Αν σε λύπησα θα πει πως σ’ αγαπώ, Δημήτριε

Δοκίμιο γνωριμίας και αποκατάστασης της μνήμης του Δημήτρη Μορτόγια

 

Πρέπει να ομολογήσω πως το κείμενο αυτό μου προκαλεί στρες καθώς -αν εξαιρέσεις ένα κείμενο στο Αντί του 1977 που γράφει ο επιστήθιος φίλος του, ο αείμνηστος Σπύρος Ασδραχάς- είναι το πρώτο που θα μνημονεύσει έναν άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Δημήτρης Μορτόγιας. Αισθάνομαι λοιπόν μια εύλογη αγωνία για το αν θα καταφέρω έμψυχα να καταπιαστώ με έναν ποιητή φάντασμα, του οποίου γνωρίζω ελάχιστα από τα εξωτερικά γεγονότα του βίου του. Κι αν συνεχίζω να γράφω, το κάνω διότι γνωρίζω την εσωτερική του ζωή, έχοντας ακριβή εικόνα του φειδωλού και ακριβομίλητου έργου του. Γιατί τέτοιο είναι. Άλλωστε ο Δημήτρης Μορτόγιας δεν εξέδωσε κάποιο βιβλίο όσο ζούσε.  Δημοσίευσε απλώς ένα ποίημα στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» το 1964, κι αυτό με ψευδώνυμο. Τα δύο βιβλία του, το ένα με ποιήματα και το άλλο με δοκίμια-ημερολόγια-αλληλογραφία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του (εκδ. Ολκός, 1977).

 

Τα δυσεύρετα αυτά βιβλία ανέβηκαν σε ψηφιακή μορφή από το blog της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Άμφισσας σε μια γενναιόδωρη κίνησή της. Τα «Ποιήματα» κατεβαίνουν από εδώ και το «Δείγμα γραφής» από εδώ.



Ο ΛΟΓΙΟΣ

Τα βιογραφικά στοιχεία που προκύπτουν μέσα από την ανάγνωση του ημερολογίου του και των επιστολών του που βρίσκονται το «Δείγμα γραφής» συνοψίζονται στα εξής: Γεννήθηκε το 1934 στον Πύργο Ηλείας, έκπλήρωσε την στρατιωτική του θητεία βρισκόμενος κατά σειρά σε Σύρο-Γρεβενά-Σμύρνη. Αργότερα θα κινηθεί μεταξύ Αθήνας, Φράιμπουργκ και Βερολίνου για πολυετείς σπουδές κοινωνιολογίας και φιλοσοφίας. Θα συνεργαστεί προσωρινά με τα ιστορικά περιοδικά Εποχές (στο οποίο θα μεταφράσει μαρξιστικά κείμενα) και Οικονομικός Ταχυδρόμος. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια εγκαθίσταται στο Λονδίνο όπου και πεθαίνει στις 5 Μαρτίου του 1975 σε ηλικία 41 ετών. Σε μια νεκρολογία που εντόπισα (εφ. Μακεδονία, 6.3.1975) αναφέρεται πως είχε φυλακιστεί στη χούντα για τη συμμετοχή του στην αντιστασιακή οργάνωση Δημοκρατική Άμυνα. Η σορός του αποτεφρώθηκε και σκορπίστηκε στο Ιόνιο Πέλαγος, στη θάλασσα του Κατάκολου, υπό τους ήχους της εβδόμης του Μπετόβεν.

Ιδεολογικά, θα τον χαρακτήριζα έναν σιωπηλό διανοούμενο, βρισκόμενο στις παρυφές μιας πρώιμης ανανεωτικής αριστεράς, βαθύ γνώστη της δυτικής φιλοσοφίας, την οποία αρεσκόταν να προδίδει για χάρη μιας αθώας και αυθόρμητης οργής προς τις μικροαστικές μάζες:

Χτες έζησα το μίσος του όχλου. Οι ψευδάνθρωποι ανάγουν την πιθηκόπρεπη ουτιδανότητά τους σε αξίωμα και γενικό μέτρο, έτσι που μηδενίζουν κάθε αναψήλωμα. Προστατεύνται λυσσασμένα απ’ την επίγνωση της ευτέλειας τους αρνούμενοι καν την ύπαρξη άλλης παραλλαγής ανθρώπου εκτός απ’ την αφεντιά τους. Η ιστορία, το θησαυροφυλάκιο των μεγάλων εξάρσεων τούς προκαλεί αλλεργία και το πλησιάζουν μόνο για να το κοπρίσουν, και τελική τους παραμυθία η λογική των αριθμών και της επιτυχίας. Ο μικροαστός είναι συνδυασμός από βάθρακα, σκουληκαντέρα, βοδερό και σκατοπούλι. Η ευγένεια της φύσης μάς απάλλαξε από ζωικό είδος τέτοιας αποκρουστικότητας. Στις τερατογονίες ίσως, όταν εκτροχιάζεται η φυσική τάξη, συντίθενται πλάσματα που οι μορφές τους θ’ αποτελούσαν την αισθητοποίηση του μικροαστού» (19.11.1963)

Η ανάγνωση σελίδων από το ημερολόγιο και την επιστολογραφία του πλουταίνει το νου του αναγνώστη. Συναντάμε έναν αδιάκοπο ποιητικό και φιλοσοφικό στοχασμό για διάφορα θέματα της κοινωνικής πραγματικότητας με αρκετές δόσεις σαρκασμού, αν όχι αυτοκατατροφής, διότι δεν άργησε να διακρίνει την «τυμβωρυχία της χρεοκοπημένης ουτοπίας», μαρτυρώντας και τα φυσικά όρια της αντοχής και της αντίστασης. Κατ’ ουσίαν, η ανάγνωση των λέξεων του Δημήτρη Μορτόγια εμπεριέχουν τέτοια ίχνη αγωνίας που η ζωή του συμβολοποιείται και σφραγίζεται πάνω σε ένα νομοτελειακό συμπέρασμα: η απελπισία δεν είναι παρά το ίδιον του αθώου και ανιδιοτελούς ανθρώπου.

Γράφει από το Βερολίνο το 1960:

Αισθάνομαι περιττός. Μελέτησα πολύ ιστορία, ένα απ’ τα λάθη μου. Έψαχνα για φως, για βεβαιότητα, για οδηγητικές νύξεις απ’ το στίβο της ανθρώπινης περιπέτειας, και είδα ένα άσπλαχνο σπαθί, ανένδοτο, να σφυροκοπάει, να τρίβεται και ν’ απολειφαδιάζει απ’ την αντίσταση των κτυπημένων κορμιών. Ανοικτές πληγές, εξαγριωμένα και τρομαγμένα μάτια, τον εκδικητικό σπασμό της επιβολής και τη χαυνωμένη γονυκλισία της παράδοσης. Μισώ τους δυνάστες. Μεθυσμένοι απ’ το θρίαμβο κι απ’ το φόβο της πτώσης, βηματίζουνε και σωφάρουνε με το ύφος επισκεπτών ζωολογικού κήπου π’ αποθαυμάζουν τη δαμασμένη ορμή του θηρίου και την κοροϊδεύουν. Αλλά μισώ και τα θύματα. Τα νευρασθενικά υποκείμενα που τ’ όνειρό τους συνοψίζεται στην αλλαγή των ρόλων. Που καμαρώνουν και δοξολογούν τη βία που τα αποσβολώνει. Εξευτελισμένα, χαμερπή, ναρκωμένα, παρηγοριώνται αγοράζοντας τηλεόραση, κυνηγώντας γύναια ή στις γενναιότερες περιπτώσεις οπισθογραφούμενοι. Ένας ανταγωνισμός που μ’ αφήνει αδιάφορο και μου φαίνεται ξένος. Πώς να σου το εκφράσω. Σχεδόν δε συμμερίζομαι τα πάθη και την κάθαρση του ιστορικού δράματος, ακριβώς όπως δε μ’ αγγίζουν οι ποδοσφαιρικές τιτανομαχίες … Η αχόρταγη φιλοδοξία μου ακούει όσο περνάν τα χρόνια το πένθιμο εμβατήριο ν’ αντιλαλεί εκεί που θα στήνονταν τα τρόπαιά της.

 

Το ατύχημα εδώ είναι πως πρόκειται για αποσπάσματα λόγου καθότι λείπουν αρκετά τμήματα που υπονοούνται με […] και κόβουν τη ροή του πνεύματός του στη μέση. Αυτό σημαίνει πως κάποιος απάντησε στο ερώτημα «ποια είναι τα όρια του Μορτόγια ως ιστορικού προσώπου». Οι άγνωστοι στο κοινό δεν δικαιούνται να φανερώνουν την προσωπική τους ζωή, σε αντίθεση με τους «σπουδαίους» λογοτέχνες, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Σεφέρη και τόσων άλλων, που γνωρίζουμε μέχρι και τις ερωτικές χυδαιολογίες τους. Ας μην είμαστε όμως αχάριστοι. Εκείνος που λογόκρινε τις επιστολές είναι ο ίδιος άνθρωπος που τον διέσωσε από την ακραία λήθη με τις εκδόσεις που πραγματοποίησε. Χωρίς αυτόν, τα κρίσιμα δοκίμια που περιέχονται στο βιβλίο θα σκορπάγανε στον άνεμο. Ειδικότερα, τόσο αυτά για τον Κάλβο και τον Καβάφη όσο και το μορφικά μπενγιαμινικής πνοής (ατελές) διδακτορικό του για το ελληνικό μυθιστόρημα (Το μυθιστόρημα του Μεσοπολέμου. Κοινωνικές ρίζες και κοινωνικό είδωλο),  με το οποίο επιχειρεί τη «σφυγμομέτρηση της νεοελληνικής κακοδαιμονίας», φέρουν μέσα τους μιαν αμίμητη οξυδέρκεια και αποτελούν εκρηκτικά και απαραίτητα αναγνώσματα για τους μυημένους στην ανάλογη θεματολογία. Για παράδειγμα:

 

Ο ηδονισμός του Καβάφη όμως παρουσιάζει την εξής ιδιοτυπία. Είναι περισσότερο βίωμα ψυχικό και λιγότερο βίωμα σωματικό. Ο ηδονισμός του στηρίζεται στην αναπόληση. Η ερωτική σχέση ποτέ δεν διαδραματίζεται στο παρόν. Η μνήμη τροφοδοτεί την αίσθηση καταργώντας το χρόνο. Ένα στοιχείο που ενεργητικοποιεί τις μνήμες είναι η φθορά, και η κορύφωση της φθοράς, ο θάνατος. Ο αισθησιασμός του κατά κάποια άποψη είναι νεκροφιλικός. Όταν ο αγαπώμενος έχει καταρρεύσει ή έχει πεθάνει, ο ερωτικός οίστρος του γιγαντώνεται. Η ηδονή είναι στον Καβάφη και μελέτη θανάτου.

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

«Φιλοι μου αλήτες συναχτείτε» θα αρχίσει ένα ποίημά του. Μα ποιος να τον ακούσει μέσα στην απομόνωση που βρίσκεται; «Η καρδιά μου ένα παράξενο ψάρι / που φωσφορίζει στο βυθό του ωκεανού» θα ξαναπεί. Ποιος να την αντικρύσει; Ουδείς. Κι αν του λείπουν οι συνομιλητές, ο Δημήτρης Μορτόγιας, ένας ποιητής που αντίκρυσε το ζερό, θα συνεχίσει ακάθεκτος από την αυτοεξορία του:

 

«η γέενα του πυρός
ασφαλτοστρώνει την κοίτη του μέλλοντος»


Διαρκώς η γλώσσα του αντλεί εικόνες και φράσεις από το βιβλικό λεξιλόγιο βιώνοντας μιαν αντίφαση: για να αποθεώσει τον ορθόδοξο μαρξισμό και την επανάσταση προσπαθεί να προσβάλει το Θεό με λεξιλόγιο θρησκευτικό: Ο άθεος και παντοδύναμος Μορτόγιας είναι αιχμάλωτος της θρησκευτικής αγωγής του κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων:

 

«Ο Ναζωραίος προσκυνάει τον ίσκιο μου γονατιστός»

 

«Οι Θεοί των αυριανών γενεών
θα μνημονεύουν τα ονόματά μας»

 

«αφού μας διώξανε απ’ τον παράδεισο
θα χτίσουμε τον παράδεισο στη γη».

 

Το θέμα είναι πως η ελπίδα του δεν βαστάει για πολύ. Από το: «Κύριε, μύριοι σταυλίζονται ψοφοδεείς στους ναούς σου» θα καταλήξει να παραδεχτεί σε μια επιστολή στο τέλος της ζωής του πως: «Το μοναδικό βιβλίο που μπορώ να διαβάσω είναι η Αγία Γραφή. Τις σπάνιες μέρες που με θερμαίνει κάποιος θυμός, φτάνω και στον Κάφκα».

Κι αυτό γιατί η αισιοδοξία του για ένα καλύτερο μέλλον προδίδεται από συνειδητοποιήσεις εσωτερικές. Μετρ της αμφισβήτησης ο πολυσπούδαχτος Μορτόγιας, διακατέχεται από αμφιβολίες για το πού οδηγεί η πανεπιστημιακή γνώση, για το τι προοπτικές ανοίγει η δυτική φιλοσοφία αλλά και τον βαθμό αγωνίας που εκφράζει η σύγχρονη μόρφωση. Χαρακτηριστικό του ποίημα τόσο ως προς τη θεματική όσο και μορφικά, που θυμίζει έντονα την έμμετρη λειτουργική του -κατοπινού του- Ηλία Λάγιου πάνω στη χρήση του λόγου, γεμάτη πίκρα και σαρκασμό, στέκει το «Κενό Βαλάντιο»:

 

«Με κενό βαλάντιο
μελετούσε Κάντιο
μ’ ευπατρίδη σπούδαζε πόζα
Σπινόζα.

Δεν είχε δεύτερο βρακί
– Μπλανκί, Μπλανκί –
τ’ άντερο γούρλιζε φυρό
– τον Ντιντερό, τον Ντιντερό –

Καταλάβαινε σωστά τον Κάρολο
και το πιο παράλογο
δεκάωρα τον κώλο του το καθίκι
στρωμένο στη βιβλιοθήκη.

Ξενύχτια, συργιάνια, κορίτσια με ρέγουλο
και ξεφαντώματα με τον Έγελο.

Μάζεψε γνώση
με το τσουβάλι
πού να τη δώσει
πού να τη βάλει.

Τσόντα την τσόντα
δίχως προσόντα
δίχως αβάντα
πιάνει στο τέλος και τα σαράντα

Φίλοι νοικοκυρεμένοι
και στρυφνοί
λένε του μένει
για μια θέση
να θερμοπαρακαλέσει
στο Δαφνί»

Το συγκεκριμένο ποίημα, ένα παιχνίδισμα με το υπαρξιακό αδιέξοδο της εποχής, σύμφωνα με το οποίο «το δέντρο της γνώσης [οδηγεί] στο σχοινί της αγχόνης» είναι το ύστατο ποίημα της ζωής του. Λίγους μήνες μετά πεθαίνει (μάλλον) από έμφραγμα. Είναι φανερό πως ένας πένθιμος και καταθλιπτικός οραματισμός τον έχει ρουφήξει μέσα:

 

«Τις δειλινές ώρες
απαγχονίζονται τα ηλιοτρόπια»

«οι βρυχηθμοί των σαλπιγγοφόρων
ταγμάτων του Εωσφόρου
κάλεσαν τους δικαίους σ’ αυτοχειριασμό»

«ο λόφος είναι σπαρμένος με κρανία
όπως η ακρογιαλιά με κοχύλια»

«Χάρε, δεν έχω να πληρώσω τα πορθμεία».

 

Παρόλη την εσωτερική αποξένωσή του δεν χάνεται μέσα σε δωμάτια ανιστόρητα, γεμάτα με ανεπικοινώνητη αυτοαναφορικότητα. Καθόλου δεν συμβαίνει αυτό. Είναι στιγμές που νιώθεις πως απευθύνεται στο παρόν που ζούμε:

 

«Γένος εξελίξιμο
λιγοψυχάει με ψύλλου βήξιμο;»


Παραθέτω ενδεικτικής αγωνίας αποσπάσματα, από ποιήματα κατά βάση ατελή, καθότι μόνο 7 από τα 47 ποιήματα και παραλλαγές τους που δημοσιεύονται στο βιβλίο έχουν -κατ’ ομολογία του- λάβει οριστική μορφή.

 


Έστω κι έτσι, γίνεται φανερό πως η αυτοεξορία του και η επιλογή του να ζήσει μακριά από την Ελλάδα έχει λόγο και αιτία αφού:

 

«τα κύματα αλυσόδεσε η διαλεχτή μου ράτσα»

 

«Φυγάδες τα κύματα
διασχίσανε της Ερυθράς θαλάσσης,
να καταθέσουν ένσταση
προστάζει τους τσουτζέδες ο Τέλης Ωνάσης»

 

 

Ο ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ

Εδώ τελειώνουν τα αυτοτελή ή ημιτελή ποιήματά του και μπαίνουμε σε μια παράξενη λογοτεχνική ζώνη που τιτλοφορείται «Ύλη για ποιήματα», το τελευταίο μικρό κεφάλαιο του βιβλίου.

Θα περίμενε κανείς πως εδώ έχουμε να κάνουμε με σκόρπιες σημειώσεις του Μορτόγια, με στίχους, σκέψεις και προσχέδια ατάκτως ερριμένα. Όμως το εργαστήριο του μυαλού του δεν είναι ένα τυπικό ποιητικό εργαστήρι. Με έκπληξη διαπιστώνουμε πως εδώ βρίσκεται κάτι μοναδικό.

Τα προσχέδιά του είναι άρτια πεζά, λυτρωμένα από την αναγκαιότητα της φόρμας, γραμμένα σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας και αναμφισβήτητα εδώ συναντούμε τα αριστουργήματά του. Πρόκειται για έργα προφητικών διαστάσεων, σπάνιας καλλιτεχνικής αξίας και μοναδικής παραληρηματικής πνοής.

Γιατί αν τα επίσημα ποιήματα του φλερτάρανε πότε με τον σουρεαλισμό και την αλληγορία, πότε με τον λυρισμό και το πεισιθανάτιο συναίσθημα, εδώ πλησιάζονται όλα τα ύφη της γραφής του, και εισβάλλουμε μέσα στον εφιάλτη:

 

«Κάθε λαρύγγι κι ένα απύθμενο στόμιο ηφαιστείου ξερνάει πύο. Λαβές τανάλιας τα μόρια τ’ αγέρα αδράχνουν και συνθλίβουν τη σάρκα, κονιορτοποιούν το κρανίο. Τα μαύρα πουλιά κτυπάν τις στέγες. Οι χυμοί των δέντρων, το αίμα στις αρτηρίες πετρώνουν, στεργιώνουν τα ρεύματα των νερών. Όπως μέσα στο μνήμα αποσυντίθενται τα κορμιά στην ατμόσφαιρα, τα σπλάχνα ξεχυμένα απ’ τ’ αφάλι απλώνονται στην άσφαλτο, πρωτότυπα ριπίδια στη θέση των προγονικών ούρων. Μαύρα πουλιά σκίσαν τον ορίζοντα. Ποια μάτια θα τα δουν, αν έρθουν πάλι.»

 

«Τα λόγια αδελφώνανε τους ανθρώπους την εποχή των δεινοσαύρων⋅ στα χρόνια των αυλοκολάκων, των απατεώνων, των λακκόπρωκτων, των λαγώφθαλμων μινοταύρων, τους χωρίζουν σαν στρατιωτικά παραγγέλματα»


Φαίνεται πως η διάλυση της πρόζας συνιστά την ποιητική του Μορτόγια. Θαρρείς πως η λογοτεχνική θυσία είναι ο συναισθηματικός δρόμος προς την ποίηση για εκείνους που καταφεύγουν στην ποίηση για να βρουν έναν τέλειο σύντροφο στην αυτοκαταστροφή.

 

Ο ΦΥΓΑΣ

Δεν ξέρω αν κατάφερα να  μνημονεύσω εύστοχα τον Δημήτρη Μορτόγια, παραθέτοντας κάποιες ενδείξεις από τη ζωή και το έργο του. Νιώθω όμως πως 50 χρόνια άγνωστος είναι υπερβολικά πολλά. Ή μήπως αξίζουμε ως κοινωνία τη λησμοσύνη του;

Ο Μορτόγιας μόνο επιφανειακά κατατάσσεται σε κάποια λογοτεχνική γενιά καθώς η ουσιαστική γενιά του, στόφα Τραϊανού, δεν συγκροτείται με βάση τις χρονολογίες, είναι υπεριστορική. Άνθρωποι περαστικοί, φορτωμένοι με τη βάσανο της οξυδέρκειας, εμφανίζονται σε κάθε εποχή και ταλαιπωρούνται στο ασφυκτικό παρόν σαν τα φίδια όταν διασχίζουν την καυτή άσφαλτο του Ιουλίου. Ο χρόνος κυλάει ως άθροισμα στιγμών κινδύνου. Η γενέθλια οδύνη τους δεν τους επιτρέπει να φιλοδοξούν, δεν καταπιάνονται με την τέχνη για να κυνηγήσουν διακρίσεις. Δημιουργούν απλώς για να μπορέσουν απλώς να αναπνέουν.

Ο Δημήτριος Καπετανάκης, σε μια κρίση αυτοκτονίας κατά την οποία ένιωθε «έξω από τον κόσμο» άρχισε να γράφει το περίφημο δοκίμιό του για τον Ρεμπώ. Δέκα μέρες έγραφε χωρίς διακοπή για να κρατηθεί στη ζωή. Και τα κατάφερε, παραδίδοντας σε μας μια σπάνια αρπαγή στιγμών από την κόλαση του ανθρώπινου είδους.

Δεν αναφέρω τυχαία τον Καπετανάκη, τον άλλον αδικοχαμένο των νεοελληνικών γραμμάτων. Στα μάτια μου μοιάζει με έναν δίδυμο αδελφό του Μορτόγια όσον αφορά τις συνθήκες ζωής: σπουδές στη Γερμανία, επιστροφή στην Αθήνα, διαμονή και θάνατος στο Λονδίνο, εντρύφηση στη φιλοσοφία του Καρλ Γιάσπερς, συγγραφή δοκιμίων και ποίησης, εκδόσεις μετά τον θάνατό τους, είναι κάποιοι κοινοί τόποι. Μα ο κυριότερος είναι η αιφνιδιαστική φυγή πάνω στο άνθος της παραγωγής τους, αφήνοντας πίσω τους πολλές πνευματικές εκκρεμότητες.

Με λίγα λόγια, μιλώ για ανθρώπους που ταλανίζονται από τάσεις φυγόκεντρες, που αποχωρούν μονίμως από τους συνωστισμούς και τις δημόσιες σχέσεις, επιζητώντας την ακοινωνησία έτσι ώστε να μην προδώσουν την ακεραιότητά τους. Οδεύουν προς μια προσωπική ειρήνη, ακόμη κι αν αυτή ονομάζεται: εξορία.

Τέτοια η στόφα του Δημήτρη Μορτόγια. Όπως:

 

«των αστυνόμων ξέφυγαν
οι τροχιές των αστέρων»


έτσι και αυτός ξέφυγε από τις ποντικοπαγίδες της ιστορίας. Σκοπός του η επίπονη αδιαφορία για την δικαίωση. Κι αυτό γιατί είχε απόλυτη γνώση του βρώμικου παρελθόντος της ιστορίας για να αφεθεί με αφέλεια στις αγκάλες της ή να καταδεχτεί τους ασπασμούς της.

Ακόμη κι αν 50 χρόνια άγνωστος μοιάζουν υπερβολικά πολλά για τον Μορτόγια, σκέφτομαι πως ίσως η λήθη να αποτελέσει κάποτε το απόλυτο κριτήριο που οδηγεί στην δικαίωση των ανθρώπων αυτών, που αποχώρησαν απ’ τη ζωή με την πεποίθηση πως «τα κοχύλια θα αισθανθούν την έλλειψή τους» και πως αυτή θα είναι η επιβράβευσή τους.

Ήδη ακούω την ιστορία να φωνάζει από κάπου: «αν σε λύπησα θα πει πως σ’ αγαπώ, Δημήτριε». Και μετανιώνω αυτό το κείμενο.

 

Σαμσών Ρακάς
26-28 Ιουλίου 2021

 


Υστερόγραφο: η γνωριμία μου με τον Δημήτρη Μορτόγια οφείλεται εξ ολοκλήρου στην Αγγελική Ιονάτου (Angélique Ionatos), μια αθέατη πρέσβειρα της ελληνικής ποίησης στο γαλλικό κυρίως κοινό, φορέας μιας εντυπωσιακής αίσθησης του ρυθμού, ένα αερικό με σκελετό, που έφυγε από τη ζωή στις 7 Ιουλίου 2021. Στον εντυπωσιακό δίσκο της «Η παλάμη σου» του 1979 μελοποιεί δίπλα στον Ελύτη, Αναγνωστάκη και Καβάφη, δύο βαθύπνοα ποιήματα του Μορτόγια από την «Ύλη» του. Το ομώνυμο, με τον εντυπωσιακό εναρκτήριο στίχο: «Η παλάμη σου η πλατύτερη απ’ το στερέωμα» και το διαρκώς επίκαιρο: «οι ταχυδακτυλουργοί δε μας διασκεδάζουν μας κυβερνούν». Ακούγεται με τη δέουσα προσοχή: