν είναι το σημερινό, δεν διαφέρει σαφώς και έντονα όπως ας πούμε ο Παπαδιαμάντης».

«Δουλέψαμε συλλογικά. Οι προσθήκες στο σενάριο είναι προϊόν όλων μας».

Αυτό το συλλογικό εγχείρημα, η ταινία «Το θολάμι», διαγωνίζεται στο 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης και προβάλλεται  3 και 4 Νοεμβρίου.

Σκηνοθεσία: Βασίλης Νούλας
Σενάριο: Βασίλης Νούλας, Κώστας Τζημούλης, Ελίνα Μαντίδη, βασισμένο στο διήγημα του Νίκου Κάσδαγλη
Διεύθυνση φωτογραφίας: Αιμιλία Μηλού
Κοστούμια: Κώστας Τζημούλης
Σκηνικά: Κώστας Τζημούλης
Μοντάζ: Κώστας Τζημούλης, Βασίλης Νούλας
Ήχος: Άρης Παυλίδης, Αλέξης Κουκιάς Παντελής
Ηθοποιοί: Δέσποινα Χατζηπαυλίδου, Νίκος Σάμπαλης, Βίκυ Κυριακουλάκου, Αντώνης Γκρίτσης, Βάσω Καμαράτου κ. ά
Παραγωγή: Nova Melancholia
Συμπαραγωγή: ΕΚΚ

.


(1) Βασιλική Λαλαγιάννη – Βασιλική Πέτσα. «Πολιτική Βία, Ιστορική μνήμη και τραύμα: Aναπαραστάσεις της τρομοκρατίας σε σύγχρονα Ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα και μαρτυρίες». Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τχ 38, Δεκέμβριος 2011.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Υρώ Καζάρα
H Υρώ επιμένει στο "Υ" και αρνείται το "Η", με ένα ή δυο "Τ". Καμιά φορά γράφει σε τσιγαρόχαρτα, και καπνίζει στριφτά τσιγάρα μαζί με λέξεις όπως ο Λουις Φελίπε Πινέδα. Oι Μπάρτλεμπυ της γραφής είναι οι αγαπημένοι της αναχωρητές.