1
χημική όαση

 

__ είμαστε τηγανισμένοι μες στο λεωφορείο
σαν κουρούμπελα σαρδέλες. στη στάση ο οδηγός μάς άδειαζει στο πιάτο της κοινωνίας – έτοιμους για φάγωμα _ _ το μόνο παράπονο που ακούγεται είναι γιατί το λάδι δεν είναι παρθένο ελληνικό. έπειτα, στο μετρό, η γνωστή εικόνα: κινητά που κρατάνε ανθρώπους. όλοι μαζί, μια ραχοκοκκαλιά ανθρώπινη στο έλεος μιας σαύρας που σταματάει απότομα_ κοιτάζει_ και εκτινάσσεται σε χρόνο dt κάμποσα χιλιομέτρα: ταχύρυθμα μαθήματα για την αναπόφευκτη μελλοντική κατοικία κάτω από το χώμα_ _ _ μπαίνω τελικά στην κλινική_ _θα δω επιτέλους ειλικρινείς ανθρώπους!_ τρώω αρκετή ώρα με χαρτούρα και λοιπά βασανιστήρια έπειτα τα νέα της ψυχιατρικής με συντροφεύουν καμιά ώρα _ _ _ όπως πάντα, ξαφνικά, έρχεται η βέρα (χαμογελάει που την αποκαλώ βερόνικα: μου θυμίζεις τον έξω από δω κοέλιο, ευγένιε!_). ζητάει να πάμε για το «τσιγάρο» μας στην αυλή_ τη νοιώθει όαση αυτή την ώρα: όλα μπορούν να ειπωθούν χωρίς σιδερωμένες παπαρολογίες και αφόρητες χρηστομάθειες. όταν βρίσκεται σε καλή κατάσταση οι συζητήσεις μας ξεκινούν από την εξωπραγματική ευφυΐα του νίτσε, την άμεση ανάγκη της κοινωνίας για τον φουκώ μέχρι τη χειρουργική ακρίβεια του καβάφη και τον σύγχρονο όμηρο: τον αρθούρο ρεμπώ. η σχιζοφρένεια, τελικά, είναι μια υγιής αντίδραση στην ανελέητη εξουσία του χρόνου και κατ’ επέκταση του θανάτου;_ _  είναι ιδιαίτερα  απολαυστική, η βέρα,  όταν αρχίζει και κατεβάζει καντήλια για τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή που «αρλεκινίζει» και τους συγγραφείς που δεν έχουν αρχίδια και φοράνε στραπόν όταν φωτογραφίζονται για τα κοινωνικά δίχτυα_ _ πριν λίγες μέρες φώναζε: «ευγένιε_ ευγενίε_ βρέθηκε το φάρμακο για τη θανατηφόρο αϋπνία!: έβγαλε καινούργιο βιβλίο ο παπαρδέλας που σου έλεγα: μυθιστόρημα απ’ τα λίγα!»_ _ _ αλλά η σημερινή μέρα δεν είναι απ’ αυτές: είχε υποτροπιάσει η βέρα και τα seroquel και η ένεση αλοπεριδόλης ούτε που την χαϊδέψαν: η σύντομη κουβέντα μας περιείχε το κυνηγητό που της κάνει ο καρυωτάκης κραδαίνοντας το περίστροφο της πρέβεζας, το κοράκι του πόε που έχει μπαστακωθεί δίπλα στο μαξιλάρι της και τον θεό που την απαγάγει κάθε βράδυ και τη βιάζει γιατί το μουνί της είναι εξαγνισμένο. όλα συνοδευόμενα από την αμείλικτη ερώτηση: «πότε θα βγω από δω μέσα;!»__

.

.

2
ο ψυχολόγος

 

__ η αθήνα φορούσε το καλό της παραλήρημα – μια τσατσά που μοσχοβολάει κολόνια μαϊμού και υποδέχεται τους πολίτες-πελάτες. μια πόλη λες και την ξέβρασε η θάλασσα: μαζί με άλλα πτώματα, κουτιά αναψυκτικών, σακούλες και προφυλακτικά_ _

«πάσχουμε όλοι απ’ το σύνδρομο της στοκχόλμης – μας έχει απαγάγει η ζωή»
έγραψε ο ευγένιος με μαύρο σπρέι στον τοίχο της οδού μπουμπουλίνας. μόλις έφτασε η στέλλα – φορούσε ένα κόκκινο φανελάκι με λεπτές τιράντες και φαινόταν ολόκληρο το barcode στο σβέρκο της – (το πρώτο της τατουάζ)_ του είπε:
– η καλύτερη σελίδα_ε;
– κάπως έτσι _της απάντησε ο ευγένιος
– πάλι χωρίς υπογραφή; μα πως θα γίνεις διάσημος_αδέσποτε ποιητή μου;
– κόψε τις μαλακιες_ στέλλα_ _ υπογραφή είναι και το τίποτα _ _ πιο ειλικρινής μάλιστα!_ έλα πάμε.
στο σπίτι του η συνηθισμένη_ πλέον_ εικόνα: άδεια μπουκάλια, ρούχα ξεθωριασμένα, ένα γραφείο με τασάκια θαμμένα από γόπες και βιβλία (βιβλία βέβαια υπήρχαν από το πάτωμα μέχρι και το πόδι της ντουλάπας) – όλα αυτα υπό μια μυρωδιά που θα ορκιζόσουν ότι τρεκλίζει_ _
η στέλλα μόλις είδε πετσοκομμένο το βιβλιο με τα ποιήματα του καρούζου στο τραπέζι_ τον ρώτησε:
– κι αυτόν πετσοκόψες ρε αθεόφοβε;
είχε τη συνήθεια ο ευγένιος να σκίζει και να καίει όσες σελίδες δεν του άρεσαν – (έβρισκε φλυαρίες ακόμα και στον καβάφη ο σατανάς!):
– τί να μου πει ο καρούζος για τον καρούζο μου; _ _
μόλις πήγε να φτιάξει καφέδες ο ευγένιος η στέλλα βρήκε την ευκαιρία να διαβάσει τον «ψυχολόγο» του (έτσι αποκαλούσε ένα τετράδιο που έγραφε μόνο όσα δεν θα δημοσίευσε ποτέ) – άνοιγε τυχαία τις σελίδες:
.
«έρχομαι με την άτακτη παρέλαση
χιλιάδων τσαμπουκαλεμένων άστρων
σφαίρα στο πουπουλένιο στρώμα
των ανθρώπων
τραβάω λέξεις απ’ τη συντέλεια
το σαγόνι της κοινωνίας
σμπαραλιάζοντας
καθώς οι άνθρωποι αγοράζουν
πλαστική ζωή
καπνίζω αλήθειες
την απουσία μου γλεντάω
με άναρχο τσιπουράκι»
.
αυτούς τους στίχους τους είχε αγαπήσει απ’  την αρχή: όταν πριν χρόνια είχε δει τον ευγένιο να τους γράφει_ τύφλα απ’ το μεθύσι_ ένα ερείπιο σωστό_ σέρνοντας το στυλό σαν παράλυτο πόδι_ _ (κι όμως_  με μια έξαψη στα μάτια _ λες και ούρλιαζαν_ _ την οποία είχε πολύ καιρό να δει_ _)
συνέχισε παρακάτω το διάβασμα – μέχρι που έπεσε πάνω σ’ αυτό:

«η δημόσια ζωή ειναι πάντα
εχθρική
προς την υγεία:
σε φέρνει κοντά σε βακτήρια, ιούς,
ανοησία και ανθρώπους»
.
όταν άφησε τους καφέδες στο γράφειο_ ο ευγένιος_ άναψε ένα τσιγάρο και είπε στην στέλλα να μην διαβάσει τους τελευταίους στίχους του «ψυχολόγου» – ήθελε να τους της διαβάσει ο ίδιος:
.
«κάθε πρωί ξυπνάω
ήδη αυτοκτονημένος
τ’ απόγευματα βρίσκω παλμό
για ένα λειψό νυχτοκάματο»__
.
.
.
.

3
Με τη βοήθεια του Χριστού
(θα τους γαμήσουμε την Παναγία)

.

Ο Χριστός ήταν έκτος στη σειρά όταν τον έσπρωξε με τον αγκώνα ο Μαρτίν – ο τρόφιμος από την Αλβανία που ήταν δεν ήταν ένα εξάμηνο μέσα γιατί είχε χαϊδέψει ένα παιδάκι το καλοκαίρι στη θάλασσα: ο Χριστός τον κοίταξε στοργικά και του άφησε τη θέση του. Ύστερα ήρθε η Μάνια, μία μισότυφλη σχιζοφρενής τεραστίων διαστάσεων: κοντά στα δύο μέτρα και πάνω από 150 κιλά – (καλά, αυτή θα τον έσπρωχνε έτσι κι αλλιώς_ _).
Όταν έφτασε η σειρά του είχε μείνει τελευταίος μιας και είχε παραχωρήσει τη σειρά του, οικειοθελώς και μη, στους άλλους:
– Καλή μου νοσοκόμα, μη μου τα δίνεις_ _ έτσι κι αλλιώς τά μετατρέπω σε καραμέλες.
– Τό ξέρώ – έλα άνοιξε το στόμα σου.
Είχε μόλις πιάσει βάρδια και το τελευταίο που ήθελε ήταν να πιάσει κουβέντα με τους τροφίμους και να κρυώσει ο καφές της.
– Μάλιστα, καλή μου.
Τα κατάπιε χωρίς δισταγμό. Τo κίτρινο  Aloperidin, τα λευκά Dipiperon, Seroquel και Depakine, το ροζ Stedon και το Solidon (αυτό μοιάζει πράγματι με καραμέλα_ _) βρισκόταν στο στομάχι του κι άρχιζαν τη βόλτα τους μέχρι τους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου. Η προσευχή του κράτησε λίγο. Ροχάλιζε – το Tavor υπερίσχυσε. Δεν άκουσε καθόλου τα ουρλιαχτά της δεμένης Μάνιας που ξεπερνούσαν τα κάγκελα του 10ου τμήματος του Ψ.Ν.Α. και εκτοξεύονταν σα μεταλλικά βλήματα σε όλη την έκταση του νοσοκομείου. Ούτε την αγόρευση του διπλανού του, του κυρ Παντελή, περί συνομωσίας των κομμουνιστών εναντίον του. Ο κυρ Παντελής είχε μανία καταδίωξης αλατισμένη με λίγη άνοια: κοιτούσε συνεχώς προς το παράθυρο όπου είχε σφηνώσει στα κάγκελα κουτιά αναψυκτικών ώστε να μην τον  παρακολουθούν τα περιστέρια και μεταφέρουν τις ιδέες του στην Παπαρήγα. Δεν είχε κορδόνια στα παπούτσια του, δε φορούσε τίποτα κόκκινο πάνω του ποτέ και φώναζε στους γιατρούς «Στα τσακίδια_ _ ουστ απο ‘δω, πράκτορες!». Το πρωί, όταν όλοι έπιναν καφέ, κάπνιζαν και αλληλομπιλεκώνονταν ο Χριστός περπατούσε πάνω κάτω στο διάδρομο – που είχε στην αρχή και στο τέλος του από ένα μεγάλο παράθυρο και κατά μήκος του  τέσσερα γραφεία ιατρών στην αρχή, ένα μικρό δωμάτιο για τις νοσηλεύτριες και έπειτα τα δωμάτια των ασθενών. Πρέπει να ήταν γύρω στα 100 μέτρα και είχε μόνιμα την μυρωδιά χλωρίνης εμπλουτισμένης με κάτουρο κι εμετό. Α, μη ξεχάσω, ο Χριστός έτρωγε μόνο το μεσημέρι και μόνο μετά τα καντήλια της προϊσταμένης: όσπρια και σαλάτες – αποκλειστικά.Τον σταμάτησε ο Παναγιώτης κρατώντας το λαιμό του:
«Τι έχεις τέκνον μου;» ατάραχος και ζεν ο τύπος_ _ έπαιζε με τις άκρες των μακριών ξανθών μαλλιών του.
– Με_με_ με_ _ καίει το οξυγόνο στο λαιμό! Με_με_ τρώει! Κάνε_ κάνε κάτι, Μεγαλειότατε! φώναξε ο Παναγιώτης πανικόβλητος και κατακόκκινος.
– Άνοιξε το στόμα σου, του είπε μειλίχια.
Άνοιξε το στόμα του ο Παναγιώτης και ο Χριστός φύσηξε απαλά μέσα του.
– Με έσωσες πάλι! Σ’ ευχαριστώ!_ θέλω να γίνω μαθητής σου!_ και του φίλησε τα πόδια. Ο Χριστός συνέχισε την τσάρκα του γελώντας αυτάρεσκα – μέχρι που τον σταμάτησε, λίγο πιο κάτω, η προϊσταμένη:
– Ετοιμάσου_ _βγάλε αυτά τα ρούχα επιτέλους και πάμε για εξετάσεις αίματος.

Η αλήθεια είναι πως είχε αποκτήσει κάμποσους θαυμαστές. Τα καθημερινά του «θαύματα» είχαν πείσει αρκετούς κι έτσι απολάμβανε τη θέση του Θεού μέσα στο τμήμα.

Με το τσιγάρο σφηνωμένο στα μουσταρδί από τη νικοτίνη δάχτυλά του ο Μαρτίν μιλούσε στην Μάνια η οποία δεν άκουσε λέξη, ως συνήθως – το μυαλό της ταξίδευε χαμένο σε κάποιο λαβύρινθο – δίχως διέξοδο:
– Το ανθρώπινο ον βρήκε μια κλειδαρότρυπα στην εξέλιξη και παραβίασε τη φύση. Αυτή η παραβίαση λέγεται υπερσυνείδηση. Ο μόνος τρόπος επίβιωσης, λοιπόν, είναι η μείωση της νοημοσύνης και της συνειδητότας: απόδειξη; ιδού: Ο Έλληνας!
– Άσε μας ρε παπάρα με τις φιλοσοφίες σου! Ακούστηκε από κάποιον που παρακολουθούσε το τάβλι ανάμεσα σε δύο τροφίμους.

Ο Παναγιώτης πάλι καίγονταν στο λαιμό. Το πάθαινε 4 με 5 φορές μέσα στη μέρα. Έψαχνε παντού τον Χριστό: ρώτησε τους πάντες. Μια νοσηλεύτρια προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντας του πως είναι για εξετάσεις και θα έρθει σε λίγο. Τον έβαλε να ξαπλώσει στο δωμάτιό του και του έδωσε ένα ταβοράκι. Την ίδια ωρα ο Χριστός επέστρεφε από το μικροβιολόγικο με τη συνοδεία της προϊσταμένης. Πράγματι τα ρούχα που φορούσε ήταν ξένα πάνω του.

Πήγε η νοσηλεύτρια στο δωμάτιο του Παναγιώτη να δει πως είναι κι αυτό που αντίκρισε της έκοψε την ανάσα – πάγωσε. Ο Παναγιώτης ήταν κρεμασμένος.
Είχε ξεσυνδέσει το καλώδιο του air condition, το είχε τύλιξει στο λαιμό και πήδηξε από το κομοδίνο του.
– Τον κάλεσε ο Κύριος, είπε λίγο αργότερα ο Χριστός χαρούμενος.

– Παπαριές, τον έφαγαν οι κομμουνιστές, είπε ο κυρ Παντελής.
.
.
.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
E. Μύρων
Ο Ε. Μύρων γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Είναι ποιητής και γράφει για να καθηλώσει την αγωνία του.