Όπου έχουν εγκαθιδρυθεί σχέσεις εξουσίας, ένα αποτελεσματικότατο μέσο ελέγχου του αντικειμένου χειραγώγησης είναι η παροχή της επίφασης μιας κάποιας θέσης υπεροχής, προκειμένου να μένει ευχαριστημένο και, κατ’ επέκταση, φιμωμένο· ούτως ώστε να μην τολμήσει ποτέ να αντιδράσει, διακυβεύοντας έτσι τη μακροβιότητα της θέσης του εξουσιαστή.

Μεταφέροντας αυτή τη συνθήκη στο πλαίσιο της γαμήλιας συμφωνίας του συγκεκριμένου έργου, γραμμένου εν έτει 1879, διερωτάται κανείς αν μια βιαστική εξαγωγή συμπερασμάτων υπέρ μιας γυναίκας-θύματος είναι, τελικά, και τόσο απλή υπόθεση, καθώς φαίνεται ότι το παιχνίδι της επικράτησης παίζεται και από τις δύο πλευρές. Στην πουριτανική κοινωνία των τελών του 19ου αιώνα όπου η σύναψη γάμου θεωρούνταν η φυσική κατάληξη της ενηλικίωσης, με τον άντρα να κατέχει θέση αρχηγού του νοικοκυριού και τη γυναίκα να υπακούει πιστά στα κελεύσματά του, το να «επαναστατήσει» η τελευταία ορμώμενη από ένα αίτημα ουσιαστικής επικοινωνίας ανάμεσα στο ζευγάρι, μακριά από τη διάχυτη υποκριτικότητα που όριζε τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής, θα καταδικαζόταν ως ακατάληπτο και σκανδαλώδες.

Υπό αυτή την έννοια, πέρα από ένα πρώτο ερμηνευτικό επίπεδο της εξέτασης του θεσμού του γάμου και της πατριαρχίας με την οποία ήταν τότε αναπόσπαστα συνδεδεμένος (όπως και τώρα, σε πολύ μεγάλο βαθμό), μια προσεκτική ανάγνωση του έργου μάς παρακινεί να διακρίνουμε και μία ακόμη –εξίσου σημαντική– νοηματική παράμετρο, που σχετίζεται με την αναζήτηση –από την πλευρά της γυναίκας–αυθεντικότητας και ειλικρίνειας κατά τη διάρκεια μιας συμβίωσης μπολιασμένης με τα μικρόβια της ρουτίνας της καθημερινότητας και του κάλπικου καθωσπρεπισμού του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος.

Βέβαια, ο βαθμός «επαναστατικότητας» εντός αυτής της ασφυκτικά περισταλμένης συνομιλίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου διαφέρει από άτομο σε άτομο και έχει, επίσης, να κάνει με τη θέση του καθενός στην κλίμακα της ιεραρχίας. Κατά συνέπεια, ο Τόρβαλντ είναι πολύ απίθανο να αποκηρύξει τα προνόμια της «ζηλευτής» του θέσης στην τράπεζα χάριν μιας ζωής απαλλαγμένης από συμβάσεις, παραχωρώντας ταυτόχρονα στη σύζυγό του ζωτικό χώρο ελευθερίας έκφρασης και κινήσεων. Από την άλλη μεριά, η Νόρα, που είναι επιφορτισμένη «μονάχα» με τα καθήκοντα της ανατροφής των παιδιών και της ψυχαγωγίας του ισχυρού συζύγου της –σαν μια καλοκουρδισμένη αρκούδα, αναγκασμένη να συμμορφώνεται με τον εφιαλτικό ήχο του ντεφιού που βαράει ο δυνάστης της–, μπορεί αρχικά να απολαμβάνει την πληθώρα των υλικών αγαθών με τα οποία προσπαθεί να την κρατά ικανοποιημένη ο «αφέντης του σπιτιού», επιζητώντας συνεχώς όλο και περισσότερα και εις βάρος του «προμηθευτή» της καθώς το κενό μέσα της όλο και μεγαλώνει, ξεσπά λίγο πριν καταλήξει πλήρως απορροφημένη από τη ρουφήχτρα του «ζωτικού της ψεύδους».

My husband is happy, my children are happy. Everybody is happy. It’s Christmas, we are happy!

Τότε ο «νόμιμος» κυρίαρχος, πανικοβλημένος με την πιθανότητα κοινωνικής κατακραυγής και οριστικού στιγματισμού της οικογένειάς του, την παρακαλεί να αλλάξει γνώμη αναλογιζόμενη, πρωτίστως, «τι θα πει ο κόσμος». Ο ίδιος άνθρωπος, που αρχικά την εξευτέλισε αφαιρώντας της αυτόβουλα την ικανότητα σωστής διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους με το που αποδείχθηκε η «ηθική της κατάπτωση» και καταδικάζοντάς την σε οικιακή απομόνωση, αλλάζει γνώμη όταν η πανούργα πλοκή αποφασίζει να τον ξεγελάσει, φανερώνοντας στα μάτια της συζύγου του την κίβδηλη κανονικότητα στην οποία ήταν παγιδευμένη τόσα χρόνια.

Τάσος Δήμας, Σοφία Χιλλ, Αντώνης Μυριαγκός στην παράσταση «Νόρα» | Φωτογραφίες: Johanna Weber, Κατερίνα Τζιγκοτζίδου

Ο Θόδωρος Τερζόπουλος, με πολύτιμο εργαλείο του τη γνωστή του μέθοδο της «ομιλούμενης σωματικότητας» όπου οι κινήσεις των –άψογα καθοδηγημένων– ηθοποιών ζωγραφίζουν κωδικοποιημένες εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς, κατορθώνει και πάλι να δημιουργήσει μια εξαιρετική, σχεδόν μυσταγωγική παράσταση. Έχοντας αυτή τη φορά την ευρηματικότητά του συνοδοιπόρο και στη σκηνική σύνθεση, μας παραδίδει μία εγκατάσταση που αντανακλά εύστοχατο διχασμένο Εγώ των χαρακτήρων, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Οι περιστρεφόμενες ασπρόμαυρες πόρτες, θυμίζοντας σεντούκια που σταδιακά αποκαλύπτουν εφιαλτικά μυστικά, ή και πιάνο, που ενίοτε ξεβράζει τον –συμβατό με τα ξεθωριασμένα ήθη της εποχής–ήχο του «Γαλάζιου Δουνάβεως» του Γιόχαν Στράους, γίνονται άλλοτε βορά στα νύχια των ηρώων που προσπαθούν να τις ροκανίσουν σαν λυσσασμένα ποντίκια, κι άλλοτε φαύλες σανίδες σωτηρίας περιτυλιγμένες από θραύσματα σωμάτων, που φωνάζουν την απόγνωσή τους στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τον δαίδαλο της ετερονομίας τους.

Στο ίδιο μοτίβο της υπαρξιακής αγωνίας, ο μονότονος ήχος του ρολογιού παραπέμπει στην αδυσώπητη κλεψύδρα που επιτάσσει δράση στο εδώ και τώρα· κι όποτε διαβλέπει τάσεις αναβλητικότητας, παίρνει την κατάσταση στα χέρια της θέτοντας το μηχανισμό της ωρολογιακής βόμβας σε λειτουργία, ανεξαρτήτως τιμήματος. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης διασκεύασε το κείμενο έχοντας στραγγίξει από αυτό το πυρηνικό ζουμί του για χάρη της οικονομίας του λόγου και της ανάδειξης των ουσιωδών νοημάτων του, συντέλεσε στη δημιουργία μιας παράστασης με καταιγιστικές εναλλαγές εικόνων και συναισθημάτων από την αρχή μέχρι το τέλος.

Το οποίο συνίσταται σε τι;… Είναι δυνατό να δοθεί επίλογος σε αυτή τη «διαρκή κόλαση»; Στην περίπτωση της Νόρας, το ριζικό ξεπουπούλιασμα των κατάμαυρων στρώσεων δηθενισμού, που την κρατούσαν σε ασφαλή απόσταση από «επικίνδυνα» ιδανικά ανθρωπινότητας (άκρως συμβολικό το περίτεχνο ένδυμα της «εξόδου» της), σηματοδοτεί τη μετάβασή της προς ένα τρομακτικό, πλην όμως αυτεπίγνωτο, Άγνωστο· ένα σταυροδρόμι διαρκούς ροής, έστω και θανατερής, που τη λυτρώνει από τον σάπιο συντηρητισμό της κουκλίστικης φυλακής της.

«Miracle!…»

 

 

 

«Νόρα», στο θέατρο Άττις έως και τις 16/01/22


Περισσότερες πληροφορίες για ημέρες παραστάσεων θα βρείτε εδώ.

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κατερίνα Γεωργαντζίκη
Η Κατερίνα Γεωργαντζίκη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε επικοινωνία, πολιτισμό και εργασιακές σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Warwick της Μεγάλης Βρετανίας, θέατρο στη δραματική σχολή του Νέου Ελληνικού Θεάτρου του Γιώργου Αρμένη και πιάνο/ανώτερα θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών και στο Δημοτικό Ωδείο Καλλιθέας. Έπειτα από μία επτάχρονη διαβίωση/οριακή επιβίωση στη ρουφήχτρα των πολυεθνικών εντός και εκτός συνόρων, ασχολείται πλέον επαγγελματικά με την επιμέλεια κειμένων και ερευνητικά με «τα ευρύτερα φιλοσοφικά» της, όπως της αρέσει να τα αποκαλεί.