Εδώ και μέρες κάτι μ’ ενοχλεί. Δεν μπορώ να το ονοματίσω, μόνο ξέρω πως είναι τελεσίδικο. Το ξέρω, γιατί δυσκολεύομαι πια να υπάρξω τη νύχτα. Αυτή τη νύχτα που μ’ εξέθρεψε, το αδηφάγο χωνευτήρι της μέσα μου ζωής. Μετράω τις ώρες κοιτάζοντας το χαλασμένο ρολόι που μου έκανε δώρο πρόπερσι κάποιος που δεν θυμάμαι. Μετράω τις ώρες λάθος. Σκέφτομαι πως η σκέψη μου με κούρασε, γι’ αυτό και θα την εγκαταλείψω. Σκέφτομαι να σ’ εγκαταλείψω.

Ίσως αυτό που μ’ ενοχλεί τελικά να ‘ ναι τα κρεβάτια των ανθρώπων. Ίσως το δικό μου ραγισμένο παιδικό κρεβάτι στο μέσα δωμάτιο. Ίσως ολόκληρο το μέσα δωμάτιο. Με πνίγει αυτό το κωλοκρέβατο. Δεν ξέρω πώς να κοιμηθώ. Δεν ξέρω πώς κοιμούνται οι άνθρωποι. Θέλω το ξημέρωμα να βγω στο μπαλκόνι και να τους ρωτήσω ουρλιάζοντας. Κάθε βράδυ ξεκινάω ένα ποίημα που έχει τον προσωρινό τίτλο «στρωματολόγιο αποκλεισμού». Κάπου ενδιάμεσα ανακαλύπτω πως η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς να ξυπνήσω. Δεν έχω να προβάρω εαυτό το πρωί, εξατμίζομαι. Και δεν έχω βρει μέχρι σήμερα και μια στάση που να με βολεύει.

Γύρω στις έξι σε θυμάμαι. Έχω σημειώσει σ’ ένα μικρό τετράδιο τις φορές που μου χαμογέλασες. Βγαίνει ζυγός αριθμός, αυτό με καθησυχάζει κάπως. Δεν σου είπα ποτέ πως το χαμόγελό σου με κάνει να πιστεύω πως ο κόσμος θα συνεχίσει, παρά τα όσα λένε˙ το χαμόγελό σου, αυτό που γεννιέται απ’ τον χαμό.

Κλείνω για λίγο τα μάτια μου. Είναι καλοκαίρι, τα παράθυρα στο σπίτι ανοιχτά, κάποια ώρα νωρίς το απόγευμα. Είναι όλα στην ίδια θέση, όσα κουβάλησα κάποτε μαζί μου εδώ, όσα με κουβάλησαν εκείνα. Είμαι στην ίδια θέση, φύλλο νεραντζιάς που απόμεινε απ’ την άνοιξη που χάσαμε, να περνάει από πάνω μου το φως, χωρίς να με συνθλίβει. Είσαι η άνοιξη που χάσαμε.

Στο πάτωμα, δίπλα μου, ανοιγμένο ένα ραβασάκι˙ από αυτά που σου άρεσε πάντα να μου αφήνεις, για να ξέρεις με βεβαιότητα, έλεγες, πως αν στενοχωρηθώ ξαφνικά, την ώρα που περιμένω στην ουρά του ΙΚΑ ή κάνω τα ψώνια της εβδομάδας, θα έχεις έναν τρόπο να με αγγίξεις, να κρατήσεις μέσα στο τσαλακωμένο χάρτινο χέρι σου το δικό μου και να μου πεις ψιθυριστά πως οι υπάλληλοι του ΙΚΑ, όταν σχολάνε, πηγαίνουν στην Αθηνάς, αγοράζουν κουστούμια αποκριάτικα και πιάνουν δουλειά σε παιδικά πάρτυ, απρόθυμοι μικροαστοί που μένουν ακόμα με την μάνα τους, πως τα ψώνια της εβδομάδας είναι μια τακτική των κυβερνήσεων για να καταστέλλουν τα αντιεξουσιαστικά κινήματα, ξεχνώντας πως ο πιο ιερός σκοπός της ανθρωπότητας είναι να καταπιεί τον εαυτό της.

Χαιδεύω με τ’ ακροδάχτυλα το ραβασάκι σου. Σε χαιδεύω. Έχει ημερομηνία 24 Απριλίου. Η τελευταία μέρα που σε είδα. Το διαβάζω. Γράφει: «αποφάσισα επιτέλους να απελευθερώσω το πύον της δαιμονικής μου ύπαρξης, να σκοτώσω το μέσα μου ερπετό, αυτό που μου εκμαύλισε τη ζωή, και τώρα προσπαθεί να μου εκμαυλίσει και τον θάνατο. φεύγω, αλλά σε παίρνω μαζί μου.»