ΈΡΩΤΑάκου, θέλω να σου πω κάποια πράγματα σήμερα, σήμερα που ο κόσμος φαίνεται να τελειώνει, σήμερα που έχουν έρθει τα πάνω κάτω και που το χάος που μας περιβάλλει επιτέλους εναρμονίστηκε με τις σκέψεις στο μυαλό μου, σκέψεις που από τότε που σε γνώρισα κι ακόμα περισσότερο από τότε που σε έχασα έρχονται κι επανέρχονται και με βασανίζουν κι επιτέλους βρήκαν τη θέση τους τώρα που ο κόσμος γύρισε ανάποδα, γιατί 1567 κρούσματα χθες κι άλλα 1200 σήμερα και μιλάνε πάλι για καραντίνα κι απομόνωση, από αυτήν που μας χωρίζει αλλά μας στέλνει στη δουλειά, από αυτή που μας φέρνει αντιμέτωπους ακόμα περισσότερο με τη μοναξιά μας λες και το ξύπνημα μετά τα απεγνωσμένα μας ξενύχτια, ναι αυτά που μεθούσαμε ακόμα μέχρι αργά χορεύοντας κι ακουμπώντας σώματα άγνωστα γεμάτα υποσχέσεις να καλύψουν το κενό που μας περιμένει γυρνώντας σπίτι, έστω για ένα βράδυ, το επόμενο όλο και κάποιο άλλο σώμα θα βρισκόταν, λες και αυτό το αποτρόπαιο ξύπνημα λοιπόν να μην έφτανε για να καταλάβουμε τη μοναξιά μας, έρχεται όμως λένε πάλι καραντίνα και ούτως η άλλως μας έχουν απαγορεύσει καιρό τώρα να ακουμπάμε σώματα και να αναζητούμε, τη μάταιη αλλά την τόσο προσφιλή σε εμάς καταναλωτική παρηγοριά σωμάτων και αλκοόλ, και να που θα κλειστούμε πάλι σπίτι και να σου πω και κάτι δε με πειράζει αν μας λένε να πηγαίνουμε στη δουλειά, γιατί εκεί συνεχίζω να έρχομαι σε επαφή με τους ανθρώπους, να επικοινωνώ και να τους ακούω. Όταν μικρή έλεγα ότι θέλω να γίνω ψυχολόγος και οι μεγάλοι μου απαντούσαν συγκαταβατικά ότι είναι το επάγγελμα του μέλλοντος δε φανταζόμουν ότι θα βρισκόμασταν ποτέ αντιμέτωποι με πολλαπλές πανδημίες κατάθλιψης, φόβου, άγχους και παράνοιας, γιατί ξέρεις εγώ φοβάμαι, φοβάμαι πολύ όχι τον ιό, τη μοναξιά φοβάμαι κι αυτός ο κωλοιός συνέπεσε με τα λίγο πριν τα τριάντα μου και ξέρεις αυτό διογκώνει τον φόβο, η άλλη παθαίνει κρίσεις πανικού έτσι ξαφνικά στα πενήντα της γιατί έμεινε άνεργη κι αυτή κι ο άντρας της μετά την καραντίνα και πώς να πληρώσει τα φροντιστήρια της κόρης της που πάει Γ’ Λυκείου και δε θα μιλήσω για την παράνοια γύρω μας, η δύναμη της άρνησης να δεχθούμε ότι κάτι τόσο μικρό ήρθε και αναστάτωσε τον ψυχαναγκαστικό τρόπο που είχαμε ψευτοτακτοποιήσει το χάος ανάμεσα στη γέννηση και στον θάνατο έχει φέρει στην επιφάνεια κάθε λογής παράνοια. Γι’αυτό σου λέω, θέλω να τα βγάλω σήμερα από μέσα μου και να τα πω σε εσένα που πάντα με καταλάβαινες, με άκουγες και το βλέμμα σου και μόνο με παρηγορούσε, ξέρεις στα έλεγα κάθε φορά και μόνο η αγκαλιά που θα μου έδινες, το φιλί ή το σκούπισμα των δακρύων μου με τα χέρια σου, μετά ο τρόπος που με έγδυνες σιγά σιγά και μου ψυθύριζες στο αυτί πόσο σε καβλώνω όταν μιλάω σοβαρά, η γλώσσα σου στο μουνί μου και ύστερα εσύ ολόκληρος μέσα μου, ναι αυτό το τελευταίο εσύ ολόκληρος μέσα μου, κι ας πέθαινα εκείνη τη στιγμή κι ας συμβαίνουν όλα αυτά τα σοβαρά και σκοτεινά, εσύ ολόκληρος μέσα μου κι εγώ ευτυχισμένη που ήσουν εσύ μέσα μου και όχι κάποιο άγνωστο σώμα, τώρα βέβαια ξαναγυρίσαμε στα άγνωστα σώματα ή στα καθόλου σώματα γιατί χωριστήκαμε εσύ κι εγώ αλλά τι πάω και θυμάμαι, όλα αυτά έγιναν πριν την πανδημία, σε έναν άλλον κόσμο που προλάβαμε και ζήσαμε, τώρα έχω αρχίσει να αναθεωρώ ξανά τη ζωή, σκέφτομαι ότι είμαστε η γενιά που κληθήκαμε να νοηματοδοτήσουμε τρεις φορές σε μια δεκαετία την ύπαρξή μας, η πρώτη όταν ο καθένας μας άρχισε να αντιλαμβάνεται την ενηλικίωσή του, άλλος στα 16 άλλος στα 25, αυτό που κάνουν οι μετα-έφηβοι τελοσπάντων όλων των γενιών, η δεύτερη που κάπως συνέπεσε με την πρώτη ήταν όταν καταλάβαμε ότι το φαντασιακό οικοδόμημα που θα κληρονομούσαμε από την αγία ελληνική οικογένεια δεν υπήρχε πια, είχε πτωχεύσει μη μπορώντας να αποπληρώσει τη ματαιοδοξία του και η τρίτη φορά που καλούμαστε να επανανοηματοδοτήσουμε τη γαμημένη μας ύπαρξη είναι τώρα, λίγο πριν ή λίγο μετά τα τριάντα που η ζωή μας, τα σχέδιά μας, τα όνειρά μας απειλούνται από το απρόσμενο και το αναπάντεχο. Και το ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είμαι από αυτές που λιγοψυχούν στα δύσκολα γιατί έχω ζήσει τον θάνατο από κοντά, τον έχω κλάψει και πενθήσει κι όταν αυτό συμβεί στη ζωή ενός ανθρώπου όλα τα άλλα, όπως αυτά τα υπαρξιακά που σου λέω σήμερα δεν είναι τίποτα, είναι απλά απομεινάρια του θανάτου, αποκυήματα του πένθους και δε με νοιάζει να τα ακούσει κανένας άλλος παρά να τα μοιραστώ μαζί σου γιατί μέσα σε αυτές τις σκέψεις εγώ το βρήκα το νόημα της ζωής και γι’ αυτό μπορώ ακόμα να σηκώνομαι από το κρεβάτι κάθε πρωί που ξυπνάω και το νόημα αυτό μου το έδωσες εσύ μέσα από τις μορφές που μου παρουσιάστηκες και ζω με την ελπίδα πως κάποια μέρα θα σε ξανασυναντήσω για να νιώσω όλα αυτά που μου προσέφερες και δε φοβάμαι τη συντριβή πλέον γιατί είπαμε έχω ζήσει τον θάνατο από κοντά και το μόνο φάρμακο που έχω βρει στην πανδημία των μικρών και των μεγάλων θανάτων που μας καταδιώκει είσαι εσύ κι αν είναι καιρός, που πάντα είναι, να διερωτηθούμε για την επανάσταση και την αλληλεγγύη ίσως θα έπρεπε να ξαναδιαβάσουμε τον Μαρξ μέσα από τα μάτια σου και να πούμε, να νιώσουμε και να εννοήσουμε με όλο μας το είναι «Προλετάριοι όλου του κόσμου ερωτευτείτε!»


Εικαστικό: Filip Hodas

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σοφία Διονυσοπούλου
γεννήθηκε το 1992 στην Αθήνα. Σπούδασε κλινική ψυχολογία και ψυχανάλυση στο Παρίσι και σήμερα εργάζεται ως κλινική ψυχολόγος. Συμφωνεί με τον Φρόυντ που έλεγε «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».