Οι μοναχοί του Μεσαίωνα δυσκολεύονταν να συγκεντρωθούν. Και η συγκέντρωση ήταν το έργο της ζωής τους! Η τεχνολογία που διέθεταν προφανώς διέφερε από τη δική μας. Αλλά η αγωνία τους για την απόσπαση της προσοχής τους όχι. Παραπονιόντουσαν ότι γέμιζαν με πολλές πληροφορίες, ενώ ακόμη και όταν έβρισκαν κάτι ενδιαφέρον να διαβάσουν ήταν εύκολο να βαρεθούν και να στραφούν σε κάτι άλλο. Τους ενοχλούσε η επιθυμία να χαζέψουν έξω από το παράθυρο, να βλέπουν συνέχεια την ώρα (το ηλιακό ρολόι), ή να σκέφτονται το φαγητό και το σεξ την ώρα περισυλλογής που υποτίθεται ότι αφιέρωναν στον Θεό. Ανησυχούσαν ότι οι περισπασμοί εισέβαλαν και στα όνειρά τους.

Μερικές φορές κατηγορούσαν δαίμονες που έκαναν τα μυαλά τους να αρμενίζουν. Άλλες φορές κατηγορούσαν τα ζωικά ένστικτα του κορμιού. Αλλά το κύριο πρόβλημα ήταν το μυαλό: εκ φύσεως χοροπηδά από το ένα πράγμα στο άλλο. Ο John Cassian [Άγιος Ιωάννης Κασσιανός, ο Ρωμαίος], του οποίου οι ιδέες περί περισυλλογής επηρέασαν πολλούς μοναχούς ανά τους αιώνες,  ήξερε το πρόβλημα από πρώτο χέρι. Παραπονιόταν ότι το μυαλό «μοιάζει να παρασέρνεται από τυχαίες εισβολές». Και «περιφέρεται εδώ κι εκεί σαν μεθυσμένο». Το μυαλό θα σκεφτόταν κάτι άλλο ενώ προσευχόταν ή έψελνε. Θα περιπλανιόταν στα μελλοντικά του σχέδια ή σε παρελθούσες μεταμέλειες ενώσω βρισκόταν στη μέση ενός αναγνώσματος. Δεν θα μπορούσε να επικεντρωθεί ούτε στη διασκέδασή του – πόσω μάλλον σε δύσκολες ιδέες που απαιτούσαν σοβαρή προσοχή.

Μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του 420. Αν ο John Cassian έβλεπε ένα σημερινό smartphone, θα έπιανε στον αέρα και θα φανέρωνε αμέσως τη γνωσιακή  μας κρίση.

Ωστόσο η δική του ιστορική συγκυρία διέφερε. Ο Κασσιανός έζησε σε μια περίοδο που οι κοινότητες του χριστιανικού μοναχισμού πλήθαιναν εντυπωσιακά στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Έναν αιώνα πριν, οι ασκητές ζούσαν κυρίως απομονωμένοι. Ο νέος ενθουσιασμός για κοινοβιακά εγχειρήματα οδήγησε στον νέο ενθουσιασμό σχεδιασμού μοναστικών δομών. Αυτοί οι καινοτόμοι κοινωνικοί χώροι εθεωρείτο ότι θα λειτουργούσαν καλύτερα όταν οι μοναχοί είχαν οδηγίες σχετικά με τις υποχρεώσεις τους.

Η δουλειά τους, πάνω απ’ όλα, ήταν η επικέντρωση στην επαφή με τα θεία: να διαβάζουν, να προσεύχονται και να ψέλνουν, να απασχολούνται στο έργο κατανόησης του Θεού, προκειμένου να υγιαίνουν τις ψυχές τους και τις ψυχές των ανθρώπων που τους υποστήριζαν. Για τους μοναχούς αυτούς ο νους που περισυλλογάται δεν ήταν εύκολο πράγμα να κατορθωθεί. Έπρεπε να ενεργοποιηθεί. Οι αγαπημένες τους λέξεις για να περιγράψουν τη συγκέντρωση προέρχονταν από το λατινικό tenere που σημαίνει να κρατάς γερά κάτι. Το ιδανικό ήταν ένας νους δυνατός –mens intentus– ένα μυαλό που πάντα ενεργό και σε δράση φτάνει τον στόχο του. Για να πετύχει κανείς σήμαινε ότι υπολόγιζε σοβαρά  την κάθε αδυναμία σώματος και νου, καταβάλλοντας κόπο να τα πειθαρχήσει.

Μερικές από τις στρατηγικές που ανέπτυξαν ήταν σκληρές. Η απάρνηση, για παράδειγμα. Καλόγεροι και καλόγριες έπρεπε να εγκαταλείψουν ό,τι αγαπούν οι περισσότεροι άνθρωποι –οικογένεια, ιδιοκτησία, δουλειές, καθημερινά δράματα της ζωής- όχι μόνο για να κατατροπώσουν την αίσθηση της ατομικότητας αλλά και για να εξασφαλίσουν ότι δεν θα τους απασχολούν τέτοια πράγματα στην επαγγελματική ζωή του προσευχητή. Όταν το μυαλό περιπλανιέται, οι μοναστικοί θεωρητικοί παρατήρησαν, πως συνήθως τριγυρνάει σε πρόσφατα γεγονότα. Αποκόβοντας τις σοβαρές δεσμεύσεις, θα έχετε λιγότερες σκέψεις να συναγωνίζονται την προσοχή σας.

Υπήρχαν ακόμη λύσεις που σήμερα ίσως φαίνονται περίεργες, οι οποίες βασίζονταν σε φανταστικές εικόνες. Μέρος της μοναστικής εκπαίδευσης περιελάμβανε το να μαθαίνει κανείς να σχεδιάζει φιγούρες σαν καρτούν, με στόχο να βοηθηθεί η μνημονική λειτουργία και η ικανότητα περισυλλογής. Ο νους αρέσκεται σε ερεθίσματα που σχετίζονται με το χρώμα, το αίμα, το σεξ, τη βία, το θόρυβο και άγριες χειρονομίες. Η πρόκληση ήταν το να γίνουν αποδεκτές οι τέρψεις και οι προτιμήσεις του νου, προκειμένου οι μοναχοί να τις εκμεταλλευτούν προς όφελος ενός σκοπού. Συγγραφείς και καλλιτέχνες έκαναν τη δουλειά εν μέρει σαν ρουτίνα, γράφοντας ζωηρά αφηγήματα ή σκαλίζοντας γκροτέσκα γλυπτά, μεταφέροντας το μήνυμα των ιδεών που ήθελαν να επικοινωνήσουν. Αλλά αν μια καλόγρια ήθελε πραγματικά να κατανοήσει κάτι που διάβασε ή άκουσε, θα τα έφτιαχνε η ίδια, μορφοποιώντας το υλικό ως μια σειρά παράξενων εικόνων του μυαλού της. Όσο πιο αλλόκοτες αυτές οι μνημονικές επινοήσεις τόσο το καλύτερο – η παραξενιά τους θα έκανε πιο εύκολο το να ανακτηθούν στη μνήμη, ενώ θα αιχμαλώτιζαν τη σκέψη περισσότερο όταν επέστρεφε να τις ξαναδεί.

Ας πούμε ότι θέλατε να μάθετε τη σειρά του ζωδιακού κύκλου. Ο Thomas Bradwardine (δάσκαλος πανεπιστημιακός του 14ου αιώνα, θεολόγος και σύμβουλος του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Γ’) προτείνει να φανταστείτε ένα ακτινοβόλο λευκό κριάρι με χρυσά κέρατα να κλωτσάει έναν λαμπερό κόκκινο ταύρο στα αχαμνά. Όσο ο ταύρος αιμορραγεί ακατάπαυστα, σκεφτείτε μια γυναίκα μπροστά του, η οποία γεννά δίδυμα κατά τη διάρκεια ενός τρομακτικού τοκετού που φαίνεται ότι σκίζει το σώμα της μέχρι το στήθος. Καθώς τα δίδυμα πετάγονται προς τα έξω, παίζουν με ένα απαίσιο κόκκινο καβούρι, που τα τσιμπάει με τις δαγκάνες του και τα κάνει να κλαίνε. Και ούτω καθεξής.

Ένας πιο προχωρημένος τρόπος συγκέντρωσης ήταν η νοητική κατασκευή λεπτομερών δομών κατά τη διάρκεια του διαβάσματος και της σκέψης. Καλόγριες, μοναχοί, κήρυκες και άνθρωποι που μορφώνονταν, πάντοτε ενθαρρύνονταν να κάνουν εικόνα στο μυαλό τους το υλικό που επεξεργαζόντουσαν. Ένα δέντρο με κλαδιά ή ένας άγγελος με εξαίρετα φτερά – ή στην περίπτωση του Χιού του σεντ Βίκτορ (που έγραψε έναν γλαφυρό μικρό οδηγό για αυτή τη στρατηγική τον 12ο αιώνα), μια κιβωτός με πολλά επίπεδα στην καρδιά του κόσμου – θα μπορούσε να γίνει το περίγραμμα κατηγοριοποίησης περίπλοκων υλών σε ένα ταξινομημένο σύστημα. Οι εικόνες μπορούσαν να είναι σχετικές με την ουσία μιας ιδέας. Ο Χιου, για παράδειγμα, φανταζόταν μια κολόνα να υψώνεται εκτός κιβωτού στη θέση του δέντρου της ζωής στον παράδεισο, που καθώς ανέβαινε προς τα πάνω συνέδεε την επίγεια κιβωτό με παρελθούσες γενεές και με τη στέγη των ουρανών. Ή αντίθετα, οι εικόνες μπορούσαν να κρατούν οργανωτικά μια θέση, φερειπείν ένα δέντρο στέκεται στη θέση ενός θέματος (ας πούμε, για τον «Νόμο της Φύσης») και έχει οκτώ κλαδιά και οκτώ φρούτα, το καθένα πάνω σ’ ένα κλαδί, αναπαριστώντας 64 διαφορετικές ιδέες οργανωμένες υπό οκτώ μεγαλύτερες θεματικές δέσμες.

Δεν στόχευαν να ζωγραφίσουν αυτές τις εικόνες σε περγαμηνή. Αλλά να δώσουν στο μυαλό κάτι να ζωγραφίσει, να ικανοποιήσουν την όρεξή του με αισθητικά ενδιαφέρουσες μορφές, βάζοντας παράλληλα τις ιδέες του σε ένα είδος λογικής δομής.

Διδάσκω μεσαιωνικές γνωσιακές τεχνικές σε πρωτοετείς στο πανεπιστήμιο, και αυτό το τελευταίο είναι μακράν το αγαπημένο τους. Η κατασκευή περίπλοκων νοητικών μορφών τους δίνει ένα τρόπο να οργανώσουν –και κατά τη διαδικασία, να αναλύσουν- πράγματα που χρειάζεται να μάθουν σε άλλα μαθήματα. Η διαδικασία κρατά το μυαλό τους απασχολημένο με κάτι που δίνει την αίσθηση του χειροπιαστού και καθηλωτικού. Η συγκέντρωση και η κριτική σκέψη, με αυτό τον τρόπο, εκλαμβάνονται λιγότερο ως επίπονος μόχθος και περισσότερο σαν παιχνίδι.

Αλλά προσοχή: το πρόβλημα της συγκέντρωσης επαναλαμβάνεται περιοδικά. Οποιαδήποτε στρατηγική κατά της απόσπασης της προσοχής αργά ή γρήγορα χρειάζεται ενίσχυση και περαιτέρω στρατηγικές. Όταν ο Κασσιανός μοιραζόταν μια από τις πιο απλές προτάσεις του –να επαναλάβετε έναν ψαλμό ξανά και ξανά, για να κρατήσετε το μυαλό σας χαλιναγωγημένο- ήξερε αμέσως και την απόκριση που θα άκουγε: «πώς μπορούμε να μείνουμε συγκεντρωμένοι σε αυτό τον ψαλμό;» ρωτούσαν οι μοναχοί. Η απόσπαση προσοχής είναι ένα παλιό πρόβλημα, το ίδιο και η φαντασία που μπορεί να ξεφύγει για τα καλά. Υπήρχαν πολλά συναρπαστικά πράγματα προς σκέψη πριν από 1600 χρόνια, όπως υπάρχουν και σήμερα. Καμιά φορά το μυαλό παθαίνει «κοκομπλόκο».

της Jamie Kreiner

Πηγή: aeon.co 
Απόδοση στα ελληνικά: Κ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο
Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.