Οι ταινίες επιχορηγούνται από τα ινστιτούτα. Τα φεστιβάλ επιχορηγούνται από τα ινστιτούτα. Οι καλλιτέχνες επιχορηγούνται από τα ινστιτούτα. Τα ινστιτούτα χειραγωγούν τα πάντα. Έτσι θα ήταν δόκιμο πλέον να αντικαταστήσουμε τη λέξη τέχνη με τη λέξη ινστιτέχνη. Για αυτό κι όλες οι ταινίες, όλα τα βιβλία, όλες οι παραστάσεις που παράγονται στην πλειοψηφία τους είναι βαρετές-βαρετές-βαρετές. Είναι βαρετή η ινστιτέχνη. Berg! Ότι παράγεται σ’ αυτή νουθετείται από τεχνοκρατικές σχέσεις συνεργασίας, θεσμικές νομιμότητες, κοινωνικές εγκυρότητες. Ευαγγελικές βαρβαρότητες! Berg! Αλλά πώς αλλιώς να ήταν; Εννοώ, θα όφειλε να είναι αλλιώς; Berg! Το τι προϊόν παράγεται είναι αδιάφορο. Αρκεί να παράγεται και να τίθεται προς κατανάλωση. Το ευδαιμονικό ιδεώδες και berg! Πείτε ότι έκλεινε ένα τυχαίο ινστιτούτο τέχνης, ας πούμε το Stavros Niarchos Foundation Cultural Center, το τίμημα θα ήταν χιλιάδες άνθρωποι χωρίς δουλειά. Καλλιτέχνες, διοικητικοί υπαλλήλοι, curators, κριτικοί χωρίς θεάματα να κρίνουν, αρχιτέκτονες, κηπουροί, φωτιστές, stage managers, ταξιθέτριες, σεκιουριτάδες, τηλεφωνήτριες, μύδια – στρείδια όλοι στο δρόμο. Ενώ ποιο το τίμημα ενός βαρετού έργου; Berg! Αν έχει και κοινό να το χειροκροτεί, ας είναι καλά η πλήξη. Οπότε ο κανόνας πάει κάπως έτσι: όλοι για το ινστιτούτο, και το ινστιτούτο για το χρήμα. Όσο υπάρχει υπάρχει χρήμα κι άντε να αμφισβητήσει κανείς την ποιότητα του προϊόντος. Berg κι όλα νοικοκυρεμένα δηλαδή. Χαμογελαστοί και οι νοικοκύρηδες.

Στον αντίποδα της ινστιτέχνης τι; Μικρότεροι χώροι, αυτοαποκαλούμενοι ως ανεξάρτητοι-αυτοδιαχειριζόμενοι. Που είναι όμως η ανεξαρτησία τους; Berg! Θεωρητικά αναλαμβάνουν να στεγάσουν το έκπτωτο καρπούζι του underground που δε βρίσκει χώρο στον κήπο της ινστιτέχνης. Αλλά είναι αυτό που συμβαίνει στ’ αλήθεια; Berg! Δε θα συναντήσεις ούτε εδώ καμιά φοβερή ανιδιοτέλεια. Για τη βιωσιμότητά τους, για τη μεγένθυσνή τους, για το ναρκισισμό τους, για όποιο πράγμα θες, σπεύδουν να συνδέσουν τη λειτουργία τους με κυρίαρχες ιδέες και κυρίαρχους προβληματισμούς της εναλλακτικής διανόησης. Για αυτά που κάποιος μπορεί να νοιαστεί. Για το έργο; berg! Αν στη μόδα είναι το κουήρ, ο φεμινισμός, η αλληλεγγύη, το μεταναστευτικό, τότε κι ο αυτοδιαχειριζόμενος χώρος σπεύδει να γίνει πρέσβης του ενός ή του άλλου. Ό,τι παρουσιάζεται λίγο πολύ κωλαρακοποιείται σ’ ένα στενό ιδεολογικό πλαίσιο. Αν οι ιδέες ισχυροποιούνται, berg! ισχυροποιείται το κίνημα, ισχυροποιείται η αίσθηση του «ανήκειν» στην κοινότητα, berg! ισχυροποιείται κι ο χώρος. Αυτό μετράει. Όμως εξαιτίας αυτής της πρακτικής οι περισσότεροι ανεξάρτητοι – αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι τείνουν γρήγορα προς την γελοιότητα. Όποια ιδέα κι αν πρεσβεύουν, ασθμαίνει μπροστά στην αντίστοιχη ιδέα που πρεσβεύουν τα ινστιτούτα, που δεν είναι άλλη απ’ το οικουμενικό χρήμα.

Δεν είναι μόνο λίπος, εντάξει! Ανιδιοτελείς, ρομαντικοί, όπως θέλετε πείτε τους, υπάρχουν. Με τόσο θάνατο πώς να μην υπάρχει ρομαντικοποίηση άλλωστε; Berg! Είναι σπάνιες όμως αυτές οι πρωτοβουλίες. Δηλαδή πρωτοβουλίες που ενδιαφέρονται για το έργο τέχνης χωρίς να το τσουβαλιάζουν εδώ κι εκεί. Αλλά κι αυτές οι πρωτοβουλίες, αιθεροβάμονες, που να βρουν πρόσφορο έδαφος! Berg! Γρήγορα οδηγούνται στη μοναξία και την εσωστρέφεια κι έπειτα αναγκάζονται στον κυνισμό και τη μιζέρια.

Μπορεί η έννοια του θεατή να παραμένει πολύπλοκη, και λίγο πολύ να παραμένουν ακόμα και σήμερα αδιευκρίνιστες οι ευαισθησίες και οι σχέσεις που αναπτύσσει ένας θεατής μ’ ένα έργο, δε μπορώ όμως να ισχυριστώ το ίδιο και για την έννοια του κοινού. Για αυτό το λόγο τα ινστιτούτα μπορούν να αναπαράγουν βαρετά καλλιτεχνικά πρότυπα ανενόχλητα. Για αυτό οι ανεξάρτητοι χώροι επιβουλεύονται προς όποια κατεύθυνση γουστάρουν τα έργα που παρουσιάζουν. Berg! Επειδή κανείς δε νοιάζεται. Το κοινό είναι νεκρό. Berg! Ένα ρητό λέει· πιο εύκολα πηγαίνεις ένα νεκρό σώμα όπου θέλεις παρά ένα ζωντανό.

Το ότι κανείς δε νοιάζεται ωστόσο δεν είναι και κάποια συμφορά! Δεν κουβαλάει η τέχνη καμιά τρισκατάρατη κατάρα! Λίγο πολύ την ίδια αδιαφορία συναντάμε παντού. Στην τέχνη  η αδιαφορία μας δίνει μια διαφάνεια, που αποκαλύπτει τα κίνητρα αυτών που ασχολούνται μαζί της. Είναι ανάγκη καριέρας; Είναι οικονομικοί λόγοι; Είναι λόγοι κοινωνικοποίησης για εύκολο σεξ; Είναι ανάγκη έκφρασης; Είναι λόγοι επιστημονικής έρευνας; Όλα παίζουν, κι όλα φαίνονται. Το σίγουρο είναι ότι αυτοί που μας  ενδιαφέρουν, οι πρωτόγονοι της έκφρασης, θα βρουν τον τρόπο. Είτε δουλεύουν 10ωρα στο ταχυδρομείο, είτε έχουν όλο το χρόνο δικό τους σαν μια απέραντη άβυσσο, το καλλιτεχνικό αποτύπωμα θα βρει τον τρόπο του. Μ’ ένα πενάκι, με μια κουρελού κάτι θα γίνει. Τι κι αν όλα είναι σκατά, τι κι αν το κοινό δε νοιάζεται, τι κι αν η τέχνη ανήκει στα ινστιτούτα, αν θέλει κάποιος να εκφραστεί όλα αυτά τα ‘χει χεσμένα! Αν κάποιος θέλει να εκφραστεί θα εκφραστεί! Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι ένας καλλιτέχνης χρειάζεται άπειρο χρόνο κι άπειρα χρήματα. Καλό είναι να έχεις ότι έχεις και  ίσως ναι χρειάζεται πολύς χρόνος για να γράψεις την Ιλιάδα, αλλά δεν είσαι και υποχρεωμένος να τη γράψεις. Το να δημιουργείς, στην αθώα πλευρά, σημαίνει σε μεγάλο βαθμό να συνδυάζεις αυτά που έχεις. Κι ο χρόνος δεν εξαιρείται!

Το αν μπορεί να υπάρξει οικονομικός βιοπορισμός μέσα απ’ την τέχνη είναι ένα αγκάθι που πάντα συζητιέται. «Η τέχνη δεν έχει λεφτά», θ’ ακούσεις συχνότατα. Berg! Είναι καλό να κατανοήσουμε πώς η εμπορεύσιμη αξία του έργου δεν καθορίζεται απ’ το ίδιο το έργο. Απ’ τη στιγμή που ο κόσμος δεν αγοράζει ταινίες, cd’s, δε στηρίζει παραστάσεις σε ελεύθερους χώρους με την ίδια αμεσότητα που αγοράζει τα καπνά του ή τις πατάτες του, πώς θα μπορούσε να είναι οικονομικά βιώσιμη η τέχνη; Είναι ξεκάθαρο πώς η τέχνη δεν είναι λαϊκή. Έχει απομακρυνθεί απ’ αυτή τη πλευρά. Και κάθε άλλο παρά αναγκαία φαντάζει.

Κάθε έργο ώστε να πουληθεί έχει ανάγκη ένα σωρό τυχάρπαστους «πωλητές» και ενδιάμεσες επιχειρήσεις που είναι άσχετες με την ιδιοσυγκρασία του έργου. Berg! Ακόμα κι αν ένας καλλιτέχνης φτάσει στο σημείο να αμοίβεται καλά από το έργο του, στο μεταξύ ένα σωρό άλλοι, τυχαίοι κι άσχετοι, πλουτίζουν στην πλάτη του. Berg! Πολύς πλούτος λέμε! Αρκεί να δει κανείς αυτή την αναντιστοιχία κι αμέσως ο επαγγελματικά καταξιωμένος καλλιτέχνης μετατρέπεται σ’ έναν βλαμμένο με ηλίθιο χαμόγελο. Berg!

Οπότε πάλι στα ίδια. Αδιάφορο κοινό και berg! Χωρίς κοινό πώς να υπάρξει βιώσιμη τέχνη; Αν θέλετε, όσοι κάτι φτιάχνετε, όσοι με κάτι ασχολείστε, μπορείτε να δοκιμάσετε ένα παράδειγμα που δοκιμάζω αρκετά συχνά. Μπορείτε να πάτε σε κάποιον τυχαίο άνθρωπο, ας πούμε στον περιπτερά της γειτονιάς σας, σ’ ένα αγόρι που παίζει μπάλα στο διπλανό σχολείο, σ’ έναν περαστικό στο δρόμο και να τον ρωτήσετε, «θα προτιμούσες να σου χαρίσω όλες μου τις ταινίες ή 10 φαλάφελ/σουβλάκια;». Σχεδόν όλοι, αν όχι όλοι, θα σας πούνε τα σουβλάκια. Προσωπικά έχω πληρώσει έτσι αρκετά σουβλάκια, αναγκασμένος να τα αφαιρέσω απ’ τη διατροφή μου. Μία φορά μόνο θυμάμαι μια γειτόνισσα που την έκανα χάζι και με έκανε χάζι στη σχετική ερώτηση να απαντάει «τις ταινίες», αλλά κατάλαβα πώς όταν πρόφερε τη λέξη «ταινίες» κάτι άλλο εννοούσε. Berg!

Αν πάλι το θάρρος σας δε σας επιτρέπει κάτι τέτοιο, μπείτε απλά σε μια οποιαδήποτε αίθουσα τέχνης και σκεφτείτε σε τι διαφέρει από ένα οδοντιατρικό συνέδρειο; Σ’ ένα οδοντιατρικό συνέδρειο θα δείτε αποκλειστικά οδοντιάτρους, άντε και καμιά φαρμακευτική εταιρεία, ή καμιά εταιρεία που παράγει σχετικό εξοπλισμό. Το ίδιο γίνεται και στην αίθουσα τέχνης. Κριτικοί θεάματος, άλλοι καλλιτέχνες και curators. Άνθρωποι που συνδέονται εμπορικά με τη συγκεκριμένη αίθουσα, φίλοι και συγγενείς των συμμετεχόντων, άνθρωποι που θέλουν να συνδέσουν το lifestyle τους με το lifestyle της αίθουσας τέχνης είτε αυτή είναι ινστιτούτο είτε αυτοδιαχειριζόμενος χώρος. Κάποιοι άλλοι ίσως κάνουν κάποια σχετική ιστορική έρευνα στο τάδε αισθητικό ύφος. Berg και καμπάνες! Ένα απίστευτο γαϊτανάκι διαπλεκόμενων και γουαναμπί διαπλεκόμενων! Ελάχιστοι θα επισκεφτούν το έργο χωρίς κάποια προφανή σκοπιμότητα, κι αν υπάρχουν είναι η εξαίρεση. Η περιέργεια για εξερεύνηση, η πίστη της ψυχαγωγίας, η προσδοκία της -ας την ονομάσουμε- μαγικής εμπειρίας έχουν εξαλειφθεί οριστικά από τις ιδιότητες του έργου τέχνης.

Όλα αυτά σημαίνουν το θάνατο της τέχνης; Berg! Ασφαλώς και όχι. Γιο της πουτάνας λέγαν τον Ζενέ. Το Νιζίνσκυ τον κλείσανε στο άσυλο. Η Πιθαρνίκ την έκανε μ’ ένα κοκτέιλ μαγικά κουμπάκια. Στο τυχαίο σπίτι υπάρχουν κρυμμένα κάτι εκατοντάδες τρελαμένα φωτογράμματα. Γράμματα που θα σου κόψουν την ανάσα σ’ ένα τυχαίο μπαούλο. Κοινώς, αυτός που είναι να κάνει αυτό που θέλει να κάνει θα το κάνει ακόμα και να το στείλουνε σ’ άλλο πλανήτη. Ούτως ή άλλως από εκεί έρχεται! Berg! Έτσι είναι το ύφασμα! Κι αφήστε τα ινστιτούτα, τις κολλεκτίβες, τους καριερίστες και τους αιθουσάρχες να κόπτονται για τους ουραγούς και για την κορνίζα στον τοίχο.

 

εικόνα εξωφύλλου: “τα κόπρανα του καλλιτέχνη” του Piero Manzoni (1933-1963)

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ο Γιώργος Ευθυμίου ζει στην Αθήνα. Κάνει ταινίες από το 2011. Βλέπει, παίζει, γράφει, διαβάζει (https://kioythings.blogspot.gr). Με το Pugnant Film Series διοργανώνει προβολές του παγκόσμιου ανεξάρτητου κινηματογράφου από το 2017. Όποιος κι αν είναι ο χώρος είναι αουτσάιντερ.