Πόλη και πάλι πόλη

 

Σιχάθηκα την αττική μας φύση.
Το Στρέφη, το Λυκαβηττό και το Φιλόπαππο
τον Κήπο μας τον Εθνικό
με τις χαζόπαπιες και με τις βαρετές χελώνες
και προπάντων
το Πεδίον του Άρεως
με τα δεντράκια του στημένα σαν σε μνήματα.

Σιχάθηκα τις πλατείες, τα παγκάκια, τα περίπτερα
τα τέικ εγουέι και τα κλικ όβερ δέαρ
μα πιο πολύ σιχάθηκα τα ντελίβερυ βιβλίων
– μην τολμήσετε και μου ξαναφέρετε βιβλία σπίτι.
Τι τα περάσατε;
Πίτσες;

Σιχάθηκα τα δωμάτια και τα μπαλκόνια
που μαζευόμασταν
δυο – δυο
τρεις – τέσσερις
και λέγαμε τα χάλια μας.

Σιχάθηκα την άδεια για μετακίνηση – σωματική άσκηση
και τον προαυλισμό που τον είπαν ανακατάληψη δημοσίων χώρων.

Να στοιβαχτούμε πάλι σα σαρδέλες
στα μέσα μαζικής μετακίνησης
να τρώμε αγκωνιές
να ζέχνουν τα χνώτα τού διπλανού μας
να στάζει ο ιδρώτας του πάνω μας ποτάμι.

Να χωθούμε στα μαγαζιά με τα ηχεία τέρμα
να φωνάζουμε χωρίς ν’ ακουγόμαστε
να τρώμε στη μάπα τον απαγορευμένο καπνό τού άλλου
να μας ποτίζουν μπόμπες
και να μας γδύνουν ζαλισμένους
να βρίσκουμε κατσαρίδες στη σαλάτα
κι άψητη τη μπριζόλα
και να κάνουμε σαματά.

Να πάμε στις χειρότερες παραστάσεις
και να βγαίνουμε χασκογελώντας με τα σκηνοθετικά ευρήματα
να πάμε σε λάιβ
και να μη βγαίνουμε ζωντανοί απ` τη βαβούρα
να πάμε σινεμά
κι ο πισινός μας να τρώει τσιπς στ` αυτιά μας
να πάμε και καμιά εκκλησούλα
και να μοσκοβολάει η ναφθαλίνη των πιστών.

Να γεμίσει το Σύνταγμα τουρίστες
με σελφοκόνταρα σηκωμένα
σαν μην πω τι.

Να ξαναδώ επιτέλους και την ασχήμια σας
– μια χαρά σάς βόλεψαν οι μάσκες
ούτε παραγγελιά να τις είχατε.

Να ξαναγίνει η Αθήνα η πιο βρώμικη πόλη τού κόσμου.

Μόνο με τη βρωμιά της θα τη βγάλουμε καθαρή.