Τα χρηστά ήθη ήταν και παραμένουν μια έννοια αόριστη, εύκαμπτη και ευμετάβλητη καθώς τη σπάθη του δικαίου ακονίζει η σκέψη του μέσου ανθρώπου. Μέσε άνθρωπε ηθοτηρητή, πόσους τσάκισες πριν ανεβείς σε βάθρο; Το σώμα σου φτιάχνεται από μέλη των «κυρ- Παντελήδων» της εκάστοτε εποχής;  Ποια είναι η μεζούρα για το μέσο και γιατί με την ίδια μεζούρα μετριόμαστε όλοι; Προκρούστριας έμπνευσης και η νομολογία που καλείται να μορφοποιήσει ερμηνευτικά το αόριστο:

“Oρίζονται ως χρηστά ήθη οι αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου, μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Είναι οι απόψεις για την συμπεριφορά που πηγάζουν από την εκάστοτε ηθική τάξη και επιβάλλονται «για να μην χάσει η συμβίωση την αξιοπρέπεια της»”[1]

«Το κριτήριο για τον προσδιορισμό τους είναι πάντα γενικό. Χρηστά ήθη είναι οι γενικά κρατούσες απόψεις, το σύνολο των θεμελιωδών πολιτικών, οικονομικών, ηθικών και κοινωνικών αρχών και αντιλήψεων που επικρατούν στην Ελλάδα μια δεδομένη χρονική στιγμή και όχι οι ατομικές αντιλήψεις που εφαρμόζει ορισμένο άτομο ή κοινωνική ομάδα μερικές φορές από συνήθεια ή ανάγκη.» [2]

Κι αν θεωρούμε πως η αυτή η αναχρονιστική λογική δεν αγγίζει την εποχή μας, ας δούμε για παράδειγμα πόσοι λογαριασμοί fb κλειδώνονται μόλις εμφανιστεί μέρος γυμνού σώματος που η «κοινότητα» θα αποβάλλει γιατί δεν είναι σύννομο με τους κανόνες τής ελαστικής ζύμης που πλάθει την ηθική της, ανοίγοντας το φύλλο που θα τυλίξει μέσα του την περί ελευθερίας άποψή μας. Ακόμη ας σκεφτούμε ποια είναι τα δεκανίκια της εκκλησίας κάθε φορά που εξεγείρεται και καταφέρεται ενάντια σε όποιον προοδευτικό βηματισμό  εμπεριέχει τη χαρά του ανθρώπου, τη σκέψη και τη δράση του απαλλαγμένη από παλαιοβιβλικές ενοχικότητες και μεσαιωνικές τιμωρητικές πρακτικές.

Και επειδή νομολογία δίχως περιστολή ή καταστολή δεν νοείται από το σύστημα, το χέρι του νόμου έρχεται να συνδράμει η αρβύλα της αστυνομίας. Αστυνομία ηθών, ας δούμε τις απαρχές και ποιες ήταν στο στόχαστρό της ευθύς εξαρχής.

Στις 4 Ιουλίου 1920 στην εφημερίδα Ακρόπολις, σε άρθρο με τίτλο «Το κυοφορούμενον Αίσχος», ανακοινώνεται πως το Υπουργείο Εσωτερικών μελετά την ίδρυση Αστυνομίας ηθών «ης ην ανατίθεται η εποπτεία περί των εταιρών και των υπόπτων γυναικών, η επιμέλεια περιστολής των αφροδισίων νόσων, η λήψις παντός προσφόρου μέτρου προς περιστολήν της διαφθοράς και η φροντίς προς ηθικήν διαπαιδαγώγησιν των ασέμνου βίου γυναικών».

Καμία άλλη αποστολή δεν θα είχε εκείνη η πρώτη Αστυνομία ηθών, εκτός από το κυνήγι των γυναικών και όχι μόνο των εκδιδόμενων όπως αποκαλύπτει στο ίδιο άρθρο η κατηγοριοποίηση της αρμόδιας επιτροπής. Έχουμε λοιπόν τις εταίρες ελευθερίων ηθών και τις κοινές, με κοινό προαπαιτούμενο για τα περί νομιμότητας τη συμπλήρωση του 16ου έτους ηλικίας. «Ελευθέριος χαρακτηρίζεται η έχουσα κεκτημένη μόρφωσιν τινά, καλήν συπεριφοράν, ευπρεπή εμφάνισιν και δυναμένη να αποδείξει ότι δύναται να συντηρηθεί επί τρίμηνον τουλάχιστον άνευ εκδόσεως. Κοινή δε πάσα άλλη με πλείονας άνδρας εξ επαγγέλματος εκδιδόμενη γυνή».

Ειδική επιτροπή εγκατεστημένη μέσα στην Αστυνομία ηθών εκτός από αδειοδοτήσεις οίκων ανοχής, θα έκρινε, θα αποφάσιζε και θα εξέδιδε ταυτότητα και βιβλιάριο υγείας με την στάμπα που ήθελε, είτε μετά από αίτηση των ίδιων των γυναικών, είτε μετά από μήνυση αστυνομικής ή δικαστικής αρχής. Στοιχηματίστε στο δεύτερο για σίγουρα κέρδη.

Οι ελευθέριες ή αοιδοί, ήταν υποχρεωμένες να εμφανίζονται δύο φορές την εβδομάδα στην Αστυνομία ηθών και να περνούν εκεί από ιατρική εξέταση. Η Αστυνομία είχε το δικαίωμα να τις καλεί ανά πάσα στιγμή ακόμη και με βίαιη προσαγωγή, ανεξάρτητα από το εάν οι ίδιες τηρούσαν τυπικά τις διαδικασίες.  Εάν δεν συμμορφώνονταν στους κανόνες υγιεινής και κοσμιότητας υποβιβάζονταν στην κατηγορία των κοινών γυναικών. Εάν εμφάνιζαν αφροδίσιο νόσημα παρέμεναν σε κατ’ οίκο νοσηλεία ή σε κλινική της επιλογής τους και σε περίπτωση σύφιλης, νοσηλεύονταν υποχρεωτικά στο νοσοκομείο Συγγρός ή σε άλλο κρατικό.

Οι κοινές γυναίκες από την άλλη, παρέμεναν υποχρεωτικά στους οίκους ανοχής που εργάζονταν, άρα η πιθανότητα ζωής εκτός σεξεργασίας ήταν απαγορευτική και στο έλεος του αστυνόμου. «Εις τας κοινάς γυναίκας δύναται να επιτραπή η έξοδος εκ των οίκων τούτων κατά τας ημέρας και ώρας ας θέλει ορίσει η υπηρεσία της Αστυνομίας των ηθών και υπό τους όρους ους αύτη ήθελεν επιβάλει.» Στους οίκους ανοχής απαγορευόταν να απασχολούνται άνδρες ως βοηθητικό προσωπικό, και η αστυνομία είχε λόγο ακόμη και στα της διεύθυνσης του οίκου: «Οι οίκοι ανοχής διευθύνονται μόνον υπό γυναικών ηλικίας 40 ετών και άνω. Αι δε συμφωνίαι της διευθύνσεως των οίκων τούτων και των κοινών γυναικών γίνονται πάντοτε υπό την έγκρισιν της υπηρεσίας της Αστυνομίας των ηθών.»

Ο τύπος της εποχής υποδέχθηκε με κάποια έκπληξη την ανακοίνωση για την ίδρυση Αστυνομίας των ηθών, και μια τέτοια είδηση δεν θα μπορούσε να διαφύγει της σκωπτικής διάθεσης των χρονογραφημάτων. Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Έθνος» της 3ης Ιουλίου 1920:

«Δεν επίστεψα ότι σοβαρώς έγινε σκέψις περί  οργανώσεως ειδικού αστυνομικού σώματος δια την…επίβλεψιν των «ηθών»! Ενόμισα ότι πρόκειται περί φάρσας. Διότι μια τέτοια είδησις δεν προκαλεί διαφορετικήν εντύπωσιν από εκείνην που θα επροκαλούσε η είδησις ότι ετοιμάζεται νομοσχέδιον δια του οποίου θα επιβληθή εις τας γυναίκας να σκεπάζουν τα μούτρα τους με φερετζέδες και να μην παρουσιάζονται με γυμνό το πρόσωπο ενώπιον των ανδρών. Φαίνεται όμως ότι είχε γίνη πραγματικώς σοβαρά σκέψις περί του ηλιθιωτάτου τούτου οργανισμού δια την επίβλεψιν των δημοσίων ηθών. […] Δια να το εννοήσετε αρκεί να αναφέρω τούτο μόνο: Ότι μόλις διεδόθη  ότι πρόκειται να γίνη τέτοια αστυνομία, αμέσως έσπευσαν να παρουσιασθούν ζητούντες να καταταχθούν εις το σώμα της αστυνομίας των ηθών, δεκαπέντε βδελυρότατοι σωματέμποροι και εκβιασταί γυναικών, γνωστότατοι στα αστυνομικά τμήματα.»

Τα ήθη, η κοινωνία θεωρεί ανά περιόδους ότι προσβάλλονται κατεξοχήν από τις εκδιδόμενες, γιατί ακόμη και σήμερα είναι εύκολος στόχος για στιγματισμό, γιατί η ύπαρξή τους και μόνο είναι αρκετή για να αναδειχθεί η κοινωνική υποκρισία, και μια τέτοια ευθεία αντανάκλαση μόνο τιμωρητικά μπορεί να αντιμετωπίσει η εξουσία. Η σωματική επιθυμία ως ρυπαρή ενοχή που θα φορτωθεί σε αυτόν που προσφέρει το σώμα και όχι σε αυτόν που το αναζητά.

Σχεδόν 100 χρόνια πριν το 1920, όπου συναντάμε την ανακοίνωση περί αστυνομίας των ηθών, ήδη από το 1836 στην Ελλάδα ίσχυε το διακανονιστικό σύστημα για τους οίκους ανοχής, (όπου οι εκδιδόμενες διαμένουν αναγκαστικά εντός του οίκου, με δικαίωμα εξόδου μόνο κατόπιν αστυνομικής άδειας). Στο άρθρο 50 του Βασιλικού διατάγματος του Όθωνα περί Δημοτικής Αστυνομίας αναφερόταν: «Αι Αστυνομικαί Αρχαί χρεωστούν να καταστέλλωσιν αυστηρώς τας προσβαλλούσας τα ήθη πράξεις και απαγορεύουν παν ό,τι τείνει προς διαφθοράν αυτών. Επί τούτω: 1) Eπιτηρούν ιδίως τα άτομα, εις τα οποία προσάπτεται ασωτεία και διαφθορά των ηθών των νέων αμφοτέρων των γενών […] 4) Εμποδίζουν κοινάς γυναίκας να περιφέρωνται εις τους δημόσιους περιπάτους κλπ.»[3]

Είναι προφανές ότι σε όλα τα κατοπινά χρόνια η αστυνομία που περιφρουρούσε τα ήθη, αυθαιρετούσε σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, καταστρατηγώντας κάθε ανθρώπινο δικαίωμα. Συλλαμβάνονταν ακόμη και ζευγάρια ή συγγενείς που έκαναν τον περίπατό τους. Αρκούσε η υποψία ή ακόμη και μια ανώνυμη επιστολή για να συλληφθεί κάποια γυναίκα ως υπόπτων ηθών, να κρατηθεί να περάσει από υγειονομική εξέταση και  να κλειστεί σε οίκο ανοχής παρά τη θέλησή της. Εγκληματικές πρακτικές με επικάλυψη νομιμότητας. Είναι πολλές οι φορές που τα ήθη είχαν στην κυριολεξία τον νταβατζή τους, αφού αστυνομικοί βρέθηκαν να είναι οι ίδιοι σωματέμποροι και διαχειριστές οίκων ανοχής. Διαρκής περιστροφή εκμετάλλευσης και συμφερόντων, είτε μιλάμε για τον 19ο αιώνα είτε για τον 21ο.

Ας επιστρέψουμε όμως στο 1920. Λίγες ημέρες μετά το λεπτομερές άρθρο περί σύστασης αστυνομίας ηθών, και μάλλον λόγω των αντιδράσεων που διαφαίνονται στις εφημερίδες, το υπουργείο των εσωτερικών προβαίνει σε διάψευση της είδησης. Στην εφημερίδα «Αθήναι», διαβάζουμε στις 5 Ιουλίου το εξής: «Επειδή εσχάτως ανεγράφησαν και εξακολουθούν εισέτι αναγραφόμεναι  εις τον ημερήσιον τύπον ειδήσεις περί συστάσεως αστυνομίας ηθών ή άλλων  συναφών μέτρων, το υπουργείον των Εσωτερικών κρίνει σκόπιμον ν’ ανακοινώση ότι το ζήτημα της αστυνομίας των ηθών ουδαμώς ετέθη, ουδέ διατελή υπό σκέψιν απολύτως.»

Αυτό στο οποίο φαίνεται να επικεντρώνεται η έννοια των χρηστών ηθών, είναι το σώμα. Το σώμα είναι αυτό που πλήττεται στην αφή του, στη χαρά του, στην καύλα του, στη γυμνότητα, στην ηδονή. Το σώμα που επιθυμεί απέναντι σε αντιλήψεις που ζέχνουν φορμόλη και δεν ανέχονται φανερά όσα κρυφά τις θέλγουν. Το σώμα τελεί ακόμα υπό την επιτήρηση του μπάτσου που αν δεν φορά στολή θα φορά πιτζάμα και θα είναι γείτονάς σου. Κι αν φαντάζει υπερβολικό αυτό το σχήμα στα αστικά βλέμματα, μια βόλτα στην επαρχία θα είναι δυστυχώς επιβεβαιωτική. Αλλά δεν χρειάζεται να απομακρυνόμαστε πολύ. Αρκούν αυτές οι φράσεις:

«Εγώ κι άλλες κοπέλες έχουμε τη δύναμη να τους αντιμετωπίσουμε και να τους κοιτάξουμε στα μάτια [και να τους ρωτήσουμε]. Θέλω να δω αυτοί αν μπορούν. Πρώτα απ’ όλα θα τους έλεγα ένα γιατί; Γιατί; Και μετά σίγουρα θα τους ρωτούσα κι άλλα.[…] Θέλω να σου πω πάρα πολλά πράγματα και δεν μπορώ, δεν μπορώ» [4]

 


[1] Αθ. Ράικος,  Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου, τόμος Α, σελ. 64

[2] Κονιδάρης,  Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, σελ. 57

[3] Αριστοτέλης Κουτσουμάρης, Η Γυναίκα, θύμα της σωματεμπορίας. Οι ευθύνες του κράτους και της κοινωνίας, Εκδ. Αστήρ 1963

[4] Απόσπασμα από συνέντευξη διωκόμενης οροθετικής γυναίκας. Ντοκιμαντέρ Ερείπια. Το χρονικό μιας διαπόμπευσης, Σκηνοθεσία: Ζωή Μαυρουδή, 2013

 

πίνακας εξωφύλλου: Jean-Louis Forain

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Υρώ Καζάρα
H Υρώ επιμένει στο "Υ" και αρνείται το "Η", με ένα ή δυο "Τ". Καμιά φορά γράφει σε τσιγαρόχαρτα, και καπνίζει στριφτά τσιγάρα μαζί με λέξεις όπως ο Λουις Φελίπε Πινέδα. Oι Μπάρτλεμπυ της γραφής είναι οι αγαπημένοι της αναχωρητές.