Περί της σύγχυσης των γλωσσών

 

Η βαβελική σύγχυση των γλωσσών στην δυτική μυθολογία παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο ως ορόσημο της οριστικής απώλειας μιας πανανθρώπινης κοινότητας. Αυτή η αλληγορική απεικόνιση δεν είναι παρά μια μυθολογική ερμηνεία ενός πραγματικού γεγονότος, που έχει επαναληφθεί χιλιάδες φορές στην ιστορία: από την σχετικά ρευστή κίνηση της γλώσσας στον ανοιχτό χώρο, ο οποίος αποτελεί σημείο συνάντησης προσώπων και ανταλλαγής συνηθειών, λέξεων και αντικειμένων, περνάμε στα σύνορα, στις απότομες και κάθετες διχοτομήσεις των κρατών. Πίσω από το σύνορο ο άλλος γίνεται ένας άγνωστος, και οι λέξεις του σταδιακά ξεχνιούνται, ντυμένες και αυτές με την λήθη που τις προικίζουν τα κάθε λογής τείχη. Η κοινή γη πάνω στην οποία κινούνται οι λέξεις κατατμίζεται,  και μαζί της και η κοινότητα της γλώσσας. Γεννιούνται έτσι γλώσσες εθνικές, γλώσσες των τάξεων και γλώσσες της εξουσίας, όλες ακατανόητες και ξένες μεταξύ τους, γλώσσες σαν προσωπική ιδιοκτησία και σαν ιδιαίτερες στέρεες ταυτότητες, αποκομμένες η μία από την άλλη. Αυτό είναι το νόημα του πύργου της Βαβέλ και της τιμωρίας του. Η μεγαλύτερη αμαρτία του ανθρώπου ήταν η ίδρυση του κράτους και η λογική που το ακολούθησε, η λογική των “δικών μας” και των “ξένων”, η οποία δημιούργησε περισσότερη σύγχυση παρά έδωσε λύσεις.

στα γυρίσματα

Στη νεότερη ιστορία, τουλάχιστον όπως αυτή είναι γνωστή στην Ελλάδα, δεν υπάρχει σημείο, πιο ταιριαστό σε αυτή την περιγραφή, από την κυπριακή εμπειρία. Ένα νησί, ένας πληθυσμός, δύο εθνότητες και τέσσερα κράτη είναι το αποτέλεσμα της κρατικής εμπειρίας στην Κύπρο. Πολύ πριν τη χάραξη των συνόρων και την ίδρυση των σημερινών κυπριακών κρατών, ο κοινός χώρος της Κύπρου είχε γεννήσει μια δική του γλώσσα, ιδιαίτερη κυπριακή που δεν ήταν ούτε ελληνική ούτε τουρκική μα καθαρά δική της, αμάλγαμα και των δύο, αποτέλεσμα της προσπάθειας των ανθρώπων να μιλήσουν σε έναν κοινό τόπο με κοινό τρόπο. Η σκέψη βασίζεται στη γλώσσα και μέσα στη σκέψη φωλιάζει και η συνείδηση, καθώς οι λέξεις είναι ό,τι πιο οικείο έχουμε. Αυτή η κοινή κυπριακή γλώσσα ήταν η βάση μιας κοινής κυπριακής ταυτότητας. Ήταν μια ταυτότητα ανάμεσα σε συμπληγάδες, ανάμεσα σε κράτη και εθνικισμούς πάτρωνες. Δεν ήταν όμως μια ταυτότητα εθνική, αντιθέτως ήταν μια ταυτότητα ρευστή, η ταυτότητα αυτών που επέλεγαν να έρθουν σε διάλογο, να αναμειχθούν οι ίδιοι. Ο μύθος που έχει κάθε εθνικισμός για τη γλώσσα του, αντικατοπτρίζεται στον ίδιο τον τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα. Οι ταυτότητες που θέλουν να θέσουν όρια, λειτουργούν σε γραμματικό, ετυμολογικό και συντακτικό επίπεδο με μια “καθαρότητα”, εχθρεύονται τις λέξεις που στιγματίζουν ως ξένες. Αντιθέτως οι ταυτότητες που λειτουργούν κριτικά, θέλουν να ενσωματώσουν τον άλλο, χωρίς να τον σβήσουν.


Πάνω σε αυτή την ένταση, την εμπειρία μιας κοινής κυπριακής συνείδησης που αποτυπώνεται και στο γλωσσικό ιδίωμα, το ντοκιμαντέρ Tongue επιλέγει να αφηγηθεί μια ιστορία σχεδόν άγνωστη στο ελληνικό και τουρκικό κοινό. Από την μια έχουμε ζωντανά παραδείγματα αυτής της κοινής κυπριακής γλώσσας και συνείδησης, από την άλλη έχουμε τις πολιτικές τους προεκτάσεις. Οι άνθρωποι που είχαν την εμπειρία αυτής της γλώσσας, είτε προσωπικά είτε σαν ανάμνηση, είχαν και την επιθυμία να ρίξουν τα τείχη, να επανενωθούν οι κοινότητες, να σταματήσει ο εθνικιστικός παροξυσμός εκατέρωθεν καθώς η ίδια η γλώσσα ένιωθε ακρωτηριασμένη από τις εθνικιστικές, ελληνικές και τουρκικές διχοτομήσεις. Κάποιες και κάποιοι πάσχιζαν να ξαναθυμηθούν την κοινή γλώσσα, τους κοινούς διαύλους επικοινωνίας. Αυτή είναι και η πολιτική διάσταση αυτής της  ταυτότητας, η οποία αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της ιδιαίτερης ιστορίας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, του αναρχικού κινήματος και της ριζοσπαστικής αντί-αποικιακής σκέψης στην Κύπρο η οποία ξεδιπλώνεται στο ντοκιμαντέρ με πρωτοφανή τρόπο. Παραδόσεις γλωσσικές και πολιτικές που στην Ελλάδα αποκρύπτονται σκόπιμα για να επιβληθεί μια άποψη “προαιώνιας ελληνικότητας” της Κύπρου. Το αν αυτή η ανοιχτή, ρευστή ταυτότητα βρίσκεται κάτω από τον κίνδυνο να οδηγήσει σε έναν νέο εθνικισμό, είναι ένα ερώτημα ανοιχτό για την ιστορία αλλά και για τους δημιουργούς, το οποίο μόνο συν τω χρόνω μπορεί να απαντηθεί. Στην ιστορία ανάλογων κινημάτων, άλλες φορές αυτό συνέβη και άλλες όχι. Μπορούμε να κρατήσουμε πάντως τούτο. Η ιστορία αυτή υπενθυμίζει ότι μόνο με αγώνες μπορεί να ανακτηθεί ο παράδεισος και η ανθρώπινη κοινότητα, και αυτός ο παράδεισος δεν είναι ούτε στον ουρανό, ούτε στο μέλλον μα μπορεί να βρεθεί στο πρόσωπο του γείτονα μας αν αγωνιστούμε από κοινού να μάθουμε και να ακούσουμε τις λέξεις του.

 

Το Tongue των Ανδρέα Αναστασιάδη και Παναγιώτη Αχνιώτη θα προβληθεί στις 7/3 στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης στα πλαίσια του Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

 

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Δημήτρης Μ. Μόσχος
Ο Δημήτρης Μ. Μόσχος γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πολιτική φιλοσοφία στο Πάντειο. Άρθρα και μεταφράσεις του πάνω στην πολιτική επιστήμη, την ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα της Ελλάδας και του εξωτερικού ενώ αρθρογραφεί τακτικά στο περιοδικό Yusra. Από το Νοέμβριο του 2019 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες το βιβλίο “Μακεδόνικο παραμύθι”, μια μεταφρασμένη ανθολογία της σύγχρονης ποίησης της δημοκρατίας της Β. Μακεδονίας με ιστορική και γλωσσολογική προσέγγιση. Θεωρεί ότι ένα ερώτημα είναι το βασικό ερώτημα της ριζσσπαστικής σκέψης που εμπεριέχει όλα τα άλλα: υπό ποιες συνθήκες οι άνθρωποι φαντασιώνονται καλύτερους κόσμους; Αυτή είναι και η σκοπιά που προσπαθεί να δει σε κάθε επιμέρους περίσταση. Επικοινωνία dimimos@windowslive.com