Του Αυτοδίδακτου Ζωγράφου και Χαρτογράφου Σωτήρη Ζήση

Λαϊκή Ζωγραφική απ' τα Στενά της Σαλονίκης

 

Παράδοξο κι αιφνιδιαστικό φαινόμενο της λαϊκής δημιουργίας κι επινοητικότητας του περασμένου αιώνα, ο Σαλονικιός ζωγράφος, τυπογράφος, χαρτογράφος κι εφευρέτης Σωτήρης Ζήσης γεννήθηκε το 1902 στην κωμόπολη Κουλακιά (σημερινή Χαλάστρα) της Θεσσαλονίκης και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της πολυάσχολης βιοτής του στο άστυ της συμπρωτεύουσας. Εκπαιδευμένος αρχικά, από τα εφηβικά του χρόνια, ως τσιγκογράφος (ειδικός των τσίγκινων κλισέ της τυπογραφίας) στο τυπογραφείο “Ερμής” της Σαλονίκης, ο Ζήσης θα κατασταλάξει στην ωριμότητά του στα γραφεία της εφημερίδας “Μακεδονία”, στην οποία θα εργαστεί και θα παράσχει από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 ένα μεγάλο σύνολο χαρτών και σχεδίων για την εικονογράφηση των ενημερωτικών άρθρων και την επιμόρφωση των αναγνωστικού κοινού.

“Χειμωνιάτικο Νυχτέρι με Ωραία Παραμύθια της Γιαγιάς” (1970)

 

Καθόλα αυτοδίδακτος χαρτογράφος και γραφίστας, ο Ζήσης θα παραγάγει επίσης μεγάλο αριθμό υδρόγειων σφαιρών, φτιαγμένων εξολοκλήρου από τον ίδιο και της κόρες του στο προσωπικό του οικιακό εργαστήρι, οι οποίες και πωλούνται στα βιβλιοπωλεία των μεγαλουπόλεων. Το 1953, μάλιστα, αποκτά δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια δική του εφεύρεση, το “Σύστημα”, μηχανισμό αναπαράστασης της κίνησης της Γης γύρω απ’ τον Ήλιο. Η τύποις επαγγελματική καριέρα του Ζήση θα λήξει με τη συνταξιοδότησή του στα τέλη της δεκαετίας του 1960, καθώς ο ίδιος έχει ήδη αρχίσει ν’ αποκτά τα πρώτα σκιρτήματα αναγνώρισης για μιαν άλλη ακόμα πτυχή του ανοικονόμητου ταλέντου του, αυτήν της ζωγραφικής δημιουργίας.

 

“Ο Ψαράς” (1974)

 

“Μάγκας στη Σαλονίκη” (1975)

Το εικαστικό έργο του Ζήση, αναθρώσκοντας με το χρώμα, τη ζωηράδα και το σπιθοβόλημα της καθημερινής και πολύβοης ζωής, εντάσσεται τυπικά και ουσιαστικά στον ιστορικό άξονα της Λαϊκής Ζωγραφικής, των ατομικών εκείνων δημιουργών που αποτέλεσαν παραδείγματα μιας μη-θεσμικής, μη-ακαδημαϊκής καλλιτεχνίας, αποκλίνοντες απ’ την τετριμμένη χρηστικότητα των πρακτικών αναγκών, μα όντες και σ’ αγεφύρωτη απόσταση με τις καθοδηγίες του αστικού βιρτουοζισμού και δημοφιλίας. Το αυτονόητο παράδειγμα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ στα καθ’ ημάς, η περίτρανη τελικά πορεία του Ανρί Ρουσσώ στις γαλλικές κι ευρωπαϊκές γκαλερί, ο Γεωργιανός ομότεχνος Νίκο Πιροσμάνι, όλοι τους αποτέλεσαν πηγαίες αφορμές ενός ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, ρομαντικού μα κι αναμφίβολα ειλικρινούς, προς τις ελευθερίες, αισθητικές κι ανθρώπινες, που υποσχόταν και επιφύλασσε η τέχνη σε κάθε της ξεχωριστή μορφή.

 

“Πρωτομαγιά” (1976)

Στους πίνακες του Ζήση απαντώνται δύο μεγάλες θεματικές κατηγορίες, ώς ένα σημείο αυθαίρετα διχοτομημένες, αυτή των πατριωτικών, ιστορικών και εθνικών αναπαραστάσεων από τη μία (με σκηνές του Μακεδονικού Αγώνα, της Αρχαίας Τραγωδίας, της Εθνικής Απελευθέρωσης κ.ά.), και η λαογραφική–θυμητική θεματολογία από την άλλη, με εξαιρετικές και πολύτιμα λεπτομερείς απεικονίσεις του πρώιμου αστικού βίου και της αγροτικής ζωής των αρχών του 20ού αιώνα. Αν πιστέψουμε το σχόλιο του Ηλία Πετρόπουλου (που στάθηκε δυστυχώς αδύνατον να ταυτοποιήσουμε) για τον ζωγράφο, πως μόνον αυτός έσωσε μια γνήσια εικόνα του προπολεμικού υπόκοσμου της Σαλονίκης, η σημασία και η έλξη που ασκεί η λαογραφική πολυχρωμία του Ζήση αποκτά μια βαθύτερη διάσταση.

“Λεμονάτα μπουζ γκιμπί – Παραλία Θεσσαλονίκης” (1973)

Ένα από τα χαρίσματα, τρόπον τινά, των αυτόνομων κι επίμονων δημιουργών αυτού του είδους (είτε επιλέξουμε να τους πούμε ναΐφ, πριμιτιβιστές, νεότερους φολκλορικούς, ή οτιδήποτε άλλο) είναι η ευχέρειά τους να εστιάσουν σε ζητήματα “ευτελή” για το σπουδαγμένο σινάφι ή τις σφύρες των πλειστηριασμών, θέματα που στύλωσαν την προσοχή τους για τον αποκλειστικό λόγο του προσωπικού ενδιαφέροντος και εμμονής, άσχετα από μόδες κι ευπαρουσίαστες κατευθύνσεις. Η εντόνως μοναχική πορεία, επιπλέον, που τέτοιοι καλλιτέχνες συνήθως διαγράφουν, παρά τη διαρκή τους ενασχόληση με τον καμβά, παρέχει έξοχη επίσης ευκαιρία για το στίλβωμα των ιδιορρυθμιών στις οποίες τόσο συχνά αποδύονται.

Έτσι και ο Ζήσης, δράττοντας τον χρωστήρα σε προχωρημένη ηλικία, καθήμενος στα πιτσιλωτά σκαμπό μ’ απίστευτη υπομονή και γούστο, επικεντρώθηκε σε μία άξαφνα λαμπερή κι εγκάρδια απεικόνιση των άγκιστρων της μνήμης και του κόσμου που πλησίστια είχε διατρέξει.

“Γάμος στο Ρουμλούκι” (1975)

Πληροφορίες και στοιχεία του άρθρου αντλήθηκαν από τα περιοδικά “Διαγώνιος” (τ. 5, 1966), “Εύτυπον” (τ. 13–15, 2005) καθώς και από το ιστολόγιο sotiriszisispaint.  

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Ο Μάρκος Μέσκος διασώζει τους ανώνυμους δημιουργούς της Θεσσαλονίκης

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ο Σάββας Κοκκινίδης γεννήθηκε το 1991 στην Κοζάνη και είναι απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Εργάζεται ως μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.