Για τους φίλους που σκέφτηκαν κι αυτοί να αυτοκτονήσουν

Μια γνωριμία με την καναδή ποιήτρια Phyllis Webb

 

Έπεσα πάνω στην ποίηση της Phyllis Webb τυχαία, ακούγοντας μια εκπομπή στην καναδική κρατική ραδιοφωνία. Γεννημένη στο νησί του Βανκούβερ το 1927, η Phyllis σπούδασε Αγγλική φιλολογία και φιλοσοφία. Ήθελε από τα εφηβικά της χρόνια να αφήσει τα πάτρια, και όντως τα άφησε, μόνο που μεγαλώνοντας δεν ήθελε άλλο παρά να γυρίσει πίσω στη θάλασσα των παιδικών της χρόνων –σήμερα, έχει περάσει τα 91, ζει αποτραβηγμένη για δεκαετίες στο Salt Spring Island. Μέχρι να επιστρέψει, πρόλαβε να κολυμπήσει για τα καλά στη θάλασσα της ιστορίας: ταξίδεψε π.χ. στη Γαλλία το 1957 όπου μελέτησε θέατρο και «οδοφράγματα» ή στη Ρωσία το 1967 ενδιαφερόμενη για την Επανάσταση του 1917 και σχεδιάζοντας να γράψει μια ποιητική συλλογή αφιερωμένη στον αναρχικό ριζοσπάστη Peter Kropotkin. Η συλλογή εκείνη δεν βγήκε ποτέ, αν και θραύσματά της συμπεριλήφθηκαν στα Ποιήματα της Αποτυχίας : «Ρωσία, Αυτοκτονία ή Γαλλία;» αναρωτιέται σ’ έναν στίχο.

H wikipedia λέει πως είναι «ποιήτρια» και «ραδιοφωνική παραγωγός». Σαν κάτι να λείπει από τους τίτλους αυτούς. Ψάχνω λίγο περισσότερο. Είναι μια ποιήτρια που γράφει με το αριστερό χέρι, σημειώνει ο Hulcoop και το δανείζομαι. Αν προσπαθήσει κανείς να βρει μια λέξη που περιγράφει την Phyllis με παραπάνω από έναν τρόπους, αυτή η λέξη είναι «αριστερόχειρας», όχι μόνο στη γραφή της αλλά και στην πολιτική της ολότητα. Όμως τι βγήκε από την ολότητα; Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 2002 υποστήριξε: «Δεν θέλω να πω τίποτα. Δεν έχω κανένα μήνυμα για τον κόσμο». Κι όμως «έχει πολλά να πει για τον πόνο και τις ηδονές της ύπαρξης, για τη σχέση μεταξύ του είναι και του μηδενός, για τη ζωή και το θάνατο», γράφει ο Hulcoop. Μήπως έζησε στην κοσμάρα της; Σίγουρα όχι.

H Webb υπήρξε δημόσιο πρόσωπο καθώς από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ενεπλάκη σε σοσιαλιστικά εγχειρήματα και έπειτα ενδιαφέρθηκε για τις θεωρίες του αναρχισμού, το 1950 στρέφεται αποφασιστικά στη λογοτεχνία και στη δική της γραφή, τη δεκαετία του 1960 δίνει ομιλίες για την ποίηση και κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση περί ιδεών στις τέχνες και τα γράμματα. Ωστόσο, δεν έπαψε να εμπλέκεται στη διαπάλη της εσωτερικότητας, διαφυλάσσοντας ένα προσωπικό σύμπαν στο οποίο έχτιζε μοναχικά τον ερμητικό ποιητικό της εαυτό.

Είναι πάμπολλα τα πράγματα που μπορούν να λεχθούν για τη Webb και το έργο της, πράγματα που ξεπερνούν την πρόθεση του παρόντος κειμένου. Μορφικά, κινείται με ευκολία από τη μινιμαλιστική γραφή απόχρωσης ζεν και τα χαϊκού σε εκτεταμένες και διεισδυτικές συνθέσεις. Ομοίως και το περιεχόμενό της, εκεί που λες πως φλερτάρει εξονυχιστικά με την ιδέα του έρωτα, ξάφνου μέσω μιας πολιτικής ή φιλοσοφικής έκλαμψης μάχεται για το κοινό καλό. Είναι βέβαιο πως η έκδοση «Peacock Blue – The Collected Poems» με τα άπαντά της, αφορά τη ζωντανή ιστορία του 20ου αιώνα, μέσα από ένα πρίσμα προσωπικό, ατομικό και συνάμα συλλογικό.

Και σήμερα; Οι λέξεις την έχουν εγκαταλείψει, όπως αναφέρει η ίδια. Δεν γράφει πια, ίσως γιατί ξέρει πως τα ποιήματά της πάλλονται ακόμη στον 21ο αιώνα: η αποκόλληση μιας πλαγιάς του ηφαιστειογενούς νησιού Ανάκ Κρακατάου στην Ινδονησία αποβαίνει ολέθρια την ώρα που γράφεται τούτο το κείμενο [Δεκέμβριος 2018]. Μοιραία πηγαίνω στο ποίημα «Κρακατόα και Πνευματική Καταιγίδα» (Hanging Fire, Tour de Force,1990). H Phyllis ανασκαλεύει την «παροξυσμική έκρηξη» του νησιού Κρακατόα το 1883. «Θεέ, υποφέρω να το βάλω σε λόγια σαν να ήμουν / εκεί βλέποντας τη λάβα να χτυπά και να τρέχει πίσω / από σκυλιά και γυναικόπαιδα, κομμάτια γης να καταρρέουν / μέσα στη θάλασσα». Έπειτα μιλά περί «γενετικής μελαγχολίας» αναφερόμενη στην παντοδυναμία της φύσης. Είναι μια στιγμή αποκαλυπτική για το πνεύμα, «φόβος θνησιμότητας, Κασσάνδρα, Νοστράδαμος», βρισκόμαστε μεταξύ «αλήθειας, καταιγίδας, ηρεμίας, διλημμάτων», έχοντας μονίμως τη στάση ενός πιασμένου στην ποντικοπαγίδα. 

Ξεφυλλίζοντας, λοιπόν, την αναφερθείσα έκδοση με τα άπαντά της, σε διαπερνά μια στιβαρή αχρονικότητα, λες και ατενίζεις από ψηλά το χωνευτήρι του κόσμου. Σε συνδυασμό με τη διαπίστωση πως το έργο της παραμένει άγνωστο στο ελληνικό κοινό, επέλεξα να αποδώσω στα ελληνικά μερικά ποιήματά της. Η εκλογή τους έχει έναν χαρακτήρα καθαρά υποκειμενικό και ενδεικτικό και όχι αντιπροσωπευτικό ή αυστηρά φιλολογικό. Πιστεύω πως τα ερωτικά, τα φιλοσοφικά και τα πολιτικά ποιήματα οφείλουν να γεμίζουν, με έναν τρόπο αξεδιάλυτο κι από κοινού, την πυριτιδαποθήκη των δυνάμεων μετασχηματισμού του κόσμου. Αργεί;

«Μπορώ να περιμένω. Θα δούμε».

«Δεν θέλω να πω τίποτα. Δεν έχω κανένα μήνυμα για τον κόσμο»

.


 


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΗΚΑΝ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΝΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΟΥΝ

Παραμένει μια καλή ιδέα.
Σκέψη που εκγυμνάζει:
το να θυμάσαι να περνάς το δρόμο χωρίς να κοιτάζεις,
το να θυμάσαι να μην πηδάς όταν τ’ αμάξια σε πλαγιοκοπούν,
το να θυμάσαι να μη σε κόφτει να βάζεις ρούχα καθαρά,
το να θυμάσαι να μην τρως ή να θέλεις να φας,
το να αναλογίζεσαι μύριους τρόπους να αυτοκαταστρέφεσαι,
αυτή σίγουρα είναι η καλύτερη εξάσκηση της φαντασίας:
θάνατος από πνιγμό, υπνωτικά χάπια, χαρακιές καρπών,
γκάζι στην κουζίνα, σφαίρες στο κεφάλι ή στο στομάχι, κρέμασμα
απ’ το λαιμό σε πατάρι ή υπόγειο,
ένας θάνατος μεμιάς – οι τρόποι ατελείωτοι.
Και σκέψου το δράμα! Καλύτερα κι από ολόκληρη σεζόν
στο φεστιβάλ Stratford όταν σκέφτεσαι πώς θα νιώσουν
στην οικογένεια ακούγοντας τα νέα και όταν φαντάζεσαι
πόσο θα ντροπιαστούν κάποιοι σαν βρεθεί το πτώμα.
Μπορεί κανείς να μπάσει ολόκληρο χωρίο σε τραγωδία ελληνική
με επιφωνήματα νιώθοντας παντογνώστης και ανέντιμος
την ίδια στιγμή. Αλλά δεν υπάρχει ντροπή
σ’ αυτή τη σκέψη αυτοκτονίας.
Απασχόλησε τους καλύτερους φιλοσόφους μας
και ενέπνευσε ορισμένους από τους πιο δημοφιλείς
πολιτικούς μας και οικονομολόγους.
Μερικοί κολυμπούν λίμνες, άλλοι σκαρφαλώνουνε ιστούς σημαίας,
μερικοί γίνονται μοναχοί, αλλά εμείς, φίλοι μου,
που σκεφτήκαμε να αυτοκτονήσουμε κόβουμε βόλτες κάθε μέρα
παρέα με το θάνατο κι όχι μοναχικά.
Στην τελική είναι πιο ντόμπρος και μεριμνά καλύτερα
απ’ όλα τα δημοκρατικά κοινοβούλια της απάτης.
Είναι η «ασθένεια προς θάνατον», είναι ο θάνατος,
δεν είναι ο θάνατος, είναι η άμμος από τις ακτογραμμές
εκατοντάδων πολιτισμών, η άμμος στα δόντια
του θανάτου και στρείδιασμα στη γλώσσα που τραγουδάμε:
και αυτό είναι «ζωή» και οφείλουμε τουλάχιστον
μεγάλη αφοσίωση στο Δυτικό μας έγκλημα: στην Ακμή,
την Παρακμή, την Πτώση, στη ματαιότητα και στις διασκεδάσεις,
στα λαμπερά οστρακόδερμα μεταξύ ουρανού και γης.

[ The Sea Is Also a Garden, 1962 ]

 


ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΜΑΣ

Ένας πλανήτης πέταξε μέσα στο στόμα μου με το πρώτο μας φιλί
και τα φτερά του βούτηξαν σ’ όλες τις γεύσεις του θρήνου.
Ω λατρεμένε, πες μου, τί μπορεί αγάπη να σημαίνει στον πλανήτη τούτο,
και τί μπορούμε να κρατήσουμε εμείς ή κι άλλοι εραστές από το αχανές
μίσος και τα σπασμένα πράγματα;
Τώρα πηγαίνει κάτω, κάτω, εκεί όπου το φιλί σου με ταξιδεύει,
και, όπως ένας πλανήτης αναποδογυρίζει δονώντας τις θεωρίες των σφαιρών,
έτσι κι η αγάπη αυτή πέφτει σαν γυαλί μαζί με αστέρια
ο αέρας αύριο, ή ακόμα και σήμερα, θα φέρει
μια αργή, τρομερή κίνηση των πληγών.

[ Trio, 1954 ]




ΓΙΑΤΙ;

Άκου. Αν έχω γνωρίσει την ομορφιά
ας πούμε ότι έφτασα σ’ αυτήν
ρωτώντας

[ Naked Poems (Some final questions), 1965 ]

.
.
..

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ – VII.

Τα απομνημονεύματα ενός επαναστάτη πριν από εμένα, κάπως
συμπίπτουν τα πράγματα τώρα. Πευκοβελόνες, φλοιός κουμαριάς,
η παλίρροια σιμώνει, μονοπάτι στα φώτα της ακτής με τον ήλιο να δύει.
Μεγαλύτερες χαρές; Το ειλικρινές βάθος ενός νεκρού εργάζεται
στο ύφος μου. Έχω χάσει τα πάντα. Αυτός ο Λευκός Χριστός.
Δεν έχει να κάνει με ταύτιση. Πιότερο νιώθω να μοιάζω
με το άσπρο γατί που κοιμάται στο κρεβάτι. Εξορία. Ζω μοναχικά.
Έχω ένα τηλέφωνο. Σκέφτομαι πρέπει να πάω στη Ρωσία. Μια ακόμη μέρα κυλά χωρίς κάποιο έργο «αριστούργημα»
να καταφτάνει. Μουτζουρώνω. Πλησιάζω κάποιο όνειρο μακρινό.
Περιμένω την αντανάκλαση του φεγγαριού στη σκοτεινή θάλασσα. Μπορώ
να περιμένω. Θα δούμε.

Poems of Failure– from The Kropoktin Poems, 1967 ]


.

ΠΕΝΘΙΜΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ

Ήρθε σ’ εμένα μαυροφορεμένος
την επομένη των Χριστουγέννων,
ω ήρθε σ’ εμένα το πρωί
φέρνοντάς μου για δώρο φιλιά.

Έβγαλε το πένθιμο του πανωφόρι
και έβγαλε την επίσημη γραβάτα,
και γελάσαμε με τις μεταξωτές του κάλτσες
καθώς τις πέταξε ψηλά στον αέρα

έπεσαν πάνω στο σκούρο κουστούμι
αριστερά στη γωνιακή καρέκλα,
και μας άρεσε τις ώρες του πένθους που διανύθηκαν
να κάνουμε την κηδεία μας δίκαια.

[ Even Your Right Eye, 1956 ]




ΜΥΓΕΣ

απόψε
σ’ αυτό το δωμάτιο
δυο μύγες
πάνω στο ταβάνι
σε περιπτύξεις
ερωτικές.       ‘Η

κάπως έτσι φαίνεται
εδώ κάτω

[ Naked Poems (Suite 1), 1965 ]

.

.
ΑΤΙΤΛΟ

Το λευκό μου δέρμα
δεν είναι το φεγγαρόφωτο.
Αν είναι
πες μου, ποιος διαβάζει
υπό αυτό το φως;

[ Naked Poems (Non Linear), 1965 ]

 



ΡΙΛΚΕ

Ρίλκε, λέω τ’ όνομα σου και το πετάω μακριά
με τους αγγέλους σου, τους αγγέλους σου, τους ανδριάντες σου
τις παρθένους, κι ένα άλογο σε χωράφι λαβωμένο
με ξύλινες οπλές. Δεν αντέχω τόση πια
τρυφερότητα, τρυφερότητα, χιόνι να πέφτει σαν δαντέλα
στα μάτια σου χρόνο με το χρόνο καθώς τα ποιήματα
υποχωρούν, ρόδα, τα ρόδα, βουλιάζουν στο χιόνι
στα απόμακρα βουνά

Φύγε με τις γυναίκες σου στη Ρωσία ή να τις πάρεις
στη Γαλλία, και είτε τις πάρεις είτε όχι ο ποιητής είναι
μέσα σου, η ψυχή, το αγαπούν αυτό.
(Γνώρισα μία στο Παρίσι, ο θάνατός της έγερνε προς τα έξω,
θάνατος μ’ όλους τους τρόπους. Τα γράμματα που της έστειλες,
είπε, κλεμμένα σ’ ένα ταξί).

Ρίλκε.
Γελωτοποιοί και άγγελοι άδραξαν τη συμπόνια σου.
Μπορούσες να μένεις σ’ ένα δωμάτιο χωρίς να λες τίποτα,
τίποτα. Οι θαυμαστές πίστευαν ότι ήσουν εκεί,
μια παρουσία, μια φρόνηση. Αλλά έπρεπε να εγκαταλείψεις
τους πάντες μια φορά, τουλάχιστον μια φορά. Αυτή ήταν
η απονιά σου.

Τούτη η σελίδα είναι διάδρομος σκιασμένος στο κάστρο του Ντουίνο.
Αντίλαλοι. Οι αντίλαλοι.
Δεν ξέρω γιατί βρίσκομαι εδώ.

[ Wilson’s Bowl – Portraits, Rilke, 1980 ]

..

 

ΚΑΙ

εδώ
και εδώ και
εδώ
και εκεί     και
εκεί     το στόμα σου

[ Naked Poems (Suite 1), 1965 ]

 

 

ΙΝΦΟ
– Τα άπαντα της Phyllis Webb, «Peacock Blue – The Collected Poems», επιμέλεια John F. Hulcoop, Talonbooks, Vancouver, British Columbia 2014
– Phyllis Webb and Her Works, John F. Hulcoop, ECW PRESS, Toronto 1991