Στο άρτι αφιθχέν και καλλιεπές κειμενάκι του Σ. στο χορταστικό μας Ασσόδυο, δίνεται μία άποψη, ή και παρατήρηση, που πολλά από μας φαντάζομαι έχουμε πυκνά-συχνά συναπαντήσει· μία από τις άφευκτες, ή απλώς τρομακτικές, όψεις του σύγχρονου πνεύματος όπως το γνωρίζουμε, είναι η δικαιολόγηση μυρίων όσων απωθητικών και ηθικώς αμφιβόλων τάσεων της κοινωνικής μας κινητικότητας επί τη βάσει μιας απαράμιλλης αποδειξιμότητας. Η διάχυση και ο τρόπον τινά “προπαγανδισμός” των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων του τελευταίου ενάμιση περίπου αιώνα, έχει καταστήσει το “θετικιστικό φάντασμα” παρόν σε οποιαδήποτε πιθανή μας διερώτηση, πολλώ δε μάλλον σε οποιαδήποτε πιθανή μας θεμελίωση των κανόνων της πράξης και του στοχασμού.

Συνήθης επίσης σε αυτόν τον τροπισμό της σκέψης, είναι η επαλληλία της διασημότητας του θετικισμού με την (καταστροφική, κατά τα φαινόμενα) “αλαζονεία” του τωρινού ανθρώπου. Πέραν από το πασιφανώς μάταιο της κατίσχυσης επί του του φυσικού κόσμου, το ανθρώπινο ον στο σήμερα έχει βαλθεί να χαλάσει τον εαυτό και πιθανότατα το ίδιο του το είδος με την προοδευτικά αυξανόμενη χρηστικότητα των επιστημονικών ερμηνειών του. Ο ζήλος και ο κάματος εκατοντάδων χιλιάδων επιστημόνων διατρέχει τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί εκδικητικά όχι μόνον από τα Εργοτάξια του Πολέμου για την κατοχή των πόρων, μα και από εμάς τους ίδιους στις μικρές, προσωπικές, και επάξια ασήμαντες ζωές μας.

Το ίδιο συχνά, αυτή η (ίσως καλόπιστη και αγωνιώδης) θεωρία προβάλει την ιδέα της υπέρβασης κάποιου θεμελιώδους ή έστω εύλογου μέτρου· οι δυνάμεις μας ως κοινωνίες και ενεργά όντα έχουν τη θέση τους και τον σκοπό τους, και η άγνοια των ορίων αυτών επιφέρει την ύβρη και την τίση. “Λησμονιέται η έννοια της ταπεινοφροσύνης”, η χλεύη και η κακοποίηση γίνεται κοινός τόπος, και ο άνθρωπος ξεχνά συλλογικά πως είναι το Μυστήριο που προηγείται και άρχει του ίδιου, και όχι ο κομπασμός της ευφυίας του.

Σε όλα αυτά προστίθεται και η αποτυχία του επιστημονισμού να πλάσει μια πραγματική ανθρώπινη ευδαιμονία· ο “μετρημένος” άνθρωπος, πιστός στο Μυστήριο και το Όριο που προηγείται αυτού, είχε την ικανότητα ανιδρύσει Παρθενώνες, Οδύσσειες, Πυραμίδες, τις βάσεις και τις μνήμες για την ευταξία του ανθρώπινου είδους. Η ανιδιοτέλεια και το μεγαλείο του βασιζόντουσαν στην ευσεβή του “πίστη στο αόρατο”, στο αποτράβηγμά του από το να εξηγήσει και να κάνει τα πάντα ο ίδιος.

Μόνο που στην πραγματικότητα, οι κορφές αυτές είδαν το φως της ζωής με έναν πολλαπλότερο και όχι τόσο κατανυκτικό τρόπο. Η φαγούρα των αρχιτεκτόνων και των αοιδών της αρχαίας πολιτείας έβγαινε τόσο από την πεισμονή τους έναντι του φυσικού κόσμου, όσο και από τις προκαταλήψεις του επί των αρχών του. Αξίζει να θυμηθούμε πως, στο αρχαίο πνεύμα, και όχι μονάχα το ελληνικό, το Αφανές, το Αόρατο, το Κινούν, ή όπως αλλιώς επιλέξουμε να το ονοματίσουμε, δεν επέλεγε μήτε να έρθει σε επαφή με τον ανθρώπινο κόπο, μήτε και να κατευθύνει τη χείρα του. Απλώς υπήρχε, κατά πάσα πιθανότατα άγνωστο και απρόσιτο στα βροτά σκηνώματα, άλαλο και, πολύ σημαντικότερα, άλογο. Η επιστήμη, ή αλλιώς η γνώση, με τη σημασία της νοητικής διερεύνησης, δεν προερχόταν από τα καπρίτσια και τις βουλές ενός διδακτικού Φυσικού Θεού. Ήταν ο ίδιος “μετρημένος” άνθρωπος που επωμιζόταν τον καλλωπισμό και την εξόρυξη της σύμπασας ύλης, το χτίσιμο και την κατανόηση των φαινομένων γύρω του, την επιλογή του κανόνα για τον νου και για τη δράση του.

Η εφευρετικότητα όλων αυτών των κατευθύνσεων, μία εφευρετικότητα υποχρεωτική και αναγκαία για την παραγωγή των μνημείων του πολιτισμού, δεν προερχόταν από την ευσεβή μικρότητα του θνητού μπροστά στη βούληση της φύσης, μιας και η βούληση με την πνευματική έννοια ήταν ίδιον του ανθρώπου και μόνον. Ο φυσικός κόσμος ανάγκαζε, και όχι συμβούλευε την ανθρώπινη πράξη. Στην αναγκαιότητα του περιρρέοντα φυσικού νόμου, η λογική και η θνητή δημιουργία ήτανε προκλήσεις μπροστά στην αβουλία της φύσης. Ο άνθρωπος έσκαβε και εξερευνούσε τις απάτητες άκριες του δικού του κόσμου, φτάνοντας ίσως σε μοιραία αδιέξοδα, μα κατακτώντας με την απόφασή του αυτή και μόνον το πραγματικό ανθρωπολογικό τεκμήριο της ιστορικής μας μνήμης: την ξεχωριστή του ελευθερία μέσα στην αμηχανία της πλάσης.

Ο σύγχρονός μας και πάντοτε νευρωτικός δυστυχισμός, δεν κατάγεται, στην ανάλυση που κάνουμε, από την άμετρή μας έμφαση στα φαινόμενα και τα αίτιά τους. Η πηγή αυτού του γνωστικού κλάδου, που στο σήμερα εμπεριέχει ικανό πλήθος των φυσικών και άλλων επιστημών, είναι η ίδια που ανάγκασε τον Ομηρικό Ήρωα να είναι ενοχλητικά περίπλοκος στη μορφή της περιπέτειάς του, τα Παρθενώνεια Γλυπτά να είναι μεθυστικά ανακλαστικά των γύρων των συναισθημάτων μας, τον ανώνυμο πρωταγωνιστή της Ιστορίας του Γκέντζι να είναι διαβολικά αχόρταγος μέσα στο καραβάνι της μελαγχολίας του.

Ο ζήλος της απορίας, το τόσο τρυφερό -ανά τους πολιτισμούς που πέρασαν- ψυχόρμητο του κοινού μα και του ξεχωριστού ανθρώπου, είναι το αληθινό θεμέλιο της πίστης και της απιστίας συνάμα. Δίχως τη στάση που αμφισβητεί και στιγμιαία επαληθεύει, ώστε να διαψευσθεί ξανά, δεν στέκει όχι μόνον ουρανοξύστης, μα ούτε και το παραμικρό ποίημα. H misère μας στο τώρα, στο επαχθές σήμερα, δεν ανάγεται απλώς στον περιττό κόπο των τεχνοκρατών και των υπαλλήλων τους (τουτέστιν, όλων εμάς), μα στον περιορισμό, από ένα τοώντι αόρατο χέρι, να σκεφτούμε, να διαψεύσουμε, να αναθεωρήσουμε, ό,τι μας κάνει κέφι· με πιθανό επακόλουθο, να δυσαρεστήσουμε τόσο εμάς και τους ομοίους μας, όσο και να ευχαριστήσουμε τον ζηλιάρη δαίμονα που δεν παύει να χολοσκάει απ’ ό,τι δικαιωματικά θέλει να γνωρίσει – την ελευθερία να μάθει από πρώτο χέρι, και όχι κατηχητικά, τα όρια και την μεταίχμια ομορφιά του κόσμου που τον αντικατοπτρίζει.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σάββας Κοκκινίδης
Ο Σάββας Κοκκινίδης γεννήθηκε το 1991 στην Κοζάνη και είναι απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Εργάζεται ως μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.