«Σκοτάδι και Φως»

της Κάθλην Τζέιμι

Μετάφραση: Χρήστος Σακελλαρίδης

 

Έκαναν την πράξη του σκοταδιού
με το δικό τους ενδιάμεσο φως
Τζέιμς Ράιτ

 

Μέσα Δεκέμβρη, το ακίνητο σημείο του περιστρεφόμενου χρόνου. Ήταν οκτώ το πρωί και η Αφροδίτη έφεγγε πάνω από τον λόφο του Μπλακ Κρέιγκ σαν λάμπα ληστών, που θέλγουν καράβια για να τα ναυαγήσουν. Ο λόφος―ιδωμένος από το παράθυρο της κουζίνας μας―φανέρωνε ακόμα μονάχα το περίγραμμά του, αν και ο ουρανός άνοιγε κάπως, χλωμός και γκριζοκίτρινος. Ήταν ένα ανήμπορο φως, που εισχωρούσε στον κόσμο όπως ένας κλέφτης μέσα από ένα παράθυρο, που κάποιος ξέχασε να κλείσει. Η κουβέντα ήταν μόνο για χριστουγεννιάτικα ψώνια και παιδικά πάρτυ. Σιωπηλά, όμως, σαν ένα κωδικοποιημένο μήνυμα, μου ήρθε μια πρόσκληση σε ένα γιορτινό γεύμα την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου. Θα παρευρίσκονταν μόνο έξι άνθρωποι και θα ήταν χωρίς ηλεκτρικό φως.

Εκείνο το μεσημέρι ―ήταν Σάββατο― πήγαμε τα παιδιά στη χριστουγεννιάτικη παράσταση. Φέτος παιζόταν Η Βασίλισσα του Χιονιού. Ήταν ψυχρά γυαλιστερή και στροβιλιζόταν επί σκηνής με τον λευκόχρυσο μανδύα της και τους κωμικούς κουστωδούς της, κοράκια και αράχνες. Οι ήρωες ήταν ένα αγόρι κι ένα θαρραλέο κορίτσι, εξερευνήτρια του βορρά. Κάποια στιγμή, η Βασίλισσα του Χιονιού έφυγε ορμητικά από τα αριστερά της σκηνής με το ασημένιο της έλκηθρο, και, αν είχε συνεχίσει, τυλίγοντας μια ζώνη γύρω από τη γη, θα είχε ακολουθήσει τον 56ο παράλληλο. Ευθεία στην οδό Νέδεργκεϊτ, έξω από το Νταντί, βγαίνοντας από την Σκωτία, πέρα πάνω από τον Βόρειο Ατλαντικό, θα έβρισκε πάλι στεριά στο Λάμπραντορ, θα βουτούσε πάνω από τον Κόλπο του Χάντσον και θα λαμπύριζε σαν χιονόπτωση κάπου στη νότια Αλάσκα. Περνώντας την Βερίγγειο Θάλασσα, μετά την θάλασσα του Οχότσκ, θα περνούσε σαν αστραπή μέσα από την Μόσχα, εντός χρόνου αν στ’ αλήθεια έκανε γρήγορα, για να εμφανιστεί από τα δεξιά της σκηνής για την επόμενη ατάκα της. Βέβαια, δεν έχουμε χώρα του χιονιού εδώ ούτε ολοκληρωτικό αρκτικό σκοτάδι. Παρ΄όλα αυτά, όταν ήρθε η ώρα για την Βασίλισσα του Χιονιού να ηττηθεί για ακόμη μια χρονιά, να λιώσει πέφτοντας μέσα από μια καταπακτή, αφήνοντας μονάχα τον μανδύα της μέσα σε μια λιμνούλα, όλοι ζητωκραύγασαν. Πριν φύγει, ο αναδυόμενος Θεός Ήλιος έδωσε στην Βασίλισσα του Χιονιού ένα πεταχτό φιλί γεμάτο νόημα, που περιείχε μια ενήλικη συνενοχή. Μου άρεσε αυτό το σημείο.

Οι χειρονομίες του ήλιου είναι ακριβείς αυτήν την περίοδο του χρόνου. Όταν καταφέρνει να ανέβει πάνω από τον λόφο, το φως του φέγγει ακριβώς μέσα από το μικρό παράθυρο της κουζίνας μας. Μια αχτίδα περνάει το τραπέζι και φωτίζει το χωλ στο εσωτερικό. Όμως, προτού καν περάσει μία ώρα, ο ήλιος βυθίζεται ξανά πίσω από τον λόφο, νότια-νοτιοδυτικά, αφήνοντας για μια-δυο ώρες ακόμα μονάχα ένα ημίφως που λιγοστεύει. Ό,τι φανταζόμαστε να κάνουμε, αυτήν την εποχή, φανταζόμαστε να το κάνουμε στο σκοτάδι.

Εγώ φαντάστηκα να ταξιδεύω μέσα στο σκοτάδι. Με κατεύθυνση τον βορρά, για να γίνεται όλο πιο σκοτεινά όσο πήγαινα. Είχα την ιδέα να σαλπάρω την νύχτα, να ενσωματωθώ με το σκοτάδι, από αγάπη για τις υφές του και για την ανήμερη ιδιωτικότητά του. Είχα ρωτήσει στον περίγυρό μου μερικούς λόγιους ανθρώπους, αναγνώστες, για παραδείγματα του σκοταδιού ως φυσικό φαινόμενο κι όχι ως κάλυμμα για οτιδήποτε κακό, όμως δεν βρέθηκαν πολλά. Μου φαίνεται ότι η αγαπημένη μας μεταφορά για το σκοτάδι έχει αρχίσει να ξεθωριάζει. Το σκοτάδι μέσα από το οποίο θα φέξει το Φως της Ελπίδας. Το σκοτάδι του Ησαΐα: «ὁ λαὸς ὁ πορευόμενος ἐν σκότει, ἴδετε φῶς μέγα· οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς λάμψει ἐφ᾿ ὑμᾶς.»

Ας λυπηθούμε το σκοτάδι: είμαστε τόσο απασχολημένοι με το να το νικήσουμε και να το εξορίσουμε, που ξεχειλίζει από όλα τα διαβολικά πράγματα, σαν ένα καταχωνιασμένο ντουλάπι κάτω από τις σκάλες. Μα το σκοτάδι είναι καλό. Η σύλληψή μας γίνεται στο σκοτάδι, και η κυοφορία μας. Όταν γεννήθηκε ο γιός μου, παιδί του μεσοχείμωνου, έκλαψε οικτρά με τα φώτα του θαλάμου και ησύχασε για να κοιμηθεί μόνο όταν τον έβαλαν σε ένα μεγάλο καροτσάκι με μια μαύρη κουκούλα κάτω από μια μαύρη ομπρέλα. Το λεξιλόγιό μας υποχωρεί με το φως της μέρας, σβήνει με τους αμφιβληστροειδείς χιτώνες των ματιών μας. Έψαξα τη λέξη «σκοτάδι» στο Διαδίκτυο και μου έβγαλε χριστιανικές οργανώσεις που προσέφεραν να με βάλουν στον δρόμο της λύτρωσης. Και φυσικά πάντα, υπάρχει ο θάνατος. Λέμε ο θάνατος είναι σκοτάδι και το σκοτάδι θάνατος.

Στο Αμπερντίν, ενώ ακόμη δεν είχε πάει ούτε πέντε το απόγευμα, ήταν αναμμένα τα φώτα στο λιμάνι, με φόντο τον νυχτερινό ουρανό. Μεγάλα πλοία ήταν δεμένα ακριβώς δίπλα από τον δρόμο και, για να φτάσω το καράβι για τις Ορκάδες και τα Σέτλαντ, έπρεπε να περπατήσω ανάμεσα στις τεράστιες πλώρες τους. Το καράβι μου ήταν δεμένο ανάμεσα σε άλλα καράβια, κι ενώ το Χρόσσεϊ―η σκανδιναβική ονομασία των Ορκάδων―έμοιαζε σαν αναποδογυρισμένο κτίριο και άρα ήταν καράβι της γραμμής, τα άλλα πλεούμενα μου φαίνονταν σαν ανεξήγητα μυστήρια, σκάφη με σκοπό και ισχύ. Μερικά φιλοξενούσαν τεράστια κίτρινα βαρούλκα· άλλα κουβαλούσαν περίπλοκες εντομοειδείς κεραίες. Τα πλοία είχαν ονόματα ηρωικά γεμάτα πυγμή, σκωτσέζικα και σκανδιναβικά: ο Πατριώτης των Χάιλαντ, ο Πέτρινος Βίκινγκ. Επιβιβάστηκα στο καράβι, πήγα κατευθείαν στο κατάστρωμα και έγειρα πάνω στο κάγκελο. Μπροστά ήταν ο Πρίγκηπας Ήλιος (αυτός δεν είχε φιλήσει την Βασίλισσα του Χιονιού;) και δεμένο δίπλα του, το Έντα Φριγκ.

Το Έντα Φριγκ είχε ξεκινήσει να βγαίνει απ’ το λιμάνι. Για πού ταξίδευε, ποιός ο σκοπός του, δεν είχα ιδέα. Μου άρεσε όμως που ήξερα τι σήμαινε το όνομά του. Έντα: τα μεγάλα ισλανδικά μυθολογικά έπη. Φριγκ: σκανδιναβική θεά, γυναίκα του μονόφθαλμου Όντιν. Έφευγε τώρα, η Βασίλισσα των Ουρανών, κάνοντας αρκετό χρόνο για να περάσει, πρώτα η πλώρη της, μετά το κάτω κατάστρωμα και μετά η υπερκατασκευή, ταράσσοντας τα βρόμικα νερά του μόλου καθώς περνούσε.    

Τότε ήρθε η δική μας σειρά να βγούμε από το λιμάνι. Τα φώτα του δρόμου στο Αμπερντίν, τα μυτερά καμπαναριά και οι φωταγωγημένοι πύργοι ρολογιών είχαν αρχίσει να χάνονται και το φεγγάρι έφεγγε πάνω από την πόλη. Έτρεμα τώρα. Μικρές εικόνες φάνηκαν στιγμιαία: δύο άνδρες που κρέμονταν στον γάντζο ενός γερανού, στοίβες από εμπορευματοκιβώτια, ο ήχος μιας ξαφνικής σειρήνας, μια σειρά από παρκαρισμένες νταλίκες, το σφυρηλάτημα μετάλλου πάνω σε μέταλλο. Προσπεράσαμε αργά το κόκκινο κύτος του Σταυροφόρου Βίκινγκ και το Χρόσσεϊ βγήκε εντελώς από το λιμάνι. Στο τέλος του λιμενοβραχίονα, εκεί που κάνει γωνία στο νερό, έστεκε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο με φωτάκια.

Hamnavoe Ferry στο στενό του Χόι, Ορκάδες, 2017, Robert McCulloch

Κάποιοι από τους παλιούς επιβάτες, άνθρωποι των Σέτλαντ για τους οποίους το ταξίδι δεν ήταν κάτι καινούριο, είχαν ήδη ξαπλώσει και κοιμόνταν στα παγκάκια. Είχαν μεγάλη νύχτα μπροστά τους: θα περνούσαν 14 σκοτεινές ώρες μέχρι να έφταναν στο Λέρουικ για πρωινό. Πολλοί ήταν φοιτητές, που γύριζαν στα σπίτια τους για τα Χριστούγεννα. Κάποιοι είχαν κολλήσει στο μπαρ. Υπήρχε ένας άντρας με ένα αληθινό παραδοσιακό πουλόβερ από το Φερ Άιλ κι ένα κορίτσι, που φορούσε ένα χειροποίητο τούρι[1]. Παντού στο καράβι έπαιζε μουσική. Παλιά χριστουγεννιάτικα χιτάκια. Πωλ Μακάρτνεϊ. Το μόνο μέρος, στο οποίο μπορούσες να την αποφύγεις, ήταν ένα σαλόνι με χαμηλό φωτισμό και μεγάλες αεροπορικές καρέκλες. Υπήρχαν αφίσες στους τοίχους, ένα σετ από τρεις, που απεικόνιζαν μια καρτουνίστικη θάλασσα με έναν ριγωτό φάρο, μια ψαρότρατα και κάτω από τα γαλάζια κύματα, τρία τεράστια, χαζά, χαρούμενα ψάρια. Η Τάιμς των Σέτλαντ, την οποία διάβαζαν αρκετοί από τους επιβάτες, έφερε τον τίτλο: «Έπεται η Μέρα της Κρίσης για την αλιεία».

Ήθελα σκοτάδι. Αληθινό, φυσικό, έναστρο σκοτάδι, σκοτάδι του ηλιοστασίου, αλλά το φεγγάρι ήταν σχεδόν γεμάτο. Έφεγγε μέσα από μια λωρίδα από σύννεφα, απλώνοντας το μαλακό του φως επάνω στο νερό. Είχε γύρω του μια άχρωμη αύρα, σαν τα χρώματα λαδιού που έχει χυθεί στην άσφαλτο. Είχα την ελπίδα ότι θα βρισκόμαστε για  μια στιγμή στ’ ανοιχτά, εκεί όπου δεν θα υπήρχε κανένα ανθρώπινο φως: 360 μοίρες χειμερινής θάλασσας, με τα μόνα φώτα να είναι αυτά που του ίδιου του καραβιού. Ήθελα να βρίσκομαι έξω στον νυχτερινό αέρα, μέσα σε καθαρό, ευπρόσδεκτο σκοτάδι. Αλλά το Χρόσσεϊ ήταν, στο κάτω κάτω, απλά ένα καράβι της γραμμής, κι έτσι θα παρέμενε κοντά στην αγκαλιά της ακτής. Παρ’ όλα αυτά, έβγαινα έξω συχνά και στεκόμουν τρέμοντας στο κατάστρωμα. Πάντα υπήρχε κι ένα φως κάπου. Από την δεξιά πλευρά, μικρές πόλεις, η Μπρόρα ή το Χέλμσντεηλ, ήταν μια πορτοκαλί κηλίδα πάνω στην σκοτεινή ακτογραμμή. Από την αριστερή πλευρά μπορούσα να αγναντεύω την φεγγαρόλουστη, άψαρη θάλασσα. Μετά από μερικές ώρες είδα μια γραμμή από τρία βιαστικά φώτα στα ανατολικά, από τη μεριά της ανοιχτής θάλασσας. Τα πέρασα για σκάφη, αλλά ήταν υπερβολικά κοντά το ένα με το άλλο και πολύ δυνατά. Ήταν οι πετρελαϊκές πλατφόρμες της Βόρειας Θάλασσας κι ακόμα κι από τόσο μακριά φαίνονταν μανιασμένες. Ίσως για εκεί να είχαν σαλπάρει ο Πρίγκηπας Ήλιος και ο Πολεμιστής Βίκινγκ―προς την επείγουσα δουλειά του πετρελαίου. Καθώς τράβαγε το καράβι, τα γεωτρύπανα μίκραιναν, μέχρι που έγιναν ελάχιστα ορατά, στην άκρη της νύχτας, όπως φαντάζομαι θα φαίνονται τα μακρινά παγόβουνα, αλλά φλεγόμενα.

Τότε, μόνη στο μεταλλικό κατάστρωμα, υγρό και φεγγαρόλουστο, εκεί που πίστεψα ότι το σκοτάδι ίσως να ήταν ολοκληρωτικό, άκουσα ένα αμυδρό κάλεσμα. Το καράβι συνέχισε να τρίζει, αφήνοντας πίσω ένα κύμα ευθύ σαν παγετώνα. Ένα ανθρώπινο κάλεσμα. Σίγουρα έκανα λάθος, αλλά έστησα αυτί και―ήχησε ξανά. Σάρωσα με τα μάτια το νερό: μονάχα κύματα, η θάλασσα μαύρη σαν κατράμι. Φοβήθηκα. Κι αν ήταν κανένας άλλος έξω στο κατάστρωμα, μπορεί να του είχα τραβήξει το μανίκι και να του έλεγα «Άκου!». Χαίρομαι που ήμουν μόνη, γιατί, μα το θεό, ήταν απλά ο Έλτον Τζον. Η μουσική ήταν τόσο πολύ πνιγμένη από τις μηχανές του καραβιού, που είχα πιάσει μόνο τις ψηλές νότες. Έσκυψα, έβαλα το αυτί μου στο ηχείο και ναι, τραγουδούσε ο Έλτον Τζον και μάλιστα, το “Don’t let the sun go down on me[2]. Το παράτησα το σκοτάδι τότε και κατέβηκα για να πάρω ένα ποτό.

Κατά τα μεσάνυχτα, η πλοηγίδα βγήκε για να συντροφεύσει το καράβι μέσα από το αρχιπέλαγος των χαμηλών νησίδων προς το Κέρκουολ. Σε όλους τους υφάλους και τα επικίνδυνα σημεία τους, αναβόσβηναν προειδοποιητικά φώτα.

Οι Ορκάδες είναι νησιά πράσινα και χαμηλά, κατά κύριο λόγο· ένα γλυπτό, ανεμοσμιλεμένο αρχιπέλαγος. Πολλά κατοικούνται. Τα νησιά είναι φαλαινόσχημα, όπως τα περιέγραψε ο ποιητής τους, Τζωρτζ Μάκεϊ Μπράουν. Υπάρχουν λίγα δέντρα που παρεμποδίζουν τον άνεμο. Το νερό, γλυκό και αλμυρό, σε φαρδείς κόλπους ή λίμνες ή κανάλια, βρίσκεται πάντα πρόχειρο, απαλύνοντας και ελαφρύνοντας τη γη που περιβάλλει. Η γη είναι εύφορη, οι άνθρωποι εύποροι, Σκανδιναβοί, φιλελεύθεροι, και ζουν κυρίως σε δύο πόλεις και αμέτρητες φάρμες κάτω από έναν πελώριο, δραστήριο ουρανό. Κανείς καιρός δεν κρατάει για πολύ εδώ, και ο καινούριος που έρχεται φαίνεται από πολύ μακριά. Συχνά ξεπροβάλλουν κομμάτια ουράνιων τόξων. Και πουλιά· σε οποιοδήποτε σημείο, ακούς τα καλέσματα της καλημάνας και της τρεμάμενης τουρλίδας. Οι λίγοι λόφοι στο εσωτερικό είναι τυρφο-καφετί, και στα δυτικά, τα νησιά υψώνονται και θωρούν τον Ατλαντικό με πλαγιές κατοικημένες από φουλμάρους. Έχει κανείς ό,τι χρειάζεται εδώ, πέρα ίσως από δέντρα, και όλο και περισσότεροι έρχονται από τον νότο για να ζήσουν μαζί με τους νησιώτες, ψάχνοντας για αυτό που αποκαλούν «πραγματική κοινότητα». Η συχνή φράση είναι «τις ερωτεύτηκα».

Ήταν μεγάλη η νύχτα κι ακόμα σκοτάδι, όταν σηκώθηκα το πρωί. Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο και οδήγησα έξω από το Κέρκουολ προς το Φινστάουν, σταματώντας σε μια λωρίδα δίπλα από έναν κάδο ανακύκλωσης γυαλιού για να δω το φως της μέρας να επιχρυσώνει το νερό του κόλπου. Σε μια πέτρινη προβλήτα, μερικοί στρειδοφάγοι στέκονταν με τα κεφάλια τους στραμμένα προς τον αέρα. Το φως ήταν αδύναμο. Πάνω από το κοιμώμενο σχήμα που ήταν το νησί Σάπινσεϊ, ο ουρανός κατάφερνε λίγες αποχρώσεις του γκρι με μία μόνο γραμμή απαλού κίτρινου. Συνέχισα να οδηγάω πέρα από το χωριό κι έπειτα στράφηκα προς τον βορρά μέσα από χερσότοπους τύρφης. Υπήρχαν αγροτόσπιτα δίπλα στο δρόμο, κυρίως μπάνγκαλοουζ, λίγα με τις παραδοσιακές οροφές από πέτρινες πλάκες. Στον λόφο Μπέργκαρ Χιλ, τρεις ανεμογεννήτριες γύριζαν άτονα κι ένα ανομοιόμορφο σμήνος από χήνες πετούσε λίγο πιο ψηλά. Τα νησιά καλλιεργούνται εδώ και πάρα πολλά χρόνια και, αν ανέβεις έναν λόφο και κοιτάξεις κάτω το πράσινο τοπίο, τα αγροκτήματα είναι τόσα πολλά που φαίνεται σαν να έχουν ξεφυτρώσει ανάκατα, σαν να έχει ρίξει κάποιος μια ζαριά.

Είχα ένα ραντεβού την ώρα του ηλιοβασιλέματος, κατά τις τρεις, οπότε υπήρχε χρόνος για λίγη παρατήρηση πτηνών και περπάτημα στις πλαγιές. Πέρασα με το αμάξι ανάμεσα σε φάρμες και συρμάτινους φράχτες, το άφησα στην παραλία και ανέβηκα περπατώντας το Μάρουικ Χεντ. Στη θάλασσα κάτω από το γκρεμό ένα αστακοκάικο ταλαντευόταν, με τις ριγμένες ροζ σημαδούρες του να ανεβοκατεβαίνουν μέσα στο νερό. Ο δυτικός άνεμος έφερνε μπουρίνια σαν γκρίζα φτερά. Μόνο μερικοί φουλμάροι ήταν σπίτι· τα λαγούμια των θαλασσοψιττακών ήταν άδεια, περιμένωντας την άνοιξη. Ένα ζευγάρι κοράκια, τα πουλιά του Όντιν, φαινόταν να με ακολουθούν κατά μήκος της κορυφής της πλαγιάς, κάνοντας σχόλια μεταξύ τους στην οικεία γλώσσα των κρωξιμάτων. Καταγής υπήρχαν καφέ και εύθρυπτες ροζ αρμέριες.

Γενική θέα του Μέιζ Χόου, 1862, James Farrer

Το προηγούμενο βράδυ ήθελα σκοτάδι, αλλά είχα απογοητευτεί. Τώρα ήλπιζα για καθαρό φως. Πήγαινα στο Μέιζ Χόου και, για να ήταν η επίσκεψή μου επιτυχημένη, ο νότιος ουρανός έπρεπε να παραμείνει ασυννέφιαστος για λίγες κρίσιμες στιγμές κατά τη διάρκεια του ηλιοβασιλέματος. Έριχνα συχνά ματιές στον καιρό, στις ταινίες νεφών που αυτή τη στιγμή γέμιζαν τον ουρανό. Κάθε τόσο μια δέσμη φωτός ξετρυπούσε, φωτίζοντας τη γη από κάτω. Απόκρημνα ακρωτήρια προεξείχαν προς τη θάλασσα, το ένα πίσω από το άλλο. Κάποια από αυτά είναι τρομακτικά ψηλά. Το Σέιντ Τζονς Χεντ στο Χόι πέφτει 400 μέτρα στη θάλασσα. Ίσα ίσα ξεχώριζα τον διάσημο ορθόλιθο, τον αποκαλούμενο «Γέρο του Χόι», να στέκεται περήφανος δίπλα στους γκρεμούς. Πιο πέρα, τα λίγα μεμονωμένα βουνά της ηπειρωτικής Σκωτίας φαίνονταν σαν να επιπλέουν σε μια λίμνη φωτός, που είχε το χρώμα του κιτρίνη.

Μου αρέσουν οι ιδιαίτερες πράξεις του ήλιου και τα σημάδια της ζωής του μεσοχείμωνου: οι χήνες που διαχειμάζουν στα άδεια χωράφια, μία μοναχική γυναίκα που περπατάει δίπλα σε έναν αγροτικό χωματόδρομο φορώντας μπότες και παλτό, το κεφάλι της τυλιγμένο με ένα κασκόλ. Ως τις δύο και μισή, ό,τι φως είχε απρόθυμα ξεχυθεί, μαζευόταν και πάλι. Οι μακρινοί λόφοι ήταν μαύροι και ογκώδεις. Όταν μπήκα πάλι στο αμάξι, ο ήλιος ήταν τόσο χαμηλά που έφεγγε απευθείας μέσα από το παρμπρίζ, εκτυφλωτικά λαμπερός. Αυτό ήταν καλό σημάδι. Καθώς οδηγούσα, τα άδεια χειμωνιάτικα χωράφια φανέρωσαν και μια κρυμμένη παρουσία νερού, σε κατηφοριές και καλαμοκοίτες, πορτοκαλοβαμμένες κι αστραφτερές σαν πολύτιμα πετράδια. Είδα μέχρι και έναν βαλτόκιρκο να γλιστράει πάνω τις σκουριασμένες μύτες μερικών καλαμιών σε μια ακρολιμνιά, τα φτερά του κρατημένα στο πιο ελαφρύ V. Η λεγόμενη νέκρα του χειμώνα.

Έχω έναν φίλο,  ποιητή και εκκλησιαζόμενο, και του παραπονιόμουν για την πλέον περιττή μεταφορά του Σκοταδιού και του Φωτός.  Έλεγα ότι το σκοτάδι, το φυσικό, ευγενικό σκοτάδι, είχε κακολογηθεί υπερβολικά και, ειλικρινά, για εμένα έφταιγαν οι Χριστιανοί. Όλη αυτή η ιδέα έπρεπε να επανεξεταστεί. Δεν μπορούσαμε να δούμε το πραγματικό σκοτάδι εξαιτίας του μεταφορικού σκοταδιού. Λόγω του μεταφορικού σκοταδιού, του σκότους του θανάτου, προσπαθούσαμε συνέχεια να ξορκίσουμε το φυσικό σκοτάδι. Φτάνει πια με αυτό το «Μην αφήσεις τον ήλιο να δύσει για μένα». Είπα του φίλου μου ότι ήθελα να μπω μέσα στο σκοτάδι, ότι είχα την ιδέα να επισκεφτώ το Μέιζ Χόου για το ηλιοστάσιο. Σε αυτό σήκωσε το ένα φρύδι. «Στο Μέιζ Χόου;» είπε. «Αφού το Μέιζ Χόου είναι μια μεταφορά, δεν είναι;»

Το οικοδόμημα γνωστό ως Μέιζ Χόου είναι ένα νεολιθικό τμηματικό πέτρινο κτίσμα, ένας τύμβος όπου, πριν από πέντε χιλιάδες χρόνια, ενταφίαζαν τα κόκκαλα των νεκρών. Στην μεγάλη, μακρόχρονη ζωή του, έχει κυρίως ξεχαστεί παρά αναγνωριστεί, αλλά στην εποχή μας είναι ανοιχτό στο κοινό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται όσον αφορά εισιτήρια και ξεναγούς και επεξηγηματικά βιβλιαράκια. Στέκει, μια γρασιδωμένη ράχη σε ένα χωράφι, στην κεντρική πεδιάδα του Μέινλαντ Όρκνεϊ. Υπάρχει μια εντυπωσιακή συλλογή από νεολιθικά μνημεία στην γύρω περιοχή. Για να φτάσω στο Μέιζ Χόου, πήρα τον δρόμο που περνάει πάνω από έναν λεπτό ισθμό μεταξύ δύο λιμνών. Στη δυτική πλευρά υπάρχει ένας μελαγχολικός πέτρινος κύκλος, το Δαχτυλίδι του Μπρόντγκαρ. Στην ανατολική, σαν τρεις κομψές γυναίκες που συνομιλούν σε ένα κοκτέιλ πάρτυ, βρίσκονται οι πέτρες του Στεννές. Ο σκοπός τους παραμένει ένα μυστήριο, αλλά μόλις επτά μίλια μακριά βρίσκεται και το Νεολιθικό χωριό Σκάρα Μπρέι. Εκεί υπάρχει ακόμα μια συστάδα από ασκεπείς καλύβες, σκαμμένες μισο-υπογείως μέσα σε χωματοσωρούς και αμμοθίνες. Μπορείς να θαυμάσεις την φυσιολογικότητα της σπιτικής ζωής, το ότι οι άνθρωποι της Εποχής του Λίθου είχαν κρεβάτια και ντουλάπια και γείτονες και χάντρες. Μπορείς να νιώσεις και την παρουσία τους, την καθημερινή τους ζωή και την ολοκληρωτική απουσία τους. Σου επαναρρυθμίζει την αίσθηση του χρόνου.

Πύργος του Γκέρνες, Μέινλαντ Όρκνεϊ, 2019, Mark Eliot

Δύο άντρες στέκονταν στο πάρκινγκ στο Μέιζ Χόου. Ο ψηλότερος, μεγαλύτερος άντρας φορούσε ένα άσπρο πουκάμισο και ένα αναπάντεχο σκωτσέζικο καρό παντελόνι. Ενώ έβγαινα από το αμάξι, κουνούσε θλιμμένα το κεφάλι του. Ο νεότερος άντρας ήταν ντυμένος για υπαίθρια δραστηριότητα, κάπως σαν τροχονόμος, με ένα μάλλινο σκούφο κατεβασμένο ως τα μάτια του και ένα μπλε μαρέν παλτό. Για μια στιγμή κοιταχτήκαμε όλοι. Ο Άλαν, ο ψηλότερος, μίλησε πρώτος. «Δεν μας τα λέει καλά, δυστυχώς. Σύννεφα.»

Με πήγε σε ένα μικρό μαγαζί για να βγάλω εισιτήριο. Από το παράθυρο έβλεπες πέρα από τον κεντρικό δρόμο προς τον τύμβο. «Λοιπόν, να σου πω,» είπε. «Θα σου βγάλω εισιτήριο για να ξανάρθεις αύριο, αν θέλεις, αλλά δεν μπορώ να σου βγάλω ένα για το πραγματικό ηλιοστάσιο, το Σάββατο. Ξεκινάμε να τα πουλάμε στις 2:30 την ίδια ημέρα. Πάει με σειρά προτεραιότητας, όποιος έρθει πρώτος και προλάβει.»

«Πόσος κόσμος έρχεται;»

«Κοίτα, μπορούμε να δεχτούμε μέχρι 25, αν χρειαστεί.»

Σήμερα όμως ήμουνα μόνο εγώ.

Ο νεαρός ξεναγός, ο Ρομπ, περίμενε έξω. Το βανάκι ενός τεχνίτη πέρασε σαν σίφουνας και μετά περάσαμε το δρόμο και μέσα από μια πύλη με στυλίσκους, πριν να ακολουθήσουμε ένα μονοπάτι μέσα από το χωράφι. Περπατούσαμε προς τον τύμβο κάνοντας μια πλάγια διαδρομή, που άφηνε άθικτο το πλατύ χαντάκι γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο. Πρόβατα έβοσκαν στο χωράφι κι ένας ερωδιός στεκόταν με γυρισμένη σε μας την αριστοκρατική του πλάτη. Είχε αεράκι και ακουγόταν το τρεμάμενο κάλεσμα μιας τουρλίδας, που πετούσε προς τη γη. Παντού γύρω υπήρχαν χαμηλοί λόφοι, που αγκάλιαζαν την πεδιάδα. Στα νότια, κυριαρχούσαν στον ορίζοντα δύο πολύ μεγαλύτεροι, πιο μακρινοί λόφοι, μία κορυφή και ένα οροπέδιο. Δεν μπορούσες να το δεις από εδώ, αλλά ανήκουν σε ένα άλλο νησί, το Χόι. Πάνω από αυτούς τους σκοτεινούς λόφους, σε οριζόντιες γραμμές, βρίσκονταν τα ανάρμοστα σύννεφα.

Ορθόλιθοι του Στέννες, Μέινλαντ Όρκνει, 2016, David Mann

Για να μπεις στο εσωτερικό τμήμα του τύμβου, περνάς μέσα από ένα χαμηλό διάδρομο πάνω από δεκαπέντε μέτρα σε μήκος. Δεν χρειάζεται να συρθείς στα τέσσερα, αλλά ούτε μπορείς να περπατήσεις όρθιος. Η πέτρινη οροφή βαραίνει πάνω στην σπονδυλική σου στήλη· μία και μοναδική πελώρια τάβλα σχηματίζει τον τοίχο, που ξύνεις με τον αριστερό σου ώμο. Πρέπει να περπατήσεις σε αυτή την καμπουριασμένη στάση ακριβώς για λίγο παραπάνω απ’ όσο θα ήθελες, οπότε, όταν μπαίνεις μέσα στον τύμβο, δύο αισθήσεις σου έρχονται ταυτόχρονα: η μία είναι η χαρά του να μπορείς να σταθείς όρθια και η άλλη μια ξαφνική εκτίμηση για την πέτρα. Εισέρχεσαι σε ένα ιερό μέρος, που με τίποτα δεν είναι μια καρδιά, ή έστω μια μήτρα, αλλά ένα κρανίο. Στέκεσαι σε έναν ψηλοτάβανο, θαμπό πέτρινο θόλο. Υπάρχει μια παχιά απουσία ήχων, όπως σε ένα στούντιο ηχογράφησης ή ένα θησαυροφυλάκιο. Πριν από μια στιγμή, ήσουν στη μέση ενός χωραφιού, με τον άνεμο και τα καλέσματα των τουρλίδων. Αυτός ο κόσμος έχει φύγει μακριά κι ο κόσμος, στον οποίο έχεις μπει, δεν είναι σαν σπηλιά, αλλά ένα μέρος που φτιάχτηκε με τέχνη, με επιδεξιότητα. Ακόμα και μετά το πέρασμα πέντε χιλιάδων ετών, μπορείς να νιώσεις την αυτοπεποίθησή του.

Οι τοίχοι είναι από κόκκινο ψαμμίτη, τοποθετημένοι σε μεγάλα ορθογώνια, με ένα ψηλό αντέρεισμα σαν φύλακα σε κάθε γωνία να στηρίζει την εκφορική οροφή. Το πέρασμα προς τον έξω κόσμο βρίσκεται στη βάση ενός από τους τοίχους. Τοποθετημένες στο ύψος της λεκάνης στους άλλους τρεις, βρίσκονται τετράγωνες κυψελοειδείς εσοχές, που χάνονται στο πάχος των τοίχων. Εκεί ακουμπούσαν τους νεκρούς, όταν η σάρκα πάνω στα κόκκαλα είχε φαγωθεί από τον καιρό και τα πουλιά. Οι πέτρινοι κύβοι, που κάποτε θα σφάλιζαν αυτούς τους τάφους, βρίσκονται στο χαλικόστρωτο πάτωμα. Οι αρχαίοι, που έχτισαν αυτόν τον τάφο, τον ευθυγράμμισαν με ακρίβεια: στο μεσοχείμωνο, το μακρύ πέρασμα κοιτάζει ακριβώς προς την δύση του ήλιου. Έτσι, για τις λίγες μέρες γύρω από το ηλιοστάσιο, μία δέσμη του δύοντος ηλίου φέγγει κατά μήκος του περάσματος και βρίσκει τον πίσω τοίχο του τύμβου. Τα τελευταία χρόνια, άνθρωποι τρυπώνουν μέσα από το πέρασμα κατά τη διάρκεια του ηλιοστασίου για να είναι μάρτυρες αυτού του γεγονότος, αυτού του συνένοχου φιλιού. Για κάποιους, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι μια εμπειρία συνταρακτική.

Διασχίσαμε το χωράφι. Ο ερωδιός σήκωσε φτερά και πέταξε. Χασομερούσα πίσω. Ο ξεναγός μου, ο νεαρός Ρομπ, περίμενε στην είσοδο, ένα χαμηλό τετράγωνο άνοιγμα στο κάτω μέρος του υψώματος, κρατώντας κρεμασμένο τον φακό του. Έριξα μια ματιά πίσω στον έξω κόσμο, στον δρόμο, στον συννεφιασμένο ουρανό πάνω από τους λόφους του Χόι, και μετά μπήκαμε μέσα και για ένα λεπτό, που φάνηκε να κράτησε παραπάνω,  περπατήσαμε διπλωμένοι, ώσπου ο Ρομπ σηκώθηκε κι εγώ ακολούθησα.

Μέσα είχε τόσο φως όσο σε έναν συρμό του Μετρό και η επίδρασή του πάνω μου ήταν κατασπαρακτική. Δεν περίμενα απόλυτο σκοτάδι, αλλά ίσως το κοκκινωπό χρώμα της μήτρας. Και ο Ρομπ κρατούσε φακό, αλλά αυτά τα φώτα φανέρωναν κάθε χαραμάδα, κάθε αρμό και κάθε ρωγμή στην αρχαία λιθοδομή. Αμέσως η φωνή ενός άντρα είπε: «Συγγνώμη, το σβήνω», αλλά η στιγμή είχε χαθεί. Με είχαν προειδοποιήσει: όταν μου έκοβε το εισιτήριο, ο Άλαν μου είχε πει ότι βρίσκονταν επιθεωρητές μέσα στο κτίσμα μαζί με όλο τον εξοπλισμό τους. Και να τους τώρα. Μες στο σφοδρό άσπρο φως, ήταν σαν τη στιγμή που μπορεί να σου συμβεί στη μέση ηλικία, όταν κοιτάζεις τη μάνα σου και αντιλαμβάνεσαι σοκαρισμένη ότι είναι γριά.

Οι επιθεωρητές, προσληφθέντες από την Historic Scotland, δούλευαν μέσα στον τύμβο, μέρες τώρα. Ένα τεράστιο εργαλείο―δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν φακός ή κάμερα―ήταν ακουμπισμένο πάνω σε μια σχολική καρέκλα. Υπήρχε ένα τηλέφωνο σε μια από τις ταφικές εσοχές. Οι επιθεωρητές ήταν δύο. Ο ένας ήταν διπλωμένος εμβρυικά, μέσα στη μικρή εσοχή στον πίσω τοίχο. Μπορούσα να δω μόνο τα πόδια του. Μούγκριζε, καθώς άλλαζε στάση. Ο μεγαλύτερος συνάδελφός του φαινόταν να χαίρεται με το διάλειμμα. Στάθηκε, ένας ευτραφής άντρας με μια μαύρη φόρμα και ένα φλις μπουφάν, και τέντωσε την πλάτη του. Κάπως χαμήλωσε το φως και ο τάφος επανήλθε στο αρχικό του ξεκούραστο μισοσκόταδο. Ο έξω κόσμος ήταν ένα τετράγωνο στο τέλος του μακρύ διαδρόμου. Δεν θα υπήρχε ηλιοβασίλεμα. «Κρίμα», είπε ο επιθεωρητής. Ο Ρομπ, σκυμμένος με τον μάλλινο σκούφο του, πήρε ανάσα και σήκωσε το φακό του για να ξεκινήσει την ξενάγηση, αλλά σταμάτησε. «Έχεις ξανάρθει εδώ;», με ρώτησε.

«Αρκετές φορές.»

«Είμαστε και στο Διαδίκτυο τώρα, ξέρεις», και έδειξε με τον φακό μια κάμερα μονταρισμένη στον νεολιθικό τοίχο. «Ζωντανή μετάδοση. Κοίτα μην αρχίσεις να σκαλίζεις τη μύτη σου.»

«Προσέχτε τα μάτια σας!» είπε η φωνή μέσα από την εσοχή-τάφο· τότε βγήκε μια εκρηκτική λάμψη.

Ο τάφος πρώτα έπεσε σε αχρηστία. Τέσσερις χιλιάδες χειμώνες πέρασαν, τέσσερα χιλιάδες ηλιοστάσια. Τότε πέρασε από εδώ μια ομάδα από Βίκινγκς καθ’ οδόν για τις Σταυροφορίες. Έσπασαν και μπήκαν στον τάφο για να βρουν καταφύγιο από τη θύελλα και πιθανόν καθάρισαν ό,τι βρήκαν μέσα, κόκκαλα κι επιχώματα. Οι Βίκινγκς πέρασαν τις βαρετές ώρες σκαλίζοντας ονόματα και εξυπνάδες στις πέτρες ― το Μέιζ Χόου περιέχει την καλύτερη συλλογή ρουνικών επιγραφών πέραν της Ισλανδίας. «Σταυροφόροι μπήκαν μέσα σε αυτήν την τρύπα», λένε. «Γυναίκες πολλές έχουν περάσει σκυφτές εδώ μέσα». Οι Βίκινγκς έφυγαν και το Μέιζ Χόου έμεινε πάλι μισοξεχασμένο, ένα μαγεμένο μέρος, ένα παράξενο ύψωμα σ’ ένα ακαλλιέργητο λιβάδι. Γενιές έζησαν και πέθαναν. Εφηύραμε το ηλεκτρικό φως, την μηχανή εσωτερικής καύσης, εκμεταλλευτήκαμε κοιτάσματα πετρελαίου, αναπτύξαμε τηλέφωνα και τηλεοράσεις για να διαλύσουμε το σκοτάδι του χειμώνα και τώρα για το ηλιοστάσιο ερχόμαστε, όπως δεν έχει κάνει κανείς για σχεδόν πέντε χιλιάδες χρόνια, για να γίνουμε μάρτυρες της στιγμής, που μία μικρή δέσμη ηλιακού φωτός προχωράει αργά μέσα από το σκοτάδι πάνω σ’ έναν πέτρινο τοίχο.

Οι επιθεωρητές ταλανίζονταν από τεχνικά προβλήματα. Ήταν εκτός χρονοδιαγράμματος και είχαν βαρεθεί. Ο νεότερος άντρας ξετυλίχτηκε μέσα από την εσοχή-τάφο και τον ρώτησα τι έκανε. «Μια απλή στερεοφωτογραφία», είπε. «Μου δίνεις το φωτόμετρο, σε παρακαλώ;». Ξανακουρνιάστηκε μέσα στον τάφο.

Η στερεοφωτογραφία, όπως τα μάτια μας, μας δίνει μια τρισδιάστατη εικόνα και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να παράξει μια ολοκληρωμένη τρισδιάστατη εικόνα του εσωτερικού του τύμβουσε μια οθόνη. Θα ήταν μια ακριβέστατη καταγραφή της κατάστασης στο εσωτερικό του. Το έργο ανατέθηκε, γιατί η Historic Scotland έχει άγχος να μάθει εάν το κτίριο κινείται. Υπάρχουν μικρές ρωγμές στη λιθοδομή―εκείνο το θρασύ φως τις αποκάλυψε όλες. Ίσως παρουσιάστηκαν, όταν ήταν ακόμα φρεσκόχτιστο. Μπορεί όμως να είναι και πιο πρόσφατες. Οι επιθεωρητές θα μάζευαν τις εικόνες τους και μετά σε 18 μήνες θα επέστρεφαν για να τα ξανακάνουν όλα και μετά, συγκρίνοντας τα δύο αποτελέσματα, θα μπορούσαν να διακρίνουν και την πιο ελάχιστη διαφορά, την πιο μικρή μετακίνηση στην κατασκευή. «Υπάρχουν κι άλλα προβλήματα», είπε ο Ρομπ. «Κοίτα». Έδειξε μια πράσινη κηλίδα σε μια ψηλή πέτρα. «Βρύα». Πολλοί επισκέπτες μπαίνουν έρποντας μέσα από το τούνελ της εισόδου κι αναπνέουν. Το κτίριο δεν ήταν σχεδιασμένο για να αναπνέει κανείς μέσα του ή για να φωταγωγείται. Είχε σχεδιαστεί για να βρίσκονται μόνο νεκροί μέσα του και να παραμένει σκοτεινό. Η αναπνοή και το φως συνεπάγονται και βρύα και τα βρύα είναι ζημιογόνα. Έχει τοποθετηθεί μια μικροσκοπική συσκευή μέτρησης για να μετράει τα επίπεδα της υγρασίας.

Εσωτερική όψη του Μέιζ Χόου, 1862, James Farrer

Εκτός αυτού είναι και η οροφή. Δεν είναι αυθεντική, αλλά το έργο ενθουσιωδών Βικτωριανών αρχαιολόγων. Είχαν ζωντανέψει το Μέιζ Χόου από τον βαθύ και μακρύ ύπνο του, μπαίνοντας μέσα από την οροφή, όπως τρυπιέται το τσόφλι ενός βραστού αβγού. Ενώ διόρθωσαν τις ζημιές που έκαναν, δεν έκαναν δουλειά Νεολιθικού επιπέδου και η Historic Scotland κρατούσε ένα άγρυπνο βλέμμα επάνω της. Κι υπήρχαν κι άλλα: όταν κατασκευάστηκε, ο τάφος είχε εμπλουτιστεί με αδιάβροχο πηλό, πριν να σκεπαστεί με ένα παχύ στρώμα από χώμα και τύρφη, αλλά η αδιάβροχη μόνωση είχε έκτοτε τρυπηθεί. Αυτή η ζημιά θα μπορούσε να αφήσει να εισχωρήσει η ύπουλη, υφέρπουσα υγρασία. Ενώ ήταν γνωστό ότι η μόνωση είχε υποστεί ζημιές, κανείς δεν ήξερε ακριβώς σε ποια σημεία. Έτσι, αντί να γδάρουν την γη από την κορφή του μνημείου για να το ερευνήσουν, το έκαναν με τον μοντέρνο τρόπο: με μια τοπογραφική μελέτη με παλμούς ραντάρ. Έπειτα, ήταν και οι σκαλιστές τοιχογραφίες. Σουβλιές στον αδιάβροχο πηλό μπορεί να άφηναν να περάσει μέσα όχι μόνο μούχλα, αλλά και μικροσκοπικά σωματίδια-αποξύσματα του ίδιου του πηλού. Η ανησυχία ήταν ότι, με την εισροή αυτών των σωματιδίων στο εσωτερικό και το ταξίδι τους κατά μήκος της λιθοδομής, θα μπορούσαν σιγά-σιγά να διαβρώσουν τις τοιχογραφίες. Ο Ρομπ έφεξε τον φακό του επάνω στο διάσημο μικρό λιοντάρι του Μέιζ Χόου, ένα εύθραυστο γλυπτό περίπου στο μέγεθος μιας γροθιάς, λαξεμένο σε μια από τις ψηλές πλάκες. Αυτό είναι έργο των Βίκινγκς, αλλά ο τάφος περιέχει και νεολιθικές τοιχογραφίες: παράξενα, νευρώδη ενωμένα τρίγωνα και σχήματα σαν διαμάντια. Όταν το φως του φακού έπεσε πάνω στο μικρό λιοντάρι, ύψωσα ενστικτωδώς το χέρι μου για να το ακουμπήσω, να κάνω μια χειρονομία σύνδεσης.

«Μη, σε παρακαλώ», είπε. Γι’ αυτό μας προσέχει ξεναγός. Τα πολλά συνεπαρμένα ιδρωμένα χέρια θα έφθειραν γρήγορα τις τοιχογραφίες.

«Δεν ξέρουμε στα σίγουρα εάν φθείρονται», είπε ο Ρομπ. «Γι’ αυτό είναι εδώ οι επιθεωρητές. Σάρωση με λέιζερ. Αν σαρώσουν με λέιζερ κάθε επιφάνεια και το επαναλάβουν μετά από 18 μήνες, θα μπορούν να το μάθουν, γιατί τα λέιζερ μπορούν να μετρήσουν απώλειες στο ένα χιλιοστό του χιλιοστού».  Έχωσε τον φακό στην τσέπη του. «Είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς πλέον, βλέπεις. Δεν μπορείς παίζεις με ένα Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Αλλά δεν τα πάει και τόσο άσχημα. Ας πούμε, πόσα άλλα κτίρια πέντε χιλιάδων ετών ξέρεις;»

«Αντέχει περισσότερο κι από ένα προκάτ Ουίμπι», είπε μια φωνή από την εσοχή στο βάθος. «Ώστε γι’ αυτό παίρνουν όλες αυτές τις μετρήσεις. Και ποιός θα τις πληρώσει; Ο φορολογούμενος. Ποιός άλλος. Ο φορολογούμενος.»

Είχα αποθαρρυνθεί το προηγούμενο βράδυ ελπίζοντας για ένα θαλασσινό ταξίδι μέσα στο πραγματικό βορινό σκοτάδι κι έπειτα απογοητευτεί πάλι ετούτη τη μικρή ημέρα του καταχείμωνου, που καμία δέσμη ηλιακού φωτός δεν θα εισχωρούσε στον τάφο. Όμως συνειδητοποίησα, μιλώντας στον Ρομπ και τον μεγαλύτερο επιθεωρητή, ότι δεν θα βρισκόμουν ποτέ ξανά τόσο κοντά στους Νεολιθικούς μου προγόνους. Σε αυτόν εδώ ακριβώς τον τάφο δεν είχαν σταθεί ικανοί μάστορες έχοντας δουλέψει όλη μέρα για να επιθεωρήσουν για μια στιγμή το έργο τους; Δεν ήταν αληθινοί άνθρωποι, με σάρκα και οστά, με εργαλεία στα χέρια τους, και στα χείλη τους τις λέξεις μιας γλώσσας πλέον εντελώς χαμένης; Κοίταξα λίγο πίσω μου. Ο νεαρός επιθεωρητής καθόταν σκυφτός, με τα γόνατα λυγισμένα και ανασηκωμένα. Αναστέναξε και πέρασε ένα κουρασμένο χέρι πάνω από το πρόσωπό του.

Μιλήσαμε για την Μεγάλη Φωτιά του Εδιμβούργου, που κατέστρεψε μερικά κτίρια στην Παλιά Πόλη, και αναρωτηθήκαμε αν θα μπορούσαν να ξαναχτιστούν. Ο επιθεωρητής, πιστός στη δουλειά του, ρώτησε αν ήξερε κανείς πώς ήταν τα κτίρια στ’ αλήθεια. Είχαν φωτογραφίες; Σχέδια; Μετρήσεις; Σχολίασα ότι είχαν ξαναχτίσει κομμάτια της βομβαρδισμένης Βαρσοβίας χρησιμοποιώντας πίνακες του ανιψιού του Καναλέττο, του Μπερνάρντο Μπελλόττο.

«Θα μπορούσες να χτίσεις μια ρέπλικα ετούτου εδώ, τώρα,» είπε ο Ρομπ. «Όχι, σοβαρά, με όλα αυτά τα στοιχεία θα μπορούσες να χτίσεις ένα ακριβές αντίγραφο του Μέιζ Χόου.»

Ηλιοβασίλεμα στο Δαχτυλίδι του Μπρόντγκαρ, Μέινλαντ Όρκνεϊ, 2019, Mike Hume

Ο Ρομπ έμεινε με τους επιθεωρητές, ενώ εγώ έκανα εκείνη την μικρότατη μα και πιο μεγάλη μεταβολή, περνώντας στριμωχτά μέσα από το διάδρομο για να βγω έξω στον κόσμο του ήχου και του κινούμενου αέρα. Ξερά χορτάρια του χειμώνα γνέφανε καταφατικά στο αεράκι. Ο ήλιος είχε πραγματικά και για τα καλά δύσει για μένα· τα σύννεφα στον νότιο ουρανό έλαμπαν ρουμπινοκόκκινα πάνω από τους λόφους. Δεν είχε υπάρξει ούτε έναστρο σκοτάδι ούτε ηλιοβασίλεμα με παιχνίδισμα φωτός. Πίσω στο μαγαζί, ο Άλαν, με τα σκωτσέζικα καρό μπρίκς[3] της Historic Scotland, στεκόταν πίσω από τον πάγκο. Είχαμε μια κουβέντα για την τεχνολογία, για το πώς το εσωτερικό ενός νεολιθικού τάφου μπορούσε να ειδωθεί μέσα από έναν ιστότοπο. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας ντόπιος, που είπε στον Άλαν ότι το σάιτ είχε κολλήσει, ότι θα έπρεπε να τα βγάλουν όλα από την πρίζα και να τα ξαναβάλουν. Τα νοτιοδυτικά σύννεφα είχαν τώρα το κόκκινο του γρανάτη.

Ο Άλαν πήρε τηλέφωνο στον τύμβο, ζήτησε από τον Ρομπ να κουνήσει λίγο την κάμερα του υπολογιστή, και μετά το έκλεισε.

«Τεχνολογία, ε;». Κούνησε το κεφάλι του. «Να σου δείξω τι κάνουμε, όταν χαλάνε όλα;». Διέσχισε το μαγαζί βγάζοντας από ένα ψάθινο καλάθι δύο φρίσμπι, το ένα κόκκινο, το άλλο μπλε. «Αν τα κρατήσω όρθια σ’ εκείνο εκεί το παράθυρο, μπορώ να κάνω σινιάλο στον Ρομπ. Το κόκκινο φρίσμπι σημαίνει: «Μείνε στον τάφο, έρχονται κι άλλοι επισκέπτες». Το μπλε σημαίνει: «Μπορείς να γυρίσεις.»».

Ήταν σχεδόν σκοτάδι, όταν γύρισα στο αμάξι, και οι δύο επιθεωρητές ξεπρόβαλαν από τον τύμβο πηγαίνοντας για το απογευματινό τους. Ο ένας σήκωσε το χέρι του ψηλά για να χαιρετίσει και για μια στιγμή έμοιαζαν σαν αστροναύτες, που έβγαιναν από την κάψουλά τους μετά από μια επιτυχημένη αποστολή.

Γι’ αυτά μιλούσαμε, εγώ κι ο Άλαν. Αν επιβιώσει ο κόσμος, τι θα θεωρούσαν οι άνθρωποι μετά από πέντε χιλιάδες χρόνια άξιο να διασωθεί από την εποχή μας; Κάτι στην κορυφή των ικανοτήτων μας, κάτι που θα εξέφραζε το δράμα της εποχής μας και τις πεποιθήσεις μας. Υπάρχει κάτι, για το οποίο θα έρχονταν από μακριά για να δουν, που θα το έβρισκαν σχεδόν συνταρακτικό; Ο Άλαν είπε ότι δεν θα υπήρχε ανάγκη να έρθουν από μακριά. Μέχρι τότε, θα μπορείς να τα δεις όλα μέσω της εικονικής πραγματικότητας. Όπως τώρα, με όλη αυτή την στερεοφωτογραφία και τη σάρωση με λέιζερ και τη φωτογραμμετρία κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους σου, θα μπορούσες να ανάψεις το PC ή την κονσόλα σου, να βάλεις τα γυαλάκια σου και να περπατήσεις σκυφτός μέσα στο Μέιζ Χόου.

Ο εξοπλισμός για την προσγείωση του Apollo στο φεγγάρι. Εκείνες οι μηχανές σαν πλυντήρια τυλιγμένα με αλουμινόχαρτο, που εκτοξεύθηκαν στο σκοτεινό διάστημα κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της Εποχής του Πετρελαίου. Αυτά πρέπει να κρατήσουμε. Κι ίσως μια υπεράκτια πλατφόρμα εξόρυξης, όπου οι άντρες δούλευαν μέρα νύχτα, πασαλειμμένοι με τα πετρέλαια, για να έχουμε θέρμανση και κίνηση και φως. Αυτό να αφήσουμε να θαυμάσουν στο μέλλον.

Περπατώντας στον στενό δρόμο του Στρομνές, φτιαγμένο τον 18ο αιώνα, ήταν ώρα για μερικά χριστουγεννιάτικα ψώνια. Μπήκα σε ένα παιχνιδάδικο κι έπιασα μια ασημένια πλαστική τιάρα. Της κόρης μου της είχε αρέσει η Βασίλισσα του Χιονιού, θα ξετρελαινόταν μ’ αυτό. Στεκόμενη εκεί στο φωτεινό μαγαζί με την τιάρα στο χέρι μου, γυρίζοντας την για να την κάνω να αστράφτει, σκεφτόμουν το φως. Υποθέτω ότι είχα ελπίσει για ένα παιχνίδι, ένα κόλπο του φωτός στο Μέιζ Χόου. Όχι, παιχνίδι ήταν η λάθος λέξη. Οι χτίστες του τύμβου είχαν κατασκευάσει το πέτρινο κτίσμα για να αφήσουν να περάσει μία μοναδική αχτίδα από το φως του ηλιοστασίου: ήταν το τιθάσεμα ενός φυσικού φαινομένου για έναν ανθρώπινο σκοπό, κάπου μεταξύ τεχνολογίας και τέχνης. Αλλά ούτε τέχνη: δράμα. «Πουθενά», είχε πει ο Τζορτζ Μάκεϊ Μπράουν, «δεν παίζεται το δράμα μεταξύ σκοταδιού και φωτός πιο ξεκάθαρα από ό,τι στον Βορρά». Ένα πολύ αρχαίο δράμα, που κρατάει σχεδόν από τα Νεολιθικά χρόνια. Ήταν αυτοί οι πρώτοι άνθρωποι, αναρωτήθηκα, που άρθρωσαν αυτήν την μεταφορά του φωτός και του σκοταδιού, της ζωής και του θανάτου;

Τότε η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού είπε: «Απολαύστε το όσο κρατήσει». Έγνεψε προς την πλαστική τιάρα. «Η μικρή μου κόρη τα αγαπούσε παλιά αυτά τα πράγματα, όλα αστραφτερά και λαμπερά. Αλλά είναι δεκατεσσάρων τώρα και ντύνεται μόνο στα μαύρα».

Οι επιθεωρητές τελείωσαν τη δουλειά τους πολύ αργά εκείνο το βράδυ και είχαν φύγει με το πρωινό καράβι, αφήνοντας τον τύμβο έτοιμο για το μικρό κοινό των επισκεπτών του ηλιοστασίου. Σχεδόν τους ζήλεψα την ευκαιρία να κινούνται και να δουλεύουν μέσα στην παχιά σιωπή του τμηματικού αυτού κτίσματος. Να περνούν μια δέσμη φωτός πάνω από την πέτρα και να καταγράφουν τον απειροελάχιστο χρόνο που παίρνει για να γυρίσει στην πηγή του. Η ηχώ του φωτός. Οι εξορμήσεις μου στο φως και το σκοτάδι είχαν αρχίσει στραβά. Δεν είχα ούτε δραματικό σκοτάδι, ούτε στη θάλασσα κι ούτε στον τύμβο, και καμία ηλιαχτίδα ανάστασης. Αλλά τα λέιζερ είναι φως, δεν είναι; Ισχυροποιημένο, οργανωμένο φως. Τρύπωσα μέσα στο Μέιζ Χόου για το ηλιοστάσιο, ελπίζοντας για νεολιθική τεχνολογία·  βρήκα τεχνολογία του 21ου αιώνα. Βρήκα ικανούς μάστορες, που ακόμα και τώρα έκαναν μετρήσεις με τον χρόνο και το φως.

Για πέντε χιλιάδες χρόνια χρησιμοποιήσαμε το σκοτάδι ως μεταφορά για την θνητότητά μας. Ήμασταν στο έλεος του ανηλεούς θανάτου, που είναι το σκοτάδι. Όταν πεθαίναμε, έστελναν μια αχτίδα χειμωνιάτικου ήλιου να μπει ανάμεσα στα κόκκαλά μας. Τι τρυφερή πράξη. Την χριστιανική εποχή, μας τοποθετούσαν στους τάφους μας αντικριστά στον ανατέλλοντα ήλιο. Και είμαστε ακόμα θνητοί, ακόμα δεν θέλουμε να πεθάνουμε εμείς οι ίδιοι ή να πεθάνουν τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Γι’ αυτό είχαν χαιρετίσει τόσο εγκάρδια οι επιθεωρητές―αν είχα περάσει κι εγώ δέκα μέρες δουλεύοντας μέσα στο σπίτι των νεκρών, διάολε, θα είχα χαιρετήσει κι εγώ τον κόσμο με χαρά. Δεν έχουμε εξορίσει τον θάνατο, αλλά έχουμε εξορίσει το σκοτάδι. Έχουμε φως, έχουμε πετρελαιοκοιτάσματα, έχουμε ηλεκτρισμό και λέιζερ. Και με το φως που έχουμε φτιάξει, μπορούμε να δούμε ότι υπάρχουν, μεταφορικά μιλώντας, ρωγμές. Προξενούμε καταστροφές. Οι επιθεωρητές, που μελετάνε τον τάφο, δουλεύουν σε μια αγχωμένη εποχή. Βλέπουμε γύρω στον κόσμο, με το φως που έχουμε φτιάξει, και συνειδητοποιούμε ότι είναι ευάλωτος και ότι όλα αξίζουν να σωθούν και κανείς δεν μπορεί να το κάνει, παρά μόνο εμείς. Κι αν όλα πάνε κατά διαόλου, έχουμε τα στοιχεία, μπορούμε να χτίσουμε μια ρέπλικα.

Θα μπορούσα να περίμενα μια-δυο μέρες ακόμα και τότε να πάω μαζί με το μικρό γκρουπ, που θα στριμωχνόταν στον τάφο για το πραγματικό ηλιοστάσιο, αλλά είχα τις προσωπικές μου μεσοχειμωνιάτικες τελετές να τηρήσω. Πάντα βγάζουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο την 21η Δεκεμβρίου και το στολίζουν τα παιδιά. Δεν μπορούσα να το χάσω αυτό. Και υπήρχε και το δείπνο με τους φίλους, για το οποίο ανυπομονούσα. Θα έφευγα την επόμενη μέρα. Είχα ακόμα χρόνο όμως για μια απογευματινή βόλτα.

Τα σπίτια στην άκρη της πόλης είχαν αναμμένα τα φώτα και τις κουρτίνες τραβηγμένες. Πέρα από τα σπίτια, πέρα από εκεί που έφταναν οι κίτρινες λάμπες του δρόμου, βρισκόταν το γήπεδο του γκολφ. Το γήπεδο του γκολφ! Κουρεμένο και πράο την ημέρα, στο σκοτάδι επέστρεφε στην άγρια φύση. Τα απαλά του υψώματα και οι πλαγιές φαίνονταν σχεδόν σαν να ανέπνεαν, να μετακινούνταν σιγά σιγά όλο και πιο κοντά από ό,τι στο φως της ημέρας. Ένας στενός δρόμος οριοθετημένος από έναν πέτρινο τοίχο κι ένα χαντάκι περνάει από τη μέση του και εκεί που τελειώνει ο δρόμος, στην ακτή, είναι μια μεγάλη ψαροκαλύβα με κιούρτους αστακών στοιβαγμένους στην υπήνεμη πλευρά της, και μετά από αυτό: η θάλασσα. Όχι η ανοιχτή θάλασσα, αλλά ένα άγριο πέρασμα μεταξύ δύο νησιών. Κούρνιασα δίπλα στην καλύβα, για να προφυλαχθώ απ’ τον αέρα. Πέρα στη νύχτα βρισκόταν το χαμηλό, κομψό νησί του Γκρέιμσεϊ, με φάρους σε κάθε του άκρη, και πίσω του οι λόφοι του Χόι. Τεράστιοι όγκοι νερού παλεύουν περνώντας το στενό πέρασμα σ’ αυτό το σημείο για να πλημμυρίσουν ή να αποστραγγίσουν το μεγάλο φυσικό αγκυροβόλι του Σκάπα Φλόου. Η φουσκωμένη θάλασσα, ο αέρας, ο όγκος των λόφων στον νυχτερινό ουρανό ήταν, συγχωρέστε με, ένα θαύμα. Υπήρχαν πολύ ήχοι ―αέρας και κύματα― αλλά επίσης ένα σιωπηλό θέαμα φωτός: οι δέσμες από πολλούς φάρους έφεγγαν και έσβηναν δειλά πάνω στο νερό, ο καθένας με τον δικό του παλμό. Τα μονοπάτια, που έφτιαχναν στην μαύρη επιφάνεια της θάλασσας, τη μία υπήρχαν και την άλλη χάνονταν. Εδώ ήταν όλες οι υφές του σκοταδιού: προπύργια γης, μεταβαλλόμενη θάλασσα, σκοτεινός, έναστρος ουρανός και η παρηγοριά των φάρων. Και μακριά, ανάμεσα σε άλλα σκοτεινά νησιά, υψωνόταν ο πυρσός καύσης του διυλιστηρίου του Φλότα. Φέρνουν το πετρέλαιο εκεί από τα υπεράκτια κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας με τάνκερ ή αγωγούς και μέρα νύχτα το πλεονάζον αέριο καίγεται από την καμινάδα, μια πορτοκαλί φλόγα. Τώρα πειραματίζονται με την ενέργεια των κυμάτων, με το να βάλουν γεννήτριες ακριβώς εδώ στην παλιρροιακή μάχη ανάμεσα στα νησιά. Ελπίζουν ότι η θάλασσα μπορεί να παράξει σταθερή ενέργεια, που θα είναι ανανεώσιμη και δεν θα μολύνει. Οι ανεμογεννήτριες είναι ΟΚ, αλλά κάποιες φορές ο αέρας πέφτει. Υπάρχει ο ήλιος, αλλά, όπως ξέρουμε, κάποιες φορές τον κρύβουν τα σύννεφα. Στις παλίρροιες και το φεγγάρι όμως, μπορείς να βασιστείς.

Νήσος του Μπίρσεϊ, Μέινλαντ Όρκνει, 2016, Stuart Croy

Δεν ξέρω αν οι άνθρωποι που τρύπωσαν στο Μέιζ Χόου για το ηλιοστάσιο, ανταμείφθηκαν με μια ηλιαχτίδα. Και αν όντως όταν εμφανίστηκε μέσα, έκαναν ίσως πέρα για να την αφήσουν να περάσει, όπως κάνουμε στην άκρη να περάσει ένας γιατρός σε ένα ατύχημα; Είχα ήδη γυρίσει πίσω στο σπίτι και θα βγαίναμε έξω για βραδινό. Το σπίτι των φίλων μας στην εξοχή ήταν ζεστό και φιλόξενο υπό το φως των κεριών και οι κουρτίνες δεν ήταν τραβηγμένες: αναδείκνυαν την μαύρη νύχτα ακουμπισμένη πάνω στα παράθυρα. Στο ζεστό φως, απολαύσαμε ένα μισο-χιουμοριστικό, συμβολικό γεύμα. Φάγαμε γεμιστές κόκκινες πιπεριές, που συμβόλιζαν, όπως είπαν οι οικοδεσπότες μας, τον ανατέλλοντα ήλιο. Τα κομμάτια καρότου ήταν οι θερμές αχτίδες του και τα πράσινα φασόλια, σε θεαματική παρουσίαση, συμβόλιζαν τους βλαστούς της άνοιξης. Τσουγκρίσαμε στην υγειά μας, γιατί απόψε ήταν η νύχτα του καταχείμωνου, η νύχτα του συνένοχου φιλιού, κι αύριο το φως θα ξεκινούσε την επάνοδό του.

.


 

[1] παραδοσιακός σκωτσέζικος σκούφος

[2] «Μην αφήσεις τον ήλιο να δύσει για μένα»

[3] Παραδοσιακά Σκωτσέζικα ανδρικά παντελόνια

 

Πηγές

https://www.lrb.co.uk/the-paper/v25/n24/kathleen-jamie/into-the-dark

https://mirrors.pglaf.org/3/4/8/1/34816/34816-h/34816-h.htm

https://canmore.org.uk/

https://www.kathleenjamie.com/

https://www.capturesintime.co.uk/

http://www.twiston.com/

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ο Χρήστος Σακελλαρίδης γράφει ποιήματα, διδάσκει Αγγλικά και μεταφράζει. Γεννήθηκε στο Λονδίνο, μεγάλωσε στην Κρήτη, ξαναγύρισε για σπουδές στο Λονδίνο, έκανε μια τριετή στάση στην Σαρδηνία και τώρα μένει στην Αθήνα, αλλά στην πραγματικότητα ζει από μικρός στο δικό του φανταστικό νησί.