15.08.20

 

.

 

 

 

 

Ἑ ω σ φ ό ρ ο ς
του George Le Nonce

[από το ανέκδοτο «Μαντείο» του]

 

 

each word was separate

yet each word led to another word

H.D.

 

I

 

Χρόνια ζοῦσα στὴ σκιά του

διαβάζοντας καὶ ξαναδιαβάζοντας

τὰ γραπτά του

καὶ θαυμάζοντας.

 

Κοιτοῦσα τὶς φωτογραφίες του

ἀσπρόμαυρες ἐπὶ τὸ πλεῖστον

ἀκόμη ὅμως καὶ οἱ ἔγχρωμες

δὲν εἶχαν χρῶμα

φοροῦσε σὲ ὅλες μαῦρα

ἀλλὰ πιστεύω πὼς κυρίως

τὸ σκοτεινό του βλέμμα

ἀποχρωμάτιζε τὸν κόσμο

ἔλιωνε τὴ σάρκα

ξεγύμνωνε τὰ ὁστὰ

ἀποκάλυπτε τὰ ἀρχέτυπα

πίσω ἀπὸ τὰ πρόσωπα.

 

Κοντά του οἱ ἄνθρωποι τυφλώνονταν

δὲν ἔβλεπαν χρώματα

δὲν ἔβλεπαν λάμψεις

ὁ κόσμος του γυμνὸς

τοὺς ὑποδεχόταν

χωρὶς περισπασμοὺς

τοὺς ἀπορροφοῦσε.

 

 

II

 

Τὸν εἶδα κάποτε σὲ μιὰ ταινία στὴν τηλεόραση

εἶδα πρώτη φορὰ τὸ βλέμμα του ἐν κινήσει

τὴ φωνή του τὴν εἶχα ξανακούσει

στὸ ραδιόφωνο

διάβαζε κείμενά του

καὶ νόμιζες πὼς βρισκόσουν

σὲ μεσαιωνικὸ μοναστήρι

τὸ ἀπόδειπνο

ὅπου ἡ ἀσώματος φύσις

ἐνσωματώνεται θεαματικά.

 

Ψηλὸς ἀλλὰ ἰσχνὸς

ἀποστεωμένος σχεδὸν

ντυμένος στὰ μαῦρα ὡς συνήθως

σ᾽ἕνα τοπίο βραχῶδες

μοῦ θύμισε τὸ Κατὰ Ματθαῖον τοῦ Παζολίνι

καὶ τὶς τελευταῖες σκηνὲς ἀπὸ τὸ Θεώρημα.

 

Τὸ ὁμολογῶ

καὶ πρὶν ἀκόμη τὸν γνωρίσω

μὲ εἶχε σαγηνεύσει.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια

φοροῦσα μαῦρα γυαλιὰ μέρα νύχτα.

 

 

III

 

Σταδιακὰ κατακτώντας

τὸ ἐλάχιστο ἀπαιτούμενο θάρρος

κατάφερα μετὰ λίγα χρόνια

νὰ πάω νὰ τὸν δῶ ἀπὸ κοντά.

 

Ἀπὸ ἀπόσταση θὰ τὸν ἔβλεπα

σὲ μία διάλεξη γιὰ τὸν Σολωμό.

Ἤξερα πὼς ἤξερε τὰ πάντα

ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ μάθω

ἤθελα μόνο νὰ τὸν δῶ

ἤθελα νὰ τὸν θαυμάσω

ἀνάμεσα στὸ πλῆθος

νὰ μὲ γοητεύσει

ἡ ἀργόσυρτη βαθειὰ φωνή του.

 

Πῆγα φορώντας μαῦρα γυαλιὰ

καὶ μαῦρα σὰν τὰ δικά του ροῦχα

ὅπως πήγαιναν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη

οἱ θαυμαστὲς στὶς ρὸκ συναυλίες

φορώντας τὰ insignia τῶν τραγουδιστῶν

ὅπως πηγαίνουν ἀκόμη

οἱ ὁπαδοὶ στὰ γήπεδα.

 

Εἶχα φέρει τὸ τελευταῖο του βιβλίο

γιὰ νὰ μοῦ ὑπογράψει

ὅταν ἦρθε ἡ σειρά μου

τὸν κοίταξα καὶ ἔτεινα τὸ βιβλίο

χωρὶς νὰ πῶ λέξη

ἡ προσέγγιση μοῦ εἶχε πάρει τὴ μιλιὰ

ὁ Maître βεβαίως ἤξερε

διότι ὁ Maître τὰ ἤξερε ὅλα

οὔτε ἐκεῖνος μίλησε

κι οὔτε μὲ κοίταξε

ὑπέγραψε κοιτάζοντας ἀλλοῦ

στὸ βάθος τῆς αἴθουσας

ὅπου κάτι τερατῶδες συνέβαινε

κάποια σφαγὴ ἴσως

καὶ πλῆθος ἄνθρωποι ἔτρεχαν

νὰ δοῦν ἢ νὰ σφάξουν ἢ νὰ σφαχτοῦν

ἔγνεψα εὐχαριστῶ καὶ ἔφυγα.

 

Μόλις μπῆκα στὸ σπίτι

τύλιξα τὸ βιβλίο σὲ χαρτὶ

ὕστερα μ᾽ἕνα μεγάλο μαντήλι τὸ ξανατύλιξα

τὸ ἔβαλα σ᾽ἕνα ξύλινο κουτὶ

τὸ κλείδωσα στὸ συρτάρι μου

καὶ δὲν ξανάνοιξα ποτὲ τὸ κουτὶ

ὣς σήμερα παραμένει κλειστὸ

μὲτὸ βιβλίο διπλοτυλιγμένο

γιὰ νὰ προφυλαχθεῖ

τὸ ἄγγιγμα τοῦ Maître.

 

Σὰν μαγικὸ ἀντικείμενο

σὲ ταινία τρόμου

φανταζόμουν

πὼς ἂν ἄνοιγα ποτὲ τὸ κουτὶ

θ᾽ ἀπελευθερώνονταν δυνάμεις

ποὺ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἐλέγξω.

 

 

IV

 

Δὲν εἶναι πρωτότυπο

νὰ θεωρεῖ κανεὶς τὸν Maître σὲ τέτοιες περιπτώσεις

ἕνα εἶδος θεοῦ

ὂν ὑπερβατικὸ

συνηθίζεται νὰ λατρεύει κανεὶς τὶς γραφές του

ὅπως λατρεύονται ἀγάλματα καὶ εἰκονίσματα καὶ τοτὲμ

ἔχω γνωρίσει πολλοὺς ποὺ ὅπως ἐγὼ

ἀνοίγουν κάθε πρωὶ ἕναν τυχαῖο τόμο

τῶν ἁπάντων τοῦ Maître καὶ διαβάζουν

χρησμοὺς γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ ξεκινᾶ

μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οἱ πιστοὶ διαβάζουν

τὴν ἁγία γραφή

προσεύχονται καὶ προφητεύουν.

 

 

V

 

Ἤμουν σὲ κατάσταση κλινικῆς

ὅταν τὸν ξανασυνάντησα

πρόσωπο μὲ πρόσωπο αὐτὴ τὴ φορὰ

καὶ μιλήσαμε.

 

Ἀκολούθησαν πολλὲς συναντήσεις

στὸ γραφεῖο του

δυὸ χρόνια σχεδὸν

δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα

τὸν ἐπισκεπτόμουν.

 

Μὲ κοίταξε

δὲν μὲ ρώτησε τίποτε

ἤξερε ποιά ἦταν ἡ αἰτία

διότι ὁ Maître τὰ ἤξερε ὅλα

ἄρχισα νὰ μιλῶ παρ᾽ὅλα αὐτὰ

ἀκατάσχετα

δὲν μπορῶ μὲ βεβαιότητα νὰ πῶ

ἂν μὲ ἄκουγε

τὸ πρόσωπό του τὸ ἔβλεπα φευγαλέα

ἀνάμεσα στὰ μανουάλια

στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τῆς κάθε συνεδρίας

ὅταν μοῦ ζητοῦσε νὰ ξαπλώσω

κι ὅταν ἀνακοίνωνε πὼς τελείωσε ὁ χρόνος μας

σποραδικὰ σχολίαζε

καὶ ἡ φωνή του πάντα μὲ τρόμαζε

δὲν ἤξερα ποτὲ πότε θὰ μιλήσει

δὲν ἀπαντοῦσε σὲ ἐρωτήσεις ἂς ποῦμε

οὔτε περίμενε νὰ τελειώσω κάποια φράση

καμμιὰ φορὰ μὲ διέκοπτε

ἀκόμη καὶ στὴ μέση μιᾶς λέξης

σπανίως πρόσεχα τί μοῦ ἔλεγε

καὶ δὲν χρειαζόταν

ἔφτανε μόνο ὁ ἦχος τῆς φωνῆς του

γιὰ νὰ διαλυθεῖ ἡ ρύμη τοῦ παραληρήματος

καὶ νὰ ξεκινήσω ἀπὸ τὴν ἀρχὴ

κάθε φορὰ προσθέτοντας λεπτομέρειες

ποὺ εἶχαν ἐπίτηδες μᾶλλον ξεφύγει

οἱ ἀφηγήσεις μου γίνονταν ὅλο καὶ πιὸ περίτεχνες

ἔμεναν ὅμως πάντα ἡμιτελεῖς.

 

 

VI

 

Ἕνα βράδυ

ἄνοιξε τὸ παράθυρο

κίνηση ἀδιανόητη γιὰ τὸν Maître

θυμᾶμαι ἀκόμη τὴν ταραχὴ

τὸν τρόμο ποὺ μὲ κατέλαβε

μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιδεικτικὴ κατάλυση

τῆς τάξης τῆς συνεδρίας μας.

 

Τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ τοῦ εἶπα

πὼς τὸν πατέρα μου τὸν φώναζαν Στάθη

ἂν καὶ κάπως ἀλλιῶς τὸν εἶχαν βαφτίσει

σηκώθηκε

ἀπότομα τράβηξε τὶς βαριὲς κουρτίνες

καὶ ἄνοιξε τὰ παραθυρόφυλλα

μπῆκε ἀέρας πολὺς

σὰν κάποιο ἀόρατο ρεῦμα ξαφνικὰ

νὰ εἶχε δημιουργηθεῖ

σβήσανε τὰ κεριὰ στὰ μανουάλια

ἐγὼ τινάχτηκα κι ἀνασηκώθηκα

ὕστερα ἔκλεισε βιαστικὰ τὸ παράθυρο

χωρὶς νὰ πεῖ λέξη

ξανάναψε ἕνα ἕνα τὰ κεριὰ

καὶ μοῦ εἶπε πὼς τελείωσε ὁ χρόνος μας.

 

Θὰ ὁρκιζόμουν ὅτι δὲν εἶχαν περάσει οὔτε δέκα λεπτὰ

ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ξάπλωσα στὸ ντιβάνι

δὲν εἶπα τίποτε ὅμως

διότι ὁ Maître τὰ ξέρει ὅλα.

 

Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βράδυ καὶ μετὰ

συχνὰ κατέφευγε σὲ τέτοιες τελετουργικὲς κινήσεις

δὲν ἦσαν ὅλες τόσο θεαματικὲς

ἤξερα ὅμως πὼς ἦσαν μέρος τοῦ σχεδίου του

διότι ὅλα εἶναι μέρος τοῦ σχεδίου του

σηκωνόταν ξαφνικὰ καὶ ἔσκιζε κάποιο χαρτὶ

ἢ κλωτσοῦσε τὸ πόδι τοῦ ντιβανιοῦ

ἢ μετακινοῦσε κάποιο μανουάλι.

 

Τὸ παράθυρο πάντως τὸ ξανάνοιξε

μιὰ μόνο φορὰ

στὴν τελευταία μας συνεδρία.

 

 

VII

 

Νομίζω πὼς ἔχω φτάσει σὲ ἀδιέξοδο

τοῦ εἶπα κάποτε

ἕνα χρόνο τώρα λέω καὶ ξαναλέω τὴν ἴδια ἱστορία

ἔχουν ἐξαντληθεῖ οἱ λεπτομέρειες

ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ ἐπινοήσω κι ἐξάλλου

ἡ ἱστορία αὐτὴ δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία

δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰτία

ποὺ μ᾽ἔφερε σ᾽ἐσᾶς.

 

Περίμενα πὼς κάτι θὰ μὲ ρωτοῦσε

δὲν εἶχα χωνέψει ἀκόμη πὼς ὁ Maître δὲν ρωτοῦσε ποτέ.

 

Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰτία ποὺ μ᾽ἔφερε σ᾽ἐσᾶς ξαναεῖπα

καὶ σώπασα καὶ γιὰ πολλὴ ὥρα δὲν εἶπα λέξη

καὶ οὔτε ἐκεῖνος εἶπε τίποτε

καὶ οὔτε ἐκτέλεσε καμμιὰ

ἀπὸ τὶς τελετουργικές του κινήσεις.

 

Ἔσφιξα τὰ δόντια ἀποφασισμένος

πὼς δὲν θὰ ξαναμιλήσω

ὥσπου νὰ μὲ προκαλέσει

ἡ ἔνταση ἦταν ἀφόρητη

ἔνοιωθα πὼς θὰ σκάσω

πνιγόμουν

ἤθελα νὰ τοῦ ζητήσω νὰ μὲ λυπηθεῖ

δὲν εἶπα ὅμως λέξη

ἔμεινα ἐκεῖ ἀκίνητος

τὸ κεφάλι μου πήγαινε νὰ σπάσει

ἵδρωνα

νόμιζα πὼς θὰ πεθάνω.

 

Ὁ Maître παρέμεινε ἀπαθὴς

ἡ σιωπὴ στὸ γραφεῖο του ἦταν τέλεια

ἀκουγόταν μόνο ἡ ἀνάσα μου κοφτὴ

καὶ οἱ φλόγες τῶν κεριῶν.

 

Μοῦ φάνηκε ὅτι πέρασαν ὧρες.

 

Τελείωσε ὁ χρόνος μας γιὰ σήμερα μοῦ εἶπε.

 

 

VIII

 

Ξεκίνησα τὴν ἑπόμενη συνεδρία ἡττημένος.

 

Ξέρω πὼς ξέρετε ἤδη τί θέλω νὰ σᾶς πῶ τοῦ εἶπα

ξέρετε ἤδη πόσο ἀπεγνωσμένα περίμενα μιὰ λέξη σας

ξέρετε τί ἐπίδραση ἔχετε ἐπάνω μου

ὄχι μόνο σὲ αὐτὴ τὴ δύσκολη κατάσταση

ἀλλὰ ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια

ποὺ σᾶς παρακολουθῶ σᾶς διαβάζω σᾶς θαυμάζω

καὶ τώρα δὲν ξέρω ἂν μὲ ἀκοῦτε

ποτὲ δὲν ξέρω ἂν μὲ ἀκοῦτε

καὶ δὲν μ᾽ἐνδιαφέρει ἂν ξέρετε ἐκ τῶν προτέρων τί θὰ πῶ

μ᾽ ἐνδιαφέρει νὰ μὲ ἀκοῦτε

ξαναδιαβάζω κάθε νύχτα τὰ κείμενά σας

ξενυχτάω καιρὸ τώρα δὲν κοιμᾶμαι

ἔχω κόψει φωτογραφίες σας ἀπὸ ἐφημερίδες

ἀπὸ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ

ἀπὸ ἐπιστημονικὰ περιοδικὰ

ἀπὸ προγράμματα συνεδρίων

καὶ τὶς ἔχω κολλήσει στοὺς τοίχους.

 

Δὲν ξέρω κἂν ἂν μὲ κοιτάζετε ὅσο εἶμαι ἐδῶ

ξαπλωμένος σ᾽αὐτὸ τὸ ντιβάνι

βλέπω μόνο τὸ ταβάνι καὶ τὶς σκιὲς

καὶ εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ μιλῶ ἔτσι στὸ κενὸ

καὶ τὸ χειρότερο εἶναι πὼς ξέρω πὼς εἶστε δίπλα μου

ἀλλὰ δὲν σᾶς βλέπω

δὲν βλέπω τὸ σκοτεινό σας βλέμμα

καὶ σᾶς χρειάζομαι

τὸ ξέρετε αὐτὸ ἀσφαλῶς διότι τὰ ξέρετε ὅλα

καὶ θέλω ἐπιτέλους νὰ σᾶς δῶ.

 

Ὁ Maître δὲν μίλησε

ἂν καὶ περίμενα πὼς θὰ μὲ διακόψει

καὶ θὰ μοῦ ζητήσει νὰ ξεκινήσω ἀπὸ τὴν ἀρχὴ

δὲν εἶπε λέξη.

 

Σηκώθηκε

ἦρθε καὶ στάθηκε ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω μου

ἄρχισε νὰ ξεκουμπώνει τὸ πουκάμισό του

μὲ κοίταζε στὰ μάτια καὶ ξεκούμπωνε τὸ πουκάμισό του

ἡ ἔνταση ἦταν ἀφόρητη

ἔνοιωθα πὼς θὰ σκάσω

πνιγόμουν

ἤθελα νὰ τοῦ ζητήσω νὰ μὲ λυπηθεῖ

δὲν εἶπα ὅμως λέξη

ἔμεινα ἐκεῖ ἀκίνητος

τὸ κεφάλι μου πήγαινε νὰ σπάσει

ἵδρωνα

νόμιζα πὼς θὰ πεθάνω

ὁ Maître ἔβγαλε τὸ πουκάμισό του

καὶ τὰ μάτια μου καρφώθηκαν στὸ στέρνο του

καθὼς λιπόσαρκος καὶ ἀγέρωχος

στεκόταν ἀπὸ πάνω μου

χωρὶς νὰ μιλάει

ἡ ἐπιθυμία μου εἶχε πραγματοποιηθεῖ

τὸν ἔβλεπα

ὅπως ποτὲ δὲν εἶχα τολμήσει νὰ ὀνειρευτῶ

ἔβλεπα τὸ ποθητό του στέρνο

τὸ γυμνὸ στομάχι σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς

καὶ λιγόστευε κι ἄλλο ἡ ἀναπνοή μου

ἤθελα ν᾽ἁπλώσω τὸ χέρι μου νὰ χαϊδέψω

τὴ βαθιὰ οὐλὴ

ποὺ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸν λαιμό του

καὶ συνεχιζόταν

ὣς τὸ ὑπογάστριο φαντάζομαι

ποτὲ δὲν θὰ τολμοῦσα ὅμως

θὰ ἦταν ἄλλωστε ἀνάρμοστο

μόνο ὁ Maître εἶχε τὸ δικαίωμα τῶν ἀνάρμοστων κινήσεων

ἐγὼ ἔπρεπε νὰ μείνω ἀκίνητος

νὰ κοιτάζω τὴ βαθιὰ οὐλὴ στὸ στομάχι του

νὰ πάλλεται καὶ νὰ διογκώνεται

νὰ ξαναγίνεται πληγὴ

μέσα σὲ λίγα λεπτὰ εἶχε ἁπλωθεῖ σὲ ὅλο του τὸ σῶμα

βαθυκύανη πάνω στὸ ὠχρὸ του δέρμα

καὶ ὑγρή

ἔλεγα τώρα θ᾽ἀρχίσει νὰ ρέει τὸ αἷμα.

 

Καὶ τότε ὁ Maître εἶπε

τελείωσε ὁ χρόνος μας γιὰ σήμερα.

 

 

IX

 

Στὴν ἑπόμενη συνεδρία

ξανάπιασα τὴν ἱστορία τοῦ πατέρα

καταβάλλοντας ἀρκετὴ προσπάθεια κατάφερα

νὰ τὴ στολίσω μὲ νέες λεπτομέρειες.

 

Μίλησα στὸν Maître γιὰ τὰ ὑποκοριστικὰ

ποὺ πιθανὸν χρησιμοποιοῦσε ἡ οἰκογένεια

γιὰ τὰ καλοκαίρια στὸ νησὶ

γιὰ τὰ κοστούμια καὶ τὶς γραβάτες του

γιὰ τοὺς φίλους του ποὺ εἶχα δεῖ σὲ φωτογραφίες

γιὰ τὸ καφενεῖο ὅπου ἤξερα πὼς σύχναζε

καὶ γιὰ τὰ μαρμάρινα τραπεζάκια τοῦ καφενείου.

 

Φορᾶτε γραβάτα βλέπω σήμερα μὲ διέκοψε

δὲν ἦταν ἀλήθεια

φοροῦσα ἕνα μαῦρο πουλόβερ ὡς συνήθως

παρ᾽ὅλα αὐτὰ χάρηκα

σὰν νὰ εἶχε παρατηρήσει τί φοροῦσε

σὰν νὰ μὲ εἶχε κοιτάξει

τοῦ εἶπα πὼς ἐπίτηδες

εἶχα φορέσει μιὰ γραβάτα τοῦ μακαρίτη

γιὰ νὰ συνοδεύσω τὴν ἀφήγηση αὐτὴ

ποὺ εἶχα προσεκτικὰ προσχεδιάσει

παραδέχθηκα πὼς εἶχα παραβεῖ τοὺς κανόνες

δὲν μιλοῦσα αὐθόρμητα

δὲν ἦταν παραλήρημα αὐτὸ

τὴν εἶχα γράψει τὴ σημερινὴ ἱστορία

τὴν εἶχα διορθώσει

τὴν εἶχα ἐπιμεληθεῖ

γιὰ νὰ τοῦ κάνω ἐντύπωση

καὶ ὅσα τοῦ ἔλεγα γιὰ τὸν πατέρα μου

τὰ εἶχα ἀποστηθίσει.

 

Αὐτὸ τοῦ κέντρισε ἐπιτέλους τὸ ἐνδιαφέρον

παρ᾽ὅλα αὐτὰ συναινέσατε ὡς πρὸς τὴ γραβάτα

μοῦ εἶπε μὲ ἀνυπόκριτο σαρκασμὸ

καὶ μιλήσατε ἐκτὸς σχεδίου ἐντέλει

γιὰ τὴν ἀπάτη

ποὺ διαπράξατε προσχεδιάζοντας.

 

Ἀνασηκώθηκα καὶ τὸν κοίταξα

θὰ ὁρκιζόμουν πὼς ὅταν μπῆκα

φοροῦσε τὸ μαῦρο του πουκάμισο

τώρα ὅμως τὸ πουκάμισο ἦταν λευκὸ

μεταξωτὸ

μὲ μιὰ γραβάτα ποτισμένη στὸ αἷμα

μοῦ φάνηκε σὰν νὰ πνιγόταν

σὰν νὰ ἀγωνιζόταν νὰ πάρει ἀνάσα

ἀλλὰ ἡ φωνή του ἀκούστηκε ἀρραγὴς

τελείωσε ὁ χρόνος μας γιὰ σήμερα.

 

 

Χ

 

Ἡ κατάστασή μου χειροτέρευε σταθερὰ

κοιμόμουν ἐλάχιστα

μὲ ξυπνοῦσαν πάντα ἐφιάλτες

καὶ φοβόμουν νὰ κοιμηθῶ

ἔβρισκα πράγματα νὰ κάνω κάθε νύχτα

ἀπομνημόνευα ὁλόκληρα κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Maître

στεκόμουν ὄρθιος μπροστὰ στὸν καθρέφτη

καὶ ἀπάγγελλα μὲ τὶς ὧρες

κι ὅταν κατάκοπος αἰσθανόμουν πὼς θὰ πέσω

ἔβαζα Wagner δυνατὰ ν᾽ἀκούσω

καὶ τιμωροῦσα τὸ σῶμα μου

μ᾽ἔνα αὐτοσχέδιο μαστίγιο ἀπὸ σκοινιὰ καὶ λάστιχα

ἀκόμη καὶ σπίρτα δοκίμασα

νὰ βάλω στὰ μάτια μου γιὰ νὰ μένουν ἀνοιχτὰ

μάταια ὅμως

ὁ κάματος πάντα νικοῦσε στὸ τέλος

ὁ ὕπνος μ᾽ἔπαιρνε παρὰ τὴ θέλησή μου

τὸ μαρτύριο μποροῦσε μόνο ν᾽ἀναβληθεῖ γιὰ λίγο

ὁ ἐφιάλτης πάντοτε

ἐπέστρεφε.

 

 

ΧΙ

 

Ὁ Maître δὲν μὲ ρώτησε ποτὲ

τί τέρατα καὶ σημεῖα συνέβαιναν στοὺς ἐφιάλτες μου.

 

Ξεκινοῦσα πιὰ τὴν κάθε συνεδρία

μὲ τρόπο στερεότυπο

ἔλεγα πάντα πόση ὥρα κατάφερα νὰ μείνω ξύπνιος

καὶ τί φοβερὰ μέσα μετῆλθα

γιὰ νὰ μὴν ἀποκοιμηθῶ

μὲ δάκρυα στὰ μάτια διηγούμουν πῶς ἡττήθηκα ἐν τέλει

πότε μὲ ἅρπαξε ὁ ὕπνος

πόσο γρήγορα μὲ περιέλαβε ὁ ἐφιάλτης

καὶ μὲ τί θανάσιμη ἀγωνία ξύπνησα.

 

Μιλοῦσα ἐπίσης γιὰ τὰ βλέμματα τῶν ἀνθρώπων

ἔλεγα

πόσο δύσκολο μοῦ ἦταν πιὰ νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπίτι

καθὼς μὲ κοιτοῦσαν ὅλοι μὲ ἀποστροφὴ

τὸ πελιδνὸ πρόσωπό μου

θὰ τὸ ἔχετε προσέξει κι ἐσεῖς

πὼς ἔχει πλέον ἐντελῶς ἀποχρωματιστεῖ

τὰ μαλλιά μου ἔχουν πέσει

δὲν μπορῶ νὰ πῶ πὼς δὲν βοηθοῦν οἱ συνεδρίες μας

διότι τοὐλάχιστον σᾶς βλέπω

καὶ μὲ ἀκοῦτε φαντάζομαι

ἀναρωτιέμαι ὅμως

σὲ πόσο χειρότερη κατάσταση θὰ μποροῦσα νὰ βρίσκομαι

χωρὶς θεραπεία.

 

Ὁ Maître παρέμενε ἀπαθὴς

σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς συνεδρίας

δὲν μιλοῦσε

καὶ δὲν σηκωνόταν

μόνο λίγα λεπτὰ πρὶν τὸ τέλος

ἄναβε ἕνα τσιγάρο

καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ ἔσβηνε

μοῦ ἔλεγε πὼς τελείωσε ὁ χρόνος μας γιὰ σήμερα.

 

 

XII

 

Τὴν τελευταία Πέμπτη εἶχα γενέθλια.

 

Σήμερα εἶναι τὰ γενέθλιά μου

τοῦ εἶπα μόλις ξάπλωσα στὸ ντιβάνι

θέλω νὰ μοῦ μιλήσετε.

 

Δὲν ἀπάντησε

σηκώθηκε ὅμως καὶ ἄνοιξε τὸ παράθυρο

μπῆκε πάλι ἀέρας πολὺς

τὸ γνωστὸ ἀόρατο ρεῦμα

ἔσβησε τὰ κεριὰ στὰ μανουάλια

ἐγὼ τινάχτηκα πιὸ ἔντρομος παρὰ ποτὲ

ὁ Maître εἶχε ξανακαθήσει στὴν πολυθρόνα του

ἡ οὐλή του εἶχε φτάσει στὸ μάγουλο

καὶ αἱμορραγοῦσε

ὁ Maître ἐντούτοις παρέμενε

ἀπαθὴς καὶ ἀμίλητος

ἂν καὶ ἤξερα πὼς ἤξερε

διότι ὁ Maître τὰ ξέρει ὅλα.

 

Ὅπως ἀκριβῶς στὸν ἐφιάλτη

σηκώθηκα

περπάτησα ἀργὰ ὣς τὸ παράθυρο

χωρὶς νὰ τὸν κοιτάζω

καὶ χωρὶς νὰ μὲ κοιτάζει

ἔπεσα ἀπὸ τὸν ἕκτο ὄροφο

στὸ κενὸ τῆς λεωφόρου.

 

 

.

.

.

 

Διαβάστε επίσης:

Ἐ π ύ λ λ ι ο ν

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ