30.11.20

 

 

ΞΟΡΚΙ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
της Νάνσυ Αγγελή

 

.


 

Εδώ ο κόσμος καίγεται

 

Τα πράγματα κυλούν ρολόι στο σπίτι των γονιών και πρώτα πρώτα τα γεύματα. Αυτά τα γεύματα, σερβιρισμένα πάντα στην ώρα τους, που θρέφουν κυρίως τον νου κι είναι σα να σου λένε πως όλα είναι όπως ήταν, όλα θα είναι όπως ήταν, για όσο θα υπάρχουν γεύματα, για όσο θα υπάρχει κόσμος.

Ήρθαμε εδώ για να ησυχάσουμε. Ν’ αφήσουμε τον έξω κόσμο να καίγεται, όσο ο μέσα μας κόσμος ηρεμεί. Μπορεί και να μη φύγαμε πραγματικά ποτέ, μπορεί να μη γνωρίσαμε πότε αυτόν τον έξω κόσμο που, σήμερα, φημολογείται πως καίγεται. Βλέπουμε τις φωτιές στις ειδήσεις, όσο η μητέρα μοιράζει τη σούπα. Πυκνοί καπνοί τυλίγουν τις πόλεις και τα χωριά όσο φέρνουμε στο στόμα το κουτάλι. Το τελετουργικό του μεσημεριανού φαγητού συνεχίζεται όσο πληθυσμοί ολόκληροι τρέχουν πανικόβλητοι να γλιτώσουν από τις φλόγες. Στην κεφαλή του τραπεζιού ο πατέρας μοιάζει πιο αδηφάγος κι απ’ τη φωτιά. Σηκώνει το πιάτο και ρουφάει την τελευταία σταγόνα. Η μητέρα ‒τώρα που βλέπω τις φωτιές το σκέφτομαι‒ είναι στιγμές που μοιάζει γη καμένη. Η θέση που καθόταν η γιαγιά είναι άδεια, γιατί έφυγε καιρό πριν απ’ τις πυρκαγιές. Συγκριτικά μ’ εκείνους εμείς είμαστε ακόμα ροδαλοί. Όχι ακόμα για πολύ.

Στο τραπέζι καθόμαστε στις συνηθισμένες μας θέσεις, κανένα νέο μέλος, ούτε επισκέπτης, δεν ήταν ικανό να μας τις πάρει, οι καρέκλες είναι άλλωστε καρφωμένες στο πάτωμα. Αλλά όχι μόνο οι καρέκλες. Τα κρεβάτια, τα τραπέζια, τα βάζα ή η τηλεόραση, ούτε αυτά κουνιούνται ποτέ, σκονίζονται μόνο ελαφρά και η μητέρα περνάει τακτικά και τα φυσάει με την πνοή της, τα χαϊδεύει μ’ ένα μακρύ φτερό από στρουθοκάμηλο. Ο πατέρας έχτισε το σπίτι αυτό με τα χέρια του πριν από πολύ καιρό. Η μητέρα έντυσε το σπίτι αυτό με τη ψυχή της. Οι τοίχοι είναι από γρανίτη, αλλά τα στρώματα είναι από πούπουλο, κι ενώ οι κουρτίνες είναι λινές, οι πόρτες και τα παράθυρα είναι απ’ ατσάλι. Έξω απ’ αυτό το σπίτι μεγαλώσαμε, μα μέσα ο χρόνος σταματά. Σταματάνε ακόμη και οι φωτιές που έχουνε κάψει ήδη χιλιάδες ανθρώπους. Το βλέπουμε στην τηλεόραση, το διαβάζουμε στον κόκκινο ουρανό. Τα απογεύματα, μετά τη μεσημεριανή σιέστα, βγαίνουμε στην αυλή. Δεν είμαστε παρά μονάχα τρεις γιατί ο αδερφός μου λείπει κάπου μακριά. Νιώθω πως μάχεται, αλλά μας είναι ξένος. Έχει οικογένεια, υποθήκη, δάνεια κι είναι τελείως αγνώριστος. Τηλεφωνεί συχνά πυκνά, στέλνει χαιρετίσματα από μακριά, λέει πως θα ‘ρθει να μας δει όταν θα έχει χρόνο. Αλλά χρόνο δεν έχει κανείς. 

Αν έχει αλλάξει κάτι αυτές τις μέρες που ο κόσμος καίγεται, είναι πως η παραμονή στο σπίτι είναι υποχρεωτική. Οι αποστάσεις μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο, αλλά ποτέ δεν είμασταν τόσο κοντά στον εαυτό μας. Έχουμε ατέλειωτες ώρες για σκέψη κι είναι μια σκέψη που γίνεται αβίαστα και ίσως μελαγχολικά. Περιφερόμαστε στους διαδρόμους του σπιτιού και στα δωμάτια, αφουγκραζόμαστε, πιάνουμε απ’ την αρχή εκείνο το βιβλίο, εκείνο το παλιό παραμύθι που η μητέρα έχει φυλάξει.

Όσο ο κόσμος καίγεται, εμείς είμαστε όμορφα στρογγυλοκαθισμένοι μες στο ζεστό παιδικό δωμάτιο που ίσως να μην αφήσαμε πραγματικά ποτέ. Τώρα που είμαστε εδώ, είναι όλα πραγματικά στα μέτρα μας, αν και το νόημα της ζωής έχει χαθεί. Πόσο μεγάλα μας φαίνονταν όλα τότε, τότε που είμασταν μικροί! Τώρα τα μέτρα είναι σωστά, μας περιβάλλουν όλα ασφυκτικά, μα μας αρέσει. Τώρα που όλα είναι στενά μας περιβάλλει κάτι που είναι σαν μια μεμβράνη, σαν ένα σώμα, σαν ένα σπίτι μέσα στο σπίτι, σα μια συνείδηση. Είναι η συνείδηση αυτή που μες στην αδράνεια ξυπνάει σιγά σιγά και βλέπει. Χαμογελάει ειρωνικά, βλέπει ξεκάθαρα την πλάνη, το αόρατο νήμα, αυτήν την πλεκτάνη.

 

.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ