Η προσμονή μοιάζει με μια γλυκιά κοπέλα που διατηρείται πάντα νέα (αν είναι ποτέ δυνατόν). Στην πραγματικότητα, ροκανίζει τη ψυχή σου απαλά, φροντίζοντας όμως ν’ αφήνει πάντα χώρο για όνειρα. Τα ροκανίσματά της μοιάζουν με απλωτές μέσα σε μια ήσυχη θάλασσα, δημιουργούν ομόκεντρους κύκλους που ξεκινούν απ’ το κέντρο ακριβώς της καρδιάς και μεταδίδονται διαδοχικά σ’ όλο το σώμα.

Το σκέφτομαι αυτό τα πρωινά που βγαίνω για κολύμπι. Ζω σ’ ένα παραθαλάσσιο μέρος, χαμηλά βουνά περιβάλλουν τους διαδοχικούς κόλπους γύρω απ’ τους οποίους εκτείνονται τα σπίτια του οικισμού μας. Όλα τα σπίτια, αλλά και τα μαγαζιά, έχουν χτιστεί κοιτώντας προς τη θάλασσα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους κάδους σκουπιδιών ή τα υπαίθρια πάρκινγκ. Όλα κοιτάζουν προς τη θάλασσα. Δεν υπάρχει άλλο μέρος να κοιτάξει κανείς εδώ, παρά μονάχα η θάλασσα. Στο καφενείο του χωριού, φαντάζεστε εύκολα που είναι στραμμένες όλες, μα όλες, οι καρέκλες. Αν κανένας ξένος ή περαστικός καθήσει έχοντας την πλάτη γυρισμένη προς τη θάλασσα, κοιτάζοντας κατά την ενδοχώρα, γίνεται αυτοστιγμή ο περίγελος όλων. Δεν έχουμε μάτια παρά μονάχα για όσα βλέπουμε μπροστά μας, σκέφτομαι τα πρωινά που βγαίνω για κολύμπι κι απλώνονται απέναντι μου, καρτερικά και ήσυχα, τα χαμηλά βουνά. Περιορίσαμε τον τόπο μας σε μια λωρίδα γης, το χειρότερο όμως είναι ότι περιορίσαμε το βλέμμα μας. Για τα βουνά αυτά, τα χαμηλά, έχω φτάσει να νιώθω μια ανείπωτη συμπόνια και κάθε φορά που τα κοιτάζω αισθάνομαι σα να εκπέμπουν μια αύρα παραπόνου, μια πέτρινη καρτερικότητα, μια προσμονή. Ίσως το μπόι τους να φταίει γι’ αυτήν την τρομερή αδιαφορία. Ίσως αν ήταν ψηλά, αυτό που λέμε «ψηλά βουνά», τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Τότε, ίσως να ήταν κατάφυτα από έλατα, πέτρινα και ξύλινα καταλύματα θα είχαν φτιαχτεί, οι άνθρωποι θα άνεβαιναν ως εδώ τις Κυριακές και τις αργίες, όλο και κάποιο χιονοδρομικό κέντρο θα είχε ίσως χτιστεί και τότε τα βουνά θα ήτανε πόλος επισκεπτών, θα έχαιραν άλλου σεβασμού εκ μέρους των κατοίκων. Αλλά αυτά τα ταπεινά βουνά, δεν έχουνε παρά μονάχα ελιές κι αμυγδαλιές, κανάς βοσκός μετά βίας περιδιαβαίνει τα μονοπάτια τους, ενώ οι λίγοι κάτοικοι που είχαν απομείνει εγκατέλειψαν οι περισσότεροι από καιρό τα σπίτια τους.

Το σκέφτομαι αυτό τα πρωινά που βγαίνω για κολύμπι. Όσο κολυμπώ, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ ότι μπορεί εγώ να βρίσκομαι στην αγκαλιά της θάλασσας, αλλά κι αυτή με τη σειρά της βρίσκεται στην αγκαλιά αυτών των τρυφερών βουνών που την περιβάλλουν απ’ άκρη ως άκρη. Χαμογελώ στη σκέψη πως τα βουνά, τελείως σοβαρά εκ πρώτης όψεως, με βλέπουν από μακριά κι ίσως χαμογελούν κι αυτά με τη σειρά τους κοιτάζοντας εμένα, μια τόση δα κουκκίδα να σχίζω κάθε μέρα τα νερά. Μπορεί και να τους λείψω αν ξαφνικά ένα πρωί αποφασίσω να μην εμφανιστώ, κι ας είναι τόσο συνηθισμένα στην απουσία.

Γι’ αυτό, επειδή το βλέμμα μου τ’ αγκάλιαζε τόσο συχνά, ένιωσα να φτάνουν ως εμένα αυθόρμητα τα κύματα της φιλίας τους και θέλησα κάποια στιγμή να μάθω τ’ όνομα τους. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να απευθυνθώ στους ντόπιους για τους οποίους λέγεται ότι γνωρίζουν τον τόπο τους σαν την παλάμη του χεριού τους. Κανείς όμως δεν ήξερε να μου πει το όνομα των βουνών, μονάχα πως τα λένε μεταξύ τους, μου είπαν, «Μαυροβούνια».

Το «μαύρο», και δει ως πρόθεμα, δεν είναι χρώμα, ούτε και όνομα, ούτε ιδιότητα ψυχής, όπως πολλοί νομίζουν, μα ένδειξη περιφρόνησης. Έτσι, παρά το γεγονός πως τα βουνά αυτά είναι πράσινα και άρα ζωντανά, στα μάτια των ντόπιων μοιάζανε έρημα, νεκρά κι αμελητέα.

Στο μεταξύ εγώ, είχα αρχίσει να ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο και έκανα συχνά ερωτήσεις. Δε ρώταγα μόνο πως λέγονταν τα μέρη αυτά, εκείνα τα βουνά, μα πως μπορούσε άραγε κανείς να φτάσει ως εκεί. Υπήρχε δρόμος για να τα περιδιαβείς;

Έχουν αρχίσει πια να με περνούν γι’ αλλόκοτη. Μα αν μιλώ τόσο για τα βουνά είναι γιατί δεν θέλω παρά να τα παρηγορήσω, να τα γλυκάνω απέναντι στην τόση αδιαλλαξία. Άλλωστε, τα καταλαβαίνω τόσο καλά. Έχω κι εγώ τόσα να πω.

Η προσμονή το βλέμμα κάποιου να στραφεί πάνω μου, με τρελαίνει.

 

Νάνσυ Αγγελή
Εύβοια, καλοκαίρι

 

.

Εικόνα: Κωνσταντίνος Μαλέας, Τοπίο παραθαλάσσιο, 1918-1920

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
H Νάνσυ Αγγελή συχνάζει στο διαδίκτυο. Διαβάζει, γράφει και μεταφράζει από τα αγγλικά, τα ελληνικά και τα ισπανικά. Έχει εκδόσει δυο συλλογές διηγημάτων και έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες για το μικρό διήγημα. Στον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, γράφει και μεταφράζει. Contact info: nancyangeli1@hotmail.com