Τα παραμύθια του 21ου αιώνα καλούνται να καταρρίψουν στερεότυπα, να μιλήσουν για την ισότητα και την οικολογική καταστροφή, και να αφήσουν πίσω τις προκαταλήψεις.

Γιατί, αυτό που ήταν μια φορά κι έναν καιρό, δεν είναι πια.

 Η Μάργκαρετ Άτγουντ, η γυναίκα που έγραψε μεταξύ άλλων την «Πηνελοπειάδα» (The Penelopiad, 2005), σε απάντηση της «Οδύσσειας», έχει δημιουργικά επανεφεύρει και παρωδιάσει όσο λίγοι τα παραδοσιακά παραμύθια και τους αρχέγονους μύθους, όλα αυτά που κατά βάση ‒τι σύμπτωση, αλήθεια!‒ επινοήθηκαν και εξιστορήθηκαν γύρω από φωτιές, δίπλα σε παιδικά κρεβάτια, μέσα σε σχολικές αίθουσες, από τους δυνατότερους, λευκότερους, σοφότερους αφηγητές προς γνώση και συμμόρφωση μικρών και μεγάλων.

Συχνά στα έργα της, η Μάργκαρετ Άτγουντ, μιλά εκ στόματος όλων των συστημάτικα και επί χρόνια αδικημένων των παραμυθιών και των μύθων, δίνοντας όχι απλώς νέα διάσταση, αλλά την πραγματική διάσταση, σ’ αυτά που ψευδώς αποκαλούνται «φανταστικά».

 

we had no voice
we had no name
we had no choice
we had one face
one face the same

we took the blame
it was no fair
but now we’re here
we’re all here too
the same as you

.

δεν είχαμε φωνή
δεν είχαμε όνομα
δεν είχαμε επιλογή
είχαμε μόνο ένα πρόσωπο
πάντα το ίδιο πρόσωπο

πήραμε το φταίξιμο
δεν ήταν δίκαιο
αλλά τώρα είμαστε εδώ
είμαστε όλοι εδώ
έτσι όπως εσύ

.

Έτσι, μέσα από το μπαούλο του χρόνου, μαζί με όλο τον παλιομοδίτικο συμφερτό πίσω από τον οποίο βρίσκονται θαμμένες, βγαίνουν οι φωνές των παρεξηγημένων ηρώων και ζητούν το δίκιο τους. Όλες οι μοναχικές γριές δεν είναι μάγισσες, ούτε όλες οι πριγκίπισσες καλόκαρδες. Υπάρχουν γεροντοκόρες κατ’ επιλογή, οι μεγάλες μύτες και οι κρεατοελιές δεν καθορίζουν τον χαρακτήρα κανενός. Αν δεν θέλουμε να υποφέρουμε άλλο στο κρεβάτι του Προκρούστη, πρέπει να βρούμε τρόπους να γράψουμε για τη ζωή, να διηγηθούμε παραμύθια  που να εμπνέουν αυτούς κι αυτές που τα διαβάζουν να ζήσουν ελεύθερα.

Στο κείμενο που ακολουθεί, η μετρ του είδους παραδίδει μια σύντομη masterclass δημιουργικής γραφής για τις προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν τα παραμύθια του μέλλοντος.

Μπορούν, άραγε, να τα καταφέρουν χωρίς να χάσουν τη μαγεία τους;

.


.

Μια φορά κι ένα καιρό

της Μάργκαρετ Άτγουντ

Μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή

 

Artwork: BJÖRN GRIESBACH

 

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό ένα φτωχό κορίτσι, όμορφο και καλό, που ζούσε με την κακιά μητριά του σ’ ένα σπίτι στο δάσος.»

«Δάσος; Το δάσος είναι ντεμοντέ, αρκετά πια με τα περί άγριας φύσης. Η εικόνα δεν αντανακλά την σύγχρονη κοινωνία. Ας χρησιμοποιήσουμε κάτι πιο αστικό γι’ αλλαγή.»

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό ένα φτωχό κορίτσι, όμορφο και καλό, που ζούσε με την κακιά μητριά του σ’ ένα σπίτι στα περίχωρα μιας πόλης.»

«Κάπως καλύτερα. Έχω όμως σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τη λέξη φτωχό.»

«Μα ήταν στ’ αλήθεια φτωχό!»

«Η φτώχια είναι σχετική. Ζούσε σ’ ένα σπίτι, έτσι δεν είναι;»

«Ναι»

«Από κοινωνικοπολιτική άποψη, λοιπόν, δεν ήταν φτωχό.»

«Μα δεν είχε καθόλου δικά του χρήματα! Όλο το ζουμί της ιστορίας είναι πως η κακιά μητριά το αναγκάζει να ντύνεται με κουρέλια και να κοιμάται δίπλα στο τζάκι.»

«Ώστε είχαν τζάκι! Οι φτωχοί, αν μου επιτρέπεις, δεν έχουν τζάκι. Κατέβα στο πάρκο, πήγαινε στον υπόγειο ηλεκτρικό τη νύχτα, πήγαινε να δεις πώς κοιμούνται μέσα σε χάρτινα κουτιά και θα καταλάβεις τι θα πει φτωχός!»

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι της μεσαίας τάξης, όμορφο και καλό…»

«Εδώ σταμάτα. Νομίζω πως μπορούμε να βγάλουμε τη λέξη όμορφο, δεν συμφωνείς; Οι γυναίκες σήμερα έχουν ν’ αντιμετωπίσουν ένα σωρό αποθαρρυντικά στερεότυπα για την εξωτερική τους εμφάνιση μ’ όλα αυτά τα ξανθά μοντέλα που εμφανίζονται στις διαφημίσεις. Δεν μπορείς να το κάνεις να είναι, λοιπόν, λίγο πιο του μέσου όρου;»

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι ελαφρώς υπέρβαρο, με λίγο στραβά τα μπροστινά του δόντια, που…»

«Δεν νομίζω ότι είναι ωραίο να αστειεύεσαι με την εμφάνιση των ανθρώπων. Επιπλέον, ενθαρρύνεις την ανορεξία.»

«Δεν αστειευόμουν! Απλώς προσπαθούσα να περιγράψω…»

«Άσε την περιγραφή. Οι περιγραφές είναι καταπιεστικές. Μπορείς, όμως, να πεις τι χρώματος ήταν.»

«Τι χρώματος;»

«Ναι, καταλαβαίνεις τι εννοώ. Μαύρο, άσπρο, κόκκινο, κίτρινο, καφέ. Αυτές είναι οι επιλογές. Και σου λέω εξαρχής ότι έχω μπουχτίσει με τους λευκούς. Η κυρίαρχη κουλτούρα από δω, η κυρίαρχη κουλτούρα από κει…»

«Δεν ξέρω τι χρώματος.»

«Το πιθανότερο είναι ότι θα ήταν μάλλον του δικού σου χρώματος, έτσι δεν είναι;»

«Μα αυτό δεν έχει να κάνει με μένα. Έχει να κάνει μ’ ένα κορίτσι…»

«Όλα έχουν να κάνουν με σένα.»

«Μου φαίνεται τελικά πως δεν έχεις καμιά όρεξη ν’ ακούσεις την ιστορία.»

«Άντε καλά, συνέχισε. Θα μπορούσες να το κάνεις να είναι κάποιας άγνωστης φυλής. Ίσως αυτό βοηθούσε.»

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι άγνωστης προέλευσης, του μέσου όρου εμφανισιακά και καλό, που ζούσε με την κακιά….»

«Κάτι ακόμα. Καλό και κακό. Δε νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να ξεπεράσεις όλα αυτά τα πουριτανικά μοραλιστικά επίθετα που δεν κάνουν τίποτα άλλο απ’ το βάζουν ταμπέλες; Όλα αυτά είναι τόσο περιοριστικά…»

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι, του μέσου όρου εμφανισιακά και θετικά διακείμενου, που ζούσε με την μητριά του, η οποία δεν ήταν πολύ προσιτό και τρυφερό άτομο εξαιτίας του γεγονότος πως η ίδια είχε βιώσει κακομεταχείριση και ψυχολογική βία κατά την παιδική της ηλικία.»

«Καλύτερα. Έχω, όμως, τόσο κουραστεί από τα αρνητικά θηλυκά πρότυπα! Και πάντα κατηγορούν τις μητριές! Γιατί δεν το αλλάζεις καλύτερα σε πατριός; Θα ήταν πιο λογικό άλλωστε αν σκεφτεί κανείς την άσχημη συμπεριφορά που πρόκειται να περιγράψεις. Και βάλε και τίποτα μαστίγια και αλυσίδες. Όλοι ξέρουμε πώς είναι αυτοί οι διεστραμμένοι, στερημένοι άντρες της μέσης ηλικίας…»

«Για στάσου! Εγώ ο ίδιος είμαι ένα άντρας μέσης ηλικίας…»

«Συνέχισε, Κύριε Παντογνώστη, δεν μίλησε κανείς για σένα.»

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι…»

«Πόσο χρονών ήταν;»

«Δεν ξέρω. Νεαρό.»

«Αυτό καταλήγει σε γάμο, έτσι;»

«Λυπάμαι που χαλάω την πλοκή της ιστορίας, αλλά, ναι.»

«Τότε, καλύτερα να διαγράψεις την συγκαταβατική πατερναλιστική ορολογία. Είναι γυναίκα, φίλε. Γυναίκα

«Ήταν κάπου μια φορά κι έναν καιρό…»

«Τι είναι αυτό το μια φορά κι έναν καιρό; Το παρελθόν έχει πεθάνει. Μίλησε μου για το τώρα

«Ήταν κάπου…»

«Κάπου;»

«Ε, λοιπόν;»

«Γιατί όχι, εδώ;»

 

Artwork: Tim McDonagh © Sarah Pinsker

Η Μάργκαρετ Άτγουντ γεννήθηκε στην Όταβα του Καναδά το 1939. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο βόρειο Οντάριο και το Κεμπέκ, κι άρχισε να γράφει σε ηλικία πέντε χρόνων. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Τορόντο και συνέχισε τις διδακτορικές της σπουδές στο Radcliff College του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Ταξίδεψε πολύ και άλλαξε διάφορα επαγγέλματα ‒ ταμίας, σερβιτόρα, σύμβουλος κατασκηνώσεων, λέκτορας της αγγλικής λογοτεχνίας, και τέλος συγγραφέας. Εκτός από καθιερωμένη ποιήτρια, κριτικός και πεζογράφος, η Μάργκαρετ Άτγουντ είναι γνωστή ακτιβίστρια και συμμετέχει ενεργά σε δράσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, την ελευθερία έκφρασης ή τα δικαιώματα των γυναικών. Οι ιστορίες της, συχνά καταρρίπτουν στερεότυπα και ανιχνεύουν την επίδραση των αρχέτυπων μύθων και παιδικών παραμυθιών στη σύγχρονη κοινωνία. Κατά τη διάρκεια της συγγραφικής της καριέρας έχει βρεθεί υποψήφια ή έχει τιμηθεί με αμέτρητα βραβεία τόσο στον Καναδά, όσο και στο εξωτερικό, και θεωρείται η διασημότερη συγγραφέας της χώρας της. Έχει γράψει περισσότερα από 40 μυθιστορήματα, ποιήματα, παιδικά βιβλία και δοκίμια, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες.

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
H Νάνσυ Αγγελή συχνάζει στο διαδίκτυο. Διαβάζει, γράφει και μεταφράζει από τα αγγλικά, τα ελληνικά και τα ισπανικά. Έχει εκδόσει δυο συλλογές διηγημάτων και έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες για το μικρό διήγημα. Στον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, γράφει και μεταφράζει. Contact info: nancyangeli1@hotmail.com