Ανάμεσα στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και τον “γνωστό απεργό πείνας” διεξάγεται προφανώς μια αναμέτρηση ζωής και θανάτου. Όμως, κατά έναν διεστραμμένο τρόπο, η αναμέτρηση αυτή θα μπορούσε να αναδείξει νικήτριες και τις δύο πλευρές – όχι με κάποιον “έντιμο συμβιβασμό”, αλλά ακριβώς με την κλιμάκωση μέχρι τέλους.

Και για μεν την κυβέρνηση είναι σαφές πώς. Όσο και αν ένας πυρήνας θρησκευτικότητας μέσα μου με κάνει να πιστεύω ότι τέτοια Ύβρις δεν μπορεί να μην επιφέρει στους αυτουργούς της κάποια μεγάλη συμφορά, ο ορθολογικός εαυτός μου με ανακαλεί στην τάξη, υποδεικνύοντας συγκεκριμένους συσχετισμούς στην ελληνική κοινωνία, συγκεκριμένες κυβερνητικές τακτικές, που από την άποψη της κυνικής επιδίωξης του οφέλους, παρουσιάζουν προφανείς πιθανότητες επιτυχίας.

Όμως ο απεργός πείνας; Πώς μπορεί να βγεί νικητής από ένα στοίχημα που κινδυνεύει να του στερήσει τη ζωή; Απορία που απαντιέται αμέσως, αν αναλογισθούμε (πράγμα δύσκολο, γιατί δεν το βλέπουμε συχνά τριγύρω μας) ότι ο Δημήτρης Κουφοντίνας έχει ξεγράψει τη ζωή του, υποτάσσοντάς την σε μια “ανώτερη υπόθεση”, προ πολλού: από τότε που έπιανε τα όπλα, από τότε που επέλεγε την παρανομία, από τότε που έπαιρνε το ρίσκο ενός αιφνίδιου θανάτου ανά πάσα στιγμή από αστυνομικά πυρά, από τότε που απαρνούνταν την προσδοκία μιας κανονικότητας βίου, από τότε που παρουσιαζόταν στις αρχές για να περάσει τις επόμενες δύο δεκαετίες στη φυλακή.

Εμείς οι υπόλοιποι εξακολουθούμε να τον αντιμετωπίζουμε ως φορέα ατομικών δικαιωμάτων, μόνο που η δική του ατομικότητα είχε πλήρως απορροφηθεί από αυτήν την “ανώτερη υπόθεση” και ενδεχομένως να ήρθε η ώρα (ιδίως μετά την ανάρρηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη) να επιβεβαιωθεί ότι έκλεισε τον κύκλο της η πρώτη για να διασωθεί η δεύτερη. Θέλω να πώ: στον πυρήνα του αγώνα του Δημήτρη Κουφοντίνα δεν βρίσκεται αυτή ή η άλλη σωφρονιστική μεταχείριση ή η προοπτική της αποφυλάκισης κ.ο.κ., αλλά η κατοχύρωση μιας πολιτικής παρακαταθήκης.

Η δική του τακτική δεν θεμελιώνεται στην επίκληση του αστικού κράτους δικαίου, αλλά σε μιαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία ανάδειξης της σαθρότητας και προσχηματικότητάς του. Επιτυγχάνοντας έτσι μιαν εκπληκτική αντιστροφή: δεκαετίες αφότου το εγχείρημά του ηττήθηκε πολιτικά και επιχειρησιακά, ο ίδιος, υπερασπιζόμενος μέχρι τέλους και τη μορφή και το περιεχόμενο των επιλογών του, αποχωρεί μέσα στον ειλικρινή συγκλονισμό μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, που προεξοφλεί ότι δεν θα αργήσουν να φανούν οι επίδοξοι μιμητές. Η κληρονομιά της “17 Νοέμβρη” συναντιέται αίφνης για πρώτη φορά στους δρόμους της πόλης με τις μάζες, στο όνομα των οποίων μιλούσε επί τόσα χρόνια, ενώ πορευόταν όλο και πιο μοναχικά και εμμονικά.

Μέσα σε ένα περιβάλλον που ξελαρυγγιάζεται για την “ιερότητα της ανθρώπινης ζωής”, εννοώντας βέβαια το ακριβώς αντίθετο, όπως απέδειξε και η κυριαρχία της “γυμνής ζωής” μέσα στην πανδημία, ο Δημήτρης Κουφοντίνας φέρνει μια πραγματική στιγμή του ιερού – εξ ορισμού αμείλικτη, θεμελιωμένη στην παραδειγματική θυσία άλλοτε του εχθρού και τώρα του εαυτού.

Αλλά, βέβαια, το “ηθικό πλεονέκτημα” της Αριστεράς, που τόσο πολύ ακούστηκε, κατεξοχήν τις στιγμές που σερνόταν στον βούρκο, ήταν κληροδότημα άλλων γενεών με παραδειγματική αυτοθυσία, η οποία αφόπλιζε ακόμη και τους αντιπάλους. Η μεταπολιτευτική Αριστερά, πάλι, σημαδεμένη από μικρές και μεγάλες ιδιοτέλειες κάθε λογής, δεν ήταν το πραγματικό πλαίσιο που γέννησε τον σημερινό απεργό πείνας, τον τόσο πολύ “παλιακό” από αρκετές απόψεις. Όπως “παλιακός”, ιδίως στα μάτια των δικαιωματικών και αντεθνικιστών υπερασπιστών του, είναι στην πραγματικότητα ο αντιμπεριαλισμός και αντιτουρκισμός του.

Η Ιστορία μας εμπαίζει. Και ο Δημήτρης Κουφοντίνας αυτήν εκβιάζει, όχι τη “δημοκρατία” του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ως εκεί που καταλαβαίνουν, τα αλαλάζοντα γουρούνια του δημόσιου λόγου έχουν λοιπόν ένα δίκιο. Και η νίκη του απεργού πείνας θα είναι εντέλει επί των συμπαραστατών του.  

 

Φώτο: Μάριος Λώλος
(λογοκριμένη στο φβ)

 

.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Διονύσιος Καλιντέρης
Ο Διονύσιος Καλιντέρης γεννήθηκε, ζει και ατυχώς εργάζεται στην Αθήνα. Οι σπουδές του ήταν φιλολογικές. Αρέσκεται να φωτογραφίζει στους δρόμους, να σχολιάζει λοξά την επικαιρότητα και ενίοτε να στιχουργεί, παραδιδόμενος στους πειρασμούς της φόρμας.