23.05.19

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΦΥΓΑΝ ΑΠ' ΤΟ ΧΕΡΙ;

12 Αναγνώστες μας, απαντούν στο ερώτημα που τους θέσαμε

Κωνσταντίνα Γεωργαντά

από χαρτί κι αέρα

Το κορμί του μεστό όπως η πρώτη μας ανάμνηση. Aσαφές όπως η μοίρα της μνήμης. Mια βαθιά δύναμη που μας τραβούσε σε ελλειπτική τροχιά

ουρανός
και πάλι χώμα
σώμα

η πιο βαθιά ανάγκη για ομορφιά     που χάνεται     ποτέ    για να βρεθεί                       να χάνεται     να γυρνά                      στα λάθη τα σωστά.

Κι ας ήταν γεμάτος λάθη. Ο σκελετός οι ραφές τα μπαλώματα. Κάθε χρόνο καινούριες.

Με στραμμένα τα μάτια πέρα και την καλούμπα αμολημένη ήμασταν μαζί εκείνα τα πρωινά
ένα σύνολο που δούλευε σωστά
ένα σώμα με τόσα και τόσα λάθη ακόμη μπροστά.

                                                                                     Μα κάτι πάντα ζύγιαζε σωστά.

Ίσως η θέληση για τους αιθέρες.                                         Ίσως και τα λάθη να ’ταν σωστά.

 

Είναι καιρός τώρα που έπαψα να ψάχνω αφορμή κι εκείνος σαν να χάθηκε
στην άκρη του ματιού μου.

 


 

Φώτης Θαλασσινός

Ιπτάμενο Χαλί

Δεν νομίζω να έχω πετάξει ποτέ μου χαρταετό. Πάντα, όταν ήμουν παιδί, τον πετούσε ο πατέρας μου ή κάποιος άλλος συγγενής μου. Εδώ στο νησί τα πατροπαράδοτα έθιμα θέλουν τους ντόπιους -τη συγκεκριμένη Δευτέρα- να εξορμούν σε κάποια απ’ τα μεγάλα μας δάση. Ή σε κάποια φιλόξενη και πλατιά παραλία. Στήναμε ευωχίες στο δάσος της Πλάκας ή στο άλλο της Παναγιάς της Τσουκαλαριάς. Από παραλίες επιλέγαμε αυτές της Καρδάμαινας, του Μαστιχαρίου, της Κεφάλου. Γλέντια κανονικά και όσο πιο πίσω στον χρόνο τόσο πιο διανθισμένα με χαρακτηριστικά απ’ την ελληνική κουλτούρα. Σ’ αυτές τις επισκέψεις στις μεγάλες ανοιχτωσιές και τους πλατιούς ορίζοντες, βρίσκαμε και τον ουρανό εκπτυχωμένο σ’ ένα κατάλληλα ανεμοδαρμένο ή υπήνεμο χώρο για να υποδεχτεί τις πτήσεις των χαρταετών. Πάντα δίπλα στον ενήλικα που πετούσε τον αετό, το σώμα μου παλλόταν σαν να τον πετούσα ο ίδιος. Όταν γκρεμιζόταν ο αετός διπλωνόμουν, όταν εξακοντιζόταν, σαν βίαια, προς τα ύψη, τανυζόμουν κι εγώ λες και θα τον έφτανα. Το σώμα μου ήταν εύκαμπτο και πάντα με την πλαστικότητα  ενός πρόσγειου χαρταετού. Ενός χαρταετού που χάρη στον επιδέξιο χειριστή του περιπλανιόταν, υποθετικά, με την χάρη του ανάμεσα στις μεγάλες οικογένειες των εκδρομέων. Το σώμα μου σταθεροποιούνταν όταν ο αετός έφτανε σε κάποιο δυσθεώρητο -για τα παιδικά μου μάτια- ύψος. Καθώς ξεμάκραινε, τόσο πιο βέβαια γινόταν και η επιβίωση του στους αιθέρες. Τότε τα μάτια μου γίνονταν ανήσυχα. Ακόμη και νηνεμία να επικρατούσε, ένιωθα την ανασφάλεια της απρόβλεπτης ριπής του αέρα που θα κατατρόπωνε τον χαρταετό στη γη. Έβλεπα την ουρά αυτής της παράξενης ανθρώπινης κατασκευής και το βλέμμα μου την ακολουθούσε στον ανατολίτικο χορό της. Το παράδοξο είναι ότι τώρα σκέφτομαι και επινοώ τί θα μπορούσε να μου θυμίζει ο χαρταετός στον ουρανό της παιδικής μου ηλικίας… αν τότε είχα τη σημερινή μου φαντασία. Η ουρά του θα μπορούσε να μοιάζει και με λυσίκομα μαλλιά κόρης μοναχικής αγνάντια της θάλασσας. Ή  με την παιχνιδιάρικη ουρά μαργιόλας γάτας της αυλής μου. Μια φορά μόνο έφυγε ο χαρταετός μου, την ώρα που αδόκητα τέλειωσε το σχοινί που τον κρατούσε. Εκείνη την Καθαρά Δευτέρα τον χειρισμό του είχε αναλάβει ένας θείος μου. Μετά την «ανεξαρτησία» του χαρταετού, τον έβλεπα να πετάει με συγκεχυμένο πέταγμα μέχρι που δεν τον έβλεπα. Πού να πήγε άραγε; Τί υπάρχει πέρα απ’ την ικανότητα του ανθρώπου να δει; Εκεί ξεκινά η μαγεία και η τωρινή πρόσκληση για την  απάντηση του χαμού αυτού του υπέροχου παιχνιδιού αποκτά κάποιο νόημα.  Τώρα πια ξέρω ποιά είναι η κατάληξη των χαμένων χαρταετών. Από συναδελφική αγάπη συναντιούνται σε κάποιο σημείο του διαστήματος όλοι μαζί και συνενώνονται σ’ ένα τεράστιο πολυποίκιλο σε υλικά ιπτάμενο χαλί. Και το χαλί αυτό υπάρχει για όλους εμάς που η πραγματικότητα μας τσάκισε και θέλουμε ένα μέσο για τα ταξίδια μας στα σύννεφα και τις νύχτες.

 


 


Γιώργος Θάνος

Εκείνη την ημέρα έκανε πάντοτε ψύχρα, κι αν έβγαινε έπειτα ήλιος, ήτανε βαρύς και χλωμός, όλο δόντια. Όταν ξεκινούσατε από το σπίτι, τα δημοτικά φώτα δεν είχανε ακόμη σβήσει, στο βάθος, πέρα από το λιμάνι, ράγιζε η νύχτα κι ο πατέρας τυλιγόταν στην κίτρινη πατατούκα του · εσύ έχωνες τα χέρια σου στις τεράστιες τσέπες του, να τα ζεστάνεις. Όταν ξεχνιόσουν και τα έβγαζες έξω, κοκκίνιζαν και παππουδιάζανε από το παγωμένο αγιάζι που κατέβαζε το βουνό.

Τα Κούλουμα για σένα αρχινούσανε από τις βάρκες, όπου σε κατέβαζε ο πατέρας για να διαλέξετε τα Σαρακοστιανά. Τριγυρνούσατε ανάμεσα στα κόκκινα πλαστικά καφάσια και στα τεράστια ψάθινα πανέρια σοβαροί σοβαροί, σα να πηγαίνατε σε δημόσια υπηρεσία ή σε γιατρό. Ο αέρας κουβαλούσε ιώδιο, ανοιχτή θάλασσα, πετρέλαιο και μπενζίνα μαζί · στ’ αυτιά σου μπλέκανε τραχιές οι φωνές των ψαράδων, το γρίτσι γρίτσι που ‘κανε το λάστιχο από τις γαλότσες στο βρεμένο τσιμέντο και τα βραχνά μπουζούκια από τα τρανζιστοράκια, τα μάτια σου θάμπωναν οι γκαζόλαμπες και στο στόμα σου έμενε η γλύκα από την αχνιστή λαγάνα. Η μάνα σου όλο γκρίνιαζε που τις τσούρνευες το καλό ψωμί – έκοβε συνήθως τη φαγωμένη άκρη, μ’ ένα μαχαίρι, να μη φαίνεται.

Στην απέναντι του λιμανιού, η καταβρεχτήρα ανακάτευε ότι είχε ξεμείνει από το καρναβάλι της προηγουμένης: χαρτοπόλεμο, σερπαντίνες, τσιγκάκια από μπύρες, θρύψαλα από εικοσιπενταράκια, που και που και καμιά περούκα. Το σπίτι σας βρισκόταν σε ένα παράδρομο της παραλιακής οδού, εκεί που άρχιζε το λιμάνι, πολύ πριν τις καφετέριες και τα ξενοδοχεία. Κάθε αποκριάτικη νυχτιά άκουγες από μακριά, μέσα στον ύπνο σου, να στριγγλίζουνε τα λάτιν από τα ηχεία και δεν κρατιόσουνα να μεγαλώσεις.

Οι βαριεστημένοι εργάτες που μαζεύανε, καθαροδευτέρα πρωί, τα θρύψαλα της γιορτής σε μεγάλες μαύρες σακούλες σου προκαλούσανε μεγάλη ταραχή. Ώσπου να γυρίσετε σπίτι φορτωμένοι τα νηστίσιμα, η μέρα είχε αρχίσει να κακοφορμίζει, η κυριακίλα της σε δάγκωνε πλέον άσχημα. Όρεξη πλέον για ταραμά και καλαμαράκια δε πολυέβρισκες, τσιμπολογούσες ανόρεχτα τη λαγάνα με λίγο χαλβά · όσο έπιανε απόγευμα, η διάθεσή σου βάραινε σα μολύβι.

Από μέρες στο έμπα της πόλης πουλούσανε οι γύφτοι τους χαρταετούς – κάθε χρονιά, έλεγες, θα ‘τανε η χρονιά σου, θα πετούσες με τ’ αγόρια αητό. Το απόγευμα, όσο οι γονείς σου κοιμόντουσαν ζαλισμένοι από τα τσίπουρα, κοίταζες ζουφωμένος από το μικρό μπαλκονάκι κόκκινα, κίτρινα και πράσινα σημαδάκια πέρα μακριά, κατά τη μεριά του Δημοτικού Πάρκου, τους αητούς που ποτέ δεν πέταξες.

Σήμερα, καθ’ οδόν για τα τριανταπέντε, θυμήθηκες για κάποιο λόγο εκείνη τη χρονιά που ένας αητός, στολισμένος με τα χρώματα της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης σου, σκάλωσε σε ένα γιαπί απέναντι από το σχολείο σου: μήνες τον δέρνανε, πρώτα η βροχή, έπειτα ο αέρας, τέλος η ζέστη, μέχρι που ήρθε και ξεθώριασε, άσπρισε σα σάβανο. Καλά γνωρίζεις μέχρι τώρα, ξέρεις απ’ την καλή μα κι απ’ την ανάποδη, τι γίνονται οι χαρταετοί που μας φεύγουνε από το χέρι.

 


 

Χριστίνα Ιωάννου

Αερόστατο 

Μια τεράστια μπάλα από χρώματα με κίτρινη ουρά είχε κάτσει επάνω στον κορμό της ελιάς. Η Αζίζα δεν πίστευε σε αυτό που έβλεπε. Το μισό της στόμα χαμογέλασε σαστισμένα και τα μάτια της στρογγύλεψαν. Μπήκε τρέχοντας στη σκηνή και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα επέστρεψε τραβώντας με το ένα χέρι τον αδερφό της, Εκράμ, και δείχνοντας με το άλλο το τεντωμένο πανί.
«Ήρθε το αερόστατο!»
Ο Εκράμ απόρησε. Περπάτησε σκυφτός και βαρύς προς το δέντρο και κοίταξε προσεκτικά το πανί. Το ακούμπησε και ένα κόκκινο κομμάτι τού έμεινε στο χέρι. Της το έδωσε.
«Είναι χαλασμένο», είπε και περπάτησε προς στη σκηνή.
«Δεν είναι. Θα μας πάει σπίτι από τον ουρανό!»
«Εδώ είναι το σπίτι»
«Στο παλιό σπίτι!»
«Το παλιό δεν υπάρχει Αζίζα, τα έχουμε πει αυτά»
«Υπάρχει.» φώναξε η Αζίζα. Τα μάτια της μίκρυναν και γέμισαν νερό. Κοίταξε τα λασπωμένα της παπούτσια, έσφιξε στο χέρι της το κόκκινο ύφασμα, τού γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε.
Ο Εκράμ κοίταξε τη μικρή να απομακρύνεται ανάμεσα σε σκηνές, κοντέινερ και συρματοπλέγματα. Είδε την κοτσίδα της να εξαφανίζεται πίσω από τη σκηνή και θυμήθηκε την ίδια κοτσίδα να διασχίζει χοροπηδηχτή τα δωμάτια και τους τοίχους που πια πλακώνουν τους γονείς του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και απέβαλε τον μακρινό αέρα από μέσα του. Στάθηκε και κοίταξε την πολύχρωμη ελπίδα. Έπιασε την ουρά του χαρταετού και την τίναξε προς τα πάνω. Το πανί κουνήθηκε ελεύθερο. Το ξέμπλεξε σιγά σιγά από τα κλαδιά και το άπλωσε στο έδαφος προσεκτικά, αποφεύγοντας τις λάσπες. Ξήλωσε τους κρίκους και τα ζύγια και άφησε μόνο το ύφασμα και τους άξονες. Εκτός από την τρύπα που άφησε το κομμάτι κόκκινο πανί, το υπόλοιπο ήταν σε καλή κατάσταση. Πήρε δυο καλάμια από τη χαλασμένη καλαμωτή δίπλα στο συρματόπλεγμα. Πήρε μία λεκάνη από τη σκηνή και όσες φωτογραφίες είχαν επιβιώσει το ταξίδι.
Όταν η Αζίζα επέστρεψε, το δέντρο ήταν πάλι δέντρο αλλά μπροστά του έστεκε ένα μικροσκοπικό αερόστατο. Κοίταξε τον Εκράμ εκστασιασμένη κι αυτός της έκανε νόημα να μπει. Κάθισε σταυροπόδι στο μπλε λεκανάκι που συνήθως χρησιμοποιεί για να πλυθεί και πέρασε τα χέρια της ανάμεσα από τα σχοινιά. Το αερόστατο ήταν τόσο μικρό που το μπαλόνι χτυπούσε το κεφάλι της.
«Πρέπει να βάλεις το κεφάλι σου μέσα στο μπαλόνι για να μπορέσεις να ταξιδέψεις» της είπε κι αυτή πέρασε το μικρό της κεφάλι μέσα από την τρύπα στο πολύχρωμο παρελθόν.
Άνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε σε τέσσερα πρόσωπα στο σαλόνι, χάιδεψε το κεφάλι της Σάγια, έσβησε τα κεράκια από την τούρτα γενεθλίων με τον αριθμό έξι, κάθισε με τη μαμά και τον μπαμπά στο τραπέζι της κουζίνας, βοήθησε τη γιαγιά να μαγειρέψει και λιάστηκε στην αυλή του σπιτιού κάτω από έναν καταγάλανο ουρανό. Η αυλή ήταν καθαρή, τακτοποιημένη και πράσινη. Δεν υπήρχαν συρματοπλέγματα.

 


 

Αναστασία Καραβασιλείου

Οι χαρταετοί που μας φύγαν απ’ το χέρι πέταξαν μέσα μας.
Βρήκαν χάσματα και ύψη, σκάλωσαν σε αγκάθια και ανεξίτηλα χάδια,
Πέρασαν από κύματα και συννεφιές,
Είδαν άστρα και
στάθηκαν να κοιτάζουν τις δύσκολες αποφάσεις μας,
που μετά από καιρό μείναν γυμνές από επίθετα⸱ απλές αποφάσεις.
Διείσδυσαν μέσα στα βαθιά συναισθήματα της μνήμης μας,
για να μάθουν να μιλάνε.
Τόσο πολύ πέταξαν, που έγιναν αληθινοί αετοί.

Απ’ το χέρι μας πάντως έφυγαν.
Γιατί, κοιτάζοντας τα χέρια μας,
Τα βρήκαμε άδεια,
μετέωρα,
χωρίς να κρατούν
μήτε να δείχνουν.

 


 

Στέλιος Κραουνάκης

Ο πομπός

Περιμέναμε υπομονετικά τα καλάμια να μεγαλώσουν, τα κόψαμε και τα ντύσαμε με ύφασμα στο χρώμα της θάλασσας, σχίσαμε δαντέλες από παιδικά πουκάμισα για ουρά, δέσαμε σε καλούμπες τριπλή κέρινη κλωστή, απλώσαμε αλευρόκολλα και φτιάξαμε ένα χαρταετό όσο το μπόι μας. Είχε τα αποτυπώματα των χεριών μας στο στήθος του κι ένα μικρό πομπό δεμένο στην ουρά. Πετάχτηκε ξαφνικά ο χαρταετός, δεν το περιμέναμε, μας τσάκισε τα χέρια όπως έφυγε ασυγκράτητος, νοιώσαμε την ωμή του δύναμη ν’ αναμετριέται με τα υγρά σύννεφα, η καμπύλη της τροχιάς του κατευθυνόταν ολοταχώς προς τ’ αστέρια, εμείς κολλημένοι στη γη κι αυτός να ζητάει να εξερευνήσει το αδύνατο. Τραβούσε όλο και πιο απότομα, μούγκριζε σαν παλαμάρι δεμένο σε κάβο, δεν άντεχε άλλο δεμένος. Κόψαμε την καλούμπα και τον παρακολουθούσαμε να περνάει τη γραμμή του ορίζοντα, να εξαφανίζεται στο άπειρο. Βάλαμε τους δέκτες στ’ αυτιά και συντονιστήκαμε με την ξέφρενη πορεία του, ακούσαμε διαστημικούς ανέμους να μαίνονται, μαγνητικές θύελλες να ουρλιάζουν, ώσπου ο ήχος σίγησε, το σήμα χάθηκε, ένας μονότονος βόμβος ακούγονταν μόνο, μια σιγή, ένα παράπονο. Εικόνες από το παρελθόν, αναμνήσεις πεταμένες ανάκατα ήρθαν, βαρίδια στην ψυχή μας οδήγησαν στο ποτάμι, περπατήσαμε αργά στην κοίτη ώσπου τα νερά μας κουκούλωσαν, ο δέκτης στ’ αυτιά μας άρχισε να στριγκλίζει, νοιώσαμε τη λάσπη του πυθμένα ν’ απορροφάει σιγά σιγά τα σώματά μας κι αγκαλιαστήκαμε.

“νάτος, αφού στο είπα, τον είδα να πέφτει”
“καλά, αυτό το ρημάδι ψάχνουμε τόση ώρα; δεν πάμε να αγοράσουμε έναν καινούργιο καλύτερα;”
“οι καινούργιοι δεν πάνε τόσο ψηλά, αυτός αντέχει”
“δεν βλέπεις που είναι διαλυμένος;”
“θα τον φτιάξουμε, κοίτα, τα καλάμια είναι εντάξει, έχουν στραβώσει μόνο”
“ναι αλλά το χαρτί έχει σκιστεί”
“δεν είναι χαρτί ηλίθιε, ύφασμα είναι δεν το βλέπεις;”
“ύφασμα; καλά πετάει με ύφασμα;”
“δεν τον είδες που είχε πάει στα σύννεφα;”
“ναι αλλά τώρα είναι τρύπιος”
“θα τον δώσω στη μάνα μου να τον ράψει”

Ο μικρός πλένει τα δόντια του κοιτάζοντας τον χαρταετό, είναι κρεμασμένος πάνω από το κρεβάτι του, με την ουρά καρφιτσωμένη σε καμπύλη στον τοίχο. Στο λευκό χρώμα της κρεβατοκάμαρας το μπλε ύφασμα του χαρταετού φεγγοβολάει. Ξεπλένει το στόμα του και ξαπλώνει στο κρεβάτι, κουκουλώνεται στα σκεπάσματα και βλέπει με τα μάτια του χαρταετού τον κόσμο από ψηλά, αιωρείται στον ουρανό, η πόλη απλώνεται χαμηλά στο έδαφος, το ποτάμι κυλάει στην πεδιάδα που εκτείνεται μέχρι το δάσος, κοιτάζει το χέρι του, κρατάει ένα ψαλίδι, χωρίς να διστάσει, με μία κίνηση, κόβει την κέρινη κλωστή που τον κρατάει δεμένο με την γη, ο αέρας τον τινάζει απότομα προς τα πάνω. Τρομάζει αλλά δεν κλείνει τα μάτια του, ο πομπός στην ουρά του χαρταετού αναβοσβήνει, ο μικρός κατευθύνεται προς τ’ αστέρια, ο πομπός στέλνει σήματα, αφήνει ίχνη στην τροχιά του.

 


 

Γιώργος Μακελάρης

Καθαρά Δευτέρα. Η γιορτή που ‘χει για σύμβολο ένα παιχνίδι. Κι όπως μας έχει γίνει γνωστό, όλα τα παιχνίδια περιέχουν την ιδέα του θανάτου. Παλιά στον σπάγκο έδεναν ξυράφια για να κερδίσουν τη μάχη σε πιθανή διασταύρωση με άλλον χαρταετό. Άλλοι έκαναν μια σχισμή σε χαρτί που έγραφε πάνω κάποιο κολακευτικό σχόλιο ή καποιον χαιρετισμό και το περνούσαν στον σπάγκο. Ο αέρας έσπρωχνε το χαρτί προς τον χαρταετό. Δε στέλνεις γράμμα σε κάποιον αν δεν ξέρεις πως δεν πρόκειται να φύγει απ’ τη ζωή σου έτσι, άδοξα. Καθαρά Δευτέρα, μια του άστεως γιορτή, που μας θυμίζει ποιες του άστεως οι ανάσες. Γιατί το πέταγμα του χαρταετού χρειάζεται μια κάποια άπλα. Η εικόνα μιας οικογένειας να προσπαθεί να πετάξει χαρταετό απ’ την ταράτσα της οκταώροφης πολυκατοικίας είναι αποκαρδιωτική. Η ταράτσα δεν μπορεί να οριστεί ως αφετηρία ενός χαρταετού. Μπορεί όμως να υπάρξει η κατάληξή του. Πολλοί θα κόψουν τον σπάγκο αντί να τον μαζέψουν. Ελάχιστοι χαρταετοί ζουν πάνω από μια Καθαρά Δευτέρα. Κάποιοι λίγοι, που δεν κατάφεραν να πετάξουν αυτή τη μέρα, θα τους δεις να πετούν την επόμενη Κυριακή. Δείγματα γονιών που κράτησαν τις υποσχέσεις τους. Όταν ο αέρας κρατήσει τους χαρταετούς ψηλά και σταθερά σε οριζόντια θέση, με τις ουρές να πάλλονται, τότε ο λόφος θα φαντάζει σαν μήτρα που είναι έτοιμη να δεχτεί τα σπερματοζωάρια που καταφτάνουν. Όσοι δοκιμάσουν να πετάξουν χαρταετό κοντά στη θάλασσα, είναι πιθανό να βρεθούν στη θέση του “μικρού” από την ταινία ο χαμένος τα παίρνει όλα, όπου σε μια εμβόλιμη σκηνή, εκτός ροής του σεναρίου, μας τον δείχνει να ρεμβάζει στην ακρογιαλιά με τον μουσκεμένο χαρταετό του δίπλα. Καθαρά Δευτέρα. Η γιορτή με τις καθαρότερες παιδικές αναμνήσεις.

 


 

Βιβή Πινιώτη

Καλό είναι, λένε, ο χαρταετός να μη σου φύγει απ’ το χέρι. Καλό είναι να έχεις κάνει πολλές πρόβες πριν από τη μεγάλη μέρα, την Καθαρά Δευτέρα, για να μάθεις να τον πετάς ψηλά και να έχεις τον απόλυτο έλεγχο με την καλούμπα. Επίσης, λένε, μαγκιά είναι να τον έχεις φτιάξει μόνος σου απ’ το μηδέν, με κόπο και μεράκι, κι όχι να τον έχεις αγοράσει έτοιμο από τα τζάμπο. Έτσι μαθαίνεις μυστικά και κόλπα της πτήσης κι έχεις πολύ περισσότερες πιθανότητες να πάει πιο ψηλά από όλων των άλλων, κι εσύ να είσαι περήφανος κι ωραίος. Το συναίσθημα, λένε, της νίκης ενάντια στις αντιξοότητες και του ελέγχου απέναντι στο πιο τρελό στοιχείο της Φύσης, τον άνεμο, με λίγα συναισθήματα μπορεί να συγκριθεί, λένε. Και τι ικανοποίηση να τον κατεβάζεις από κει ψηλά σώο και αβλαβή, έτοιμο να τον χρησιμοποιήσεις ξανά, άμα λάχει, του χρόνου πια, τη ίδια μέρα!
Λίγοι, πάντως, ξέρουν ότι ο χαρταετός τους ξέρει. Κι ότι αν τον αφήσουν απαλά να τους φύγει από το χέρι, θα πάει εκεί ακριβώς που τείνουν να πάνε κι οι ίδιοι, πριν από αυτούς.
Γι’ αυτό και συχνά βλέπεις χαρταετούς να τσακίζονται στα δέντρα και να γίνονται κομμάτια. Ή να μπλέκουν στα ηλεκτροφόρα σύρματα και να μένουν εκεί για μήνες. Ή να μπερδεύονται οι σπάγκοι τους με τους σπάγκους άλλων χαρταετών και να πέφτουν σύντομα κι οι δύο στο έδαφος με θεαματικά ζιγκ-ζαγκ. Κι άλλους να τους παίρνει ο άνεμος και να πηγαίνουν, να πηγαίνουν… ώσπου τους χάνεις από τα μάτια σου.
Παράδειγμα, η Βιργινία Τσάκα, πενήντα επτά ετών σήμερα, πρώην βιομήχανος, ζει σε μια καλύβα σ’ ένα νησί του Ειρηνικού φτιάχνοντας φυλαχτά με χάντρες για τους τουρίστες.
Την Καθαρά Δευτέρα του 1972 στη Νάουσα, η Βιργινία δέκα ετών τότε, έφτιαξε με τη βοήθεια του παππού της, και πέταξε τον πρώτο της χαρταετό. Μία απότομη αλλαγή του ανέμου, όμως, τρόμαξε τη μικρή Βιργινία που άφησε τον χαρταετό απ’ το χεράκι της κι εκείνος έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Όταν ο παππούς βρήκε το σκελετό του τσακισμένου χαρταετού και της τον έδειξε, εκείνη επέμενε πως δεν ήταν ο δικός της.
Σαράντα χρόνια αργότερα, στην Αβαρούα των νήσων Κουκ, στην ετήσια συνάντηση βιομηχάνων, η Βιργινία βλέπει στο λόμπι του ξενοδοχείου έναν χαρταετό κρεμασμένο στον τοίχο. Παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις της διεύθυνσης, εκείνη επιμένει, σε σημείο μάλιστα να γίνει ενοχλητική, πως είναι ο δικός της χαρταετός, ο ίδιος που έχασε πριν από σαράντα χρόνια στη Νάουσα. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων αρπάζει τον χαρταετό και τρέχει προς το τροπικό δάσος φωνάζοντας «τώρα κατάλαβα-τώρα κατάλαβα».
Η Βιργινία δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα. Άφησε σύζυγο, παιδιά, καριέρα και φτιάχνει φυλαχτά με χάντρες, πάντα σε σχήμα εξάγωνο ή ρόμβο.

 


 

Κομνηνός Παπαδημητρίου

Το τζιπάκι αναπηδούσε στις σκληρές αναρτήσεις του. Δεν ήταν παλιό, αλλά σε κάθε λακούβα ακούγονταν τριξίματα από τις σούστες των καθισμάτων. Ο χωματόδρομος, βατός, αλλά ικανός να σε κάνει να ξεράσεις τα σαρακοστιανά. Ανάβαση στο όρος Πατέρας. Μεσημέρι Καθαράς Δευτέρας. Αναζητώντας ένα πλάτωμα για τον χαρταετό. Στο ραδιόφωνο ελαφρολαϊκά. Η κουβέντα για ζύγια, καλούμπες, τον άνεμο, αν θα το πάει για βροχή.
Τα μάτια του δεκάχρονου Κωστή καρφωμένα στο swatch του οδηγού. Μπλε πλάκα, με κόκκινες ψιλές ρίγες. Στα χρώματα της barcelona, μόνο που δεν την ήξερε τότε. Πάντα του άρεσαν τα ρολόγια, ανέκαθεν θαύμαζε τον κύριο Σπύρο, τον οδηγό του τζιπ, οικογειακό φίλο, έναν γελαστό πληθωρικό τύπο που σου έφτιαχνε τη διάθεση μόνο που τον έβλεπες. Το swatch του κυρίου Σπύρου. Αυτή η εικόνα είχε γεμίσει το μυαλό του Κωστή, που δεν έβλεπε τίποτε άλλο.
Έφτασαν. Πάρκαραν κάτω από τα πεύκα και κατέβηκαν ψιλοζαλισμένοι από τη διαδρομή. Ο πατέρας του Κωστή, έβγαλε τον χαρταετό από το πορτ μπαγκάζ, προσέχοντας μην μπλεχτεί πουθενά η ουρά. Τον άφησε προσεχτικά στο χώμα. Ο συννεφιασμένος ουρανός έπαιρνε χρώμα από χαρταετούς, που σκαρφάλωναν, λικνίζονταν και, είτε ταξίδευαν ατενίζοντας αλαζονικά τον κάμπο, είτε βυθίζονταν ξαφνικά και τσακίζονταν.
Ο Κωστής δεν έπαιρνε χαμπάρι. Τα μάτια του κολλημένα στον καρπό του κυρίου Σπύρου. Ένα ρολόι χωρίς αριθμούς ή έστω γραμμούλες. Μονο οι ρίγες και η ημερομηνία σ’ ένα μικρό τετραγωνάκι. Πόσο το θαύμαζε, το λαχταρούσε, το ζήλευε. Αν τολμούσε να το ζητήσει από τον κύριο Σπύρο να το δει από κοντά…
Ο χαρταετός σηκώθηκε. Μ’ ένα ρυθμικό, δυνατό, μαεστρικό τράβηγμα του πατέρα του Κωστή έπαιρνε ύψος και με σύμμαχο το αεράκι έδειχνε ότι το ταξίδι του θα κρατούσε. Αυτός ο αέρας φούσκωνε λες τα στήθια του Κωστή, που αδιαφορούσε για τον χαρταετό, παρόλο που ο πατέρας του τον φώναζε να κρατήσει το σχοινί, να νιώσει τον άνεμο. Πλησίασε τον κύριο Σπύρο. “Να ρίξω μια ματιά στο ρολόι σας;” Ο κύριος Σπύρος τον κοίταξε. Κατάλαβε. “Σου αρέσει;” Ο Κωστής κούνησε ζωηρά το κεφάλι, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το ρολόι. Ο κύριος Σπύρος χαμογέλασε και το έβγαλε. “Πάρ’ το”. Ο Κωστής δεν κουνήθηκε. “Πάρ’ το. Δικό σου. Σ’ το χαρίζω”. Το παιδί δάκρυσε από χαρά. Το πήρε στα χέρια του και τρέμοντας δεν μπορούσε καν να το κουμπώσει. “Φχαριστώ”, ψέλλισε.
“Κόπηκε;” Η ξαφνική φωνή του πατέρα του, έκανε όλους να κοιτάξουν προς τον χαρταετό, που πια ταξίδευε ελεύθερος. Ο Κωστής χαμογέλασε. Η ωραιότερη Καθαρή Δευτέρα. Η μόνη που θα θυμόταν σε όλη του τη ζωή. Τότε που χάσανε το χαρταετό. Τότε που όλος καμάρι χάιδευε το μπλε swatch στον καρπό του.

 


 

Κώστας Ρεούσης

Έτσι αυτοχειριάζεται ο πιστός στη μούσα

το κομοδίνο άνοιξε το λιγοστό συρτάρι ένα κορίτσι λαμπατέρ αμόλησε χαρταετό πανέρι ελικόπτερο φρούτων εργόχειρο εικάζοντας καλούμπα ταχυπαλμία γραφολογική αποκωδικοποιημένων γρίφων σύνταξη γραμμάτων αριθμό γυναίκα ακραιφνή κρανιακή μετέχοντας σταύρωση χαρακιρικά θνήσκοντος ποιητή στη μέτρηση διαβήτη μοιρογνωμόνιο ρυθμό ακροτελεύτιο φιλί έκρηξη πόθου

 


 

Σοφοκλής Ρόκος

Σκοινί δεμένο στους αστραγάλους

Δεν είπες κουβέντα. Μπόρεσες να φύγεις έτσι χωρίς μια λέξη, ένα γράμμα, μια εξήγηση. Τίποτα. Ξύπνησα εκείνο το πρωί και ετοίμασα πρωινό για δύο. Μου άρεσε τόσο να σε φροντίζω, ήσουν το καλύτερο που μου είχε συμβεί, λαμπερή και πετυχημένη, καλύτερη μου αλλά καθόλου δε με ένοιαζε και δεν παρέλειπα να το επαναλαμβάνω σε φίλους και γνωστούς και να καμαρώνω.
Όχι, τίποτα απολύτως δεν με προετοίμασε για τον πανικό που δοκίμασα, όταν συνειδητοποίησα πως δεν ήσουν σπίτι. Δεν ήσουν στην αυλή, ούτε στην αποθήκη, δεν έλειπε τ’ αυτοκίνητο, δεν είχες πάρει μαζί σου τίποτα, δεν ήξεραν τίποτα οι φίλοι στα τηλέφωνα, είχες απλά αναληφθεί.
Στο ‘χα διηγηθεί, δεν ξέρω αν το θυμάσαι, μια Καθαρά Δευτέρα σε μια αλάνα στη γειτονιά μου, ήμουν πέντε χρονών, μου ΄χε αγοράσει η μάνα μου έναν υπέροχο τεράστιο χαρταετό. Είχε στο κέντρο έναν πράσινο ρόμβο και γύρω του κίτρινες και κόκκινες λωρίδες που εναλλάσσονταν και με ζάλιζαν, αλλά ταυτόχρονα με μάγευαν. Τα γειτονόπουλα μου πετούσαν τους αετούς τους με τους πατεράδες τους κι εγώ ντρεπόμουν λίγο που έπρεπε να τον πετάξω με τη μάνα μου, αλλά με παρηγορούσε το γεγονός ότι είχα τον ωραιότερο και μεγαλύτερο χαρταετό.
Στήθηκα με τον αετό στα χέρια και κρυφοκοιτάζοντας γύρω αν με έβλεπαν όλοι, τον σήκωσα πάνω από το κεφάλι μου και περίμενα να φυσήξει για να τον απελευθερώσω. Επειδή η μέρα ήταν ιδανική για απογείωση κι εγώ άριστα εκπαιδευμένος από μικρός, το καμάρι μου όρμησε στον ουρανό.
Μου είχε μάθει ο πατέρας μου όλη τη διαδικασία και μάλιστα τον έφτιαχνε ο ίδιος το χαρταετό μας με τα χέρια του και τη βοήθεια μου. Φαίνεται ότι θεώρησε ότι μου τα είχε μάθει τόσο καλά όλα, που εξαφανίστηκε και δεν είχε δώσει σημεία ζωής τους τελευταίους μήνες, αναγκάζοντας έτσι τη μάνα μου να μου αγοράσει τον καλύτερο χαρταετό της γειτονιάς για να αντικαταστήσει τους παλιούς χειροποίητους του μπαμπά. Τον πήρα λοιπόν στα χέρια μου και αμόλησα όλο το σκοινί του.

Κάρφωσα τα μάτια μου πάνω του και ένιωσα να με τραβάει μαζί του, το βλέμμα μου απογειώθηκε και τον έφτασε εκεί ψηλά, αδιαφορώντας για τα επίγεια, για τη μιζέρια της αλάνας, για τον μπαμπά που ξέχασε να τηλεφωνήσει. Ένιωσα το κεφάλι μου να αδειάζει και το κορμί και το χέρι μου που κρατούσε το σκοινί να χαλαρώνει. Η παλάμη άρχισε να ανοίγει, τα δάχτυλα απελευθέρωσαν το σχοινί, ο αετός βρέθηκε ανεξέλεγκτος πια.
Ήταν τέτοιος ο πανικός μου, όταν συνειδητοποίησα, ότι πάει πια δε θα τον ξανάβλεπα τον αετό μου, που η μάνα μου έφαγε τον κόσμο, να μου βρει έναν ολόιδιο. Που όμως δεν είχε καθόλου την ίδια τύχη, αφού, μόλις τον είδα, τον βούτηξα και τον ξέσκισα με τα δυο μου χέρια, τον πέταξα στο χώμα κι άρχισα να τον κλωτσάω και να τον ποδοπατώ, μέχρι που απόμεινε μόνο ο σπασμένος σκελετός του και το σκοινί του μπερδεμένο στα πόδια μου, εκεί γύρω στους αστραγάλους, να μη μ’ αφήνει να κάνω βήμα.

 


 

Θάνος Σταθόπουλος

«Οι χαρταετοί που μας φύγαν απ’ το χέρι είναι τυφλά μωρά στον ουρανό».

 


 

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΙ ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΦΥΓΑΝ ΑΠ' ΤΟ ΧΕΡΙ;

12 Αναγνώστες μας, απαντούν στο ερώτημα που τους θέσαμε

Κωνσταντίνα Γεωργαντά

από χαρτί κι αέρα

Το κορμί του μεστό όπως η πρώτη μας ανάμνηση. Aσαφές όπως η μοίρα της μνήμης. Mια βαθιά δύναμη που μας τραβούσε σε ελλειπτική τροχιά

ουρανός
και πάλι χώμα
σώμα

η πιο βαθιά ανάγκη για ομορφιά     που χάνεται     ποτέ    για να βρεθεί                       να χάνεται     να γυρνά                      στα λάθη τα σωστά.

Κι ας ήταν γεμάτος λάθη. Ο σκελετός οι ραφές τα μπαλώματα. Κάθε χρόνο καινούριες.

Με στραμμένα τα μάτια πέρα και την καλούμπα αμολημένη ήμασταν μαζί εκείνα τα πρωινά
ένα σύνολο που δούλευε σωστά
ένα σώμα με τόσα και τόσα λάθη ακόμη μπροστά.

                                                                                     Μα κάτι πάντα ζύγιαζε σωστά.

Ίσως η θέληση για τους αιθέρες.                                         Ίσως και τα λάθη να ’ταν σωστά.

 

Είναι καιρός τώρα που έπαψα να ψάχνω αφορμή κι εκείνος σαν να χάθηκε
στην άκρη του ματιού μου.

 


 

Φώτης Θαλασσινός

Ιπτάμενο Χαλί

Δεν νομίζω να έχω πετάξει ποτέ μου χαρταετό. Πάντα, όταν ήμουν παιδί, τον πετούσε ο πατέρας μου ή κάποιος άλλος συγγενής μου. Εδώ στο νησί τα πατροπαράδοτα έθιμα θέλουν τους ντόπιους -τη συγκεκριμένη Δευτέρα- να εξορμούν σε κάποια απ’ τα μεγάλα μας δάση. Ή σε κάποια φιλόξενη και πλατιά παραλία. Στήναμε ευωχίες στο δάσος της Πλάκας ή στο άλλο της Παναγιάς της Τσουκαλαριάς. Από παραλίες επιλέγαμε αυτές της Καρδάμαινας, του Μαστιχαρίου, της Κεφάλου. Γλέντια κανονικά και όσο πιο πίσω στον χρόνο τόσο πιο διανθισμένα με χαρακτηριστικά απ’ την ελληνική κουλτούρα. Σ’ αυτές τις επισκέψεις στις μεγάλες ανοιχτωσιές και τους πλατιούς ορίζοντες, βρίσκαμε και τον ουρανό εκπτυχωμένο σ’ ένα κατάλληλα ανεμοδαρμένο ή υπήνεμο χώρο για να υποδεχτεί τις πτήσεις των χαρταετών. Πάντα δίπλα στον ενήλικα που πετούσε τον αετό, το σώμα μου παλλόταν σαν να τον πετούσα ο ίδιος. Όταν γκρεμιζόταν ο αετός διπλωνόμουν, όταν εξακοντιζόταν, σαν βίαια, προς τα ύψη, τανυζόμουν κι εγώ λες και θα τον έφτανα. Το σώμα μου ήταν εύκαμπτο και πάντα με την πλαστικότητα  ενός πρόσγειου χαρταετού. Ενός χαρταετού που χάρη στον επιδέξιο χειριστή του περιπλανιόταν, υποθετικά, με την χάρη του ανάμεσα στις μεγάλες οικογένειες των εκδρομέων. Το σώμα μου σταθεροποιούνταν όταν ο αετός έφτανε σε κάποιο δυσθεώρητο -για τα παιδικά μου μάτια- ύψος. Καθώς ξεμάκραινε, τόσο πιο βέβαια γινόταν και η επιβίωση του στους αιθέρες. Τότε τα μάτια μου γίνονταν ανήσυχα. Ακόμη και νηνεμία να επικρατούσε, ένιωθα την ανασφάλεια της απρόβλεπτης ριπής του αέρα που θα κατατρόπωνε τον χαρταετό στη γη. Έβλεπα την ουρά αυτής της παράξενης ανθρώπινης κατασκευής και το βλέμμα μου την ακολουθούσε στον ανατολίτικο χορό της. Το παράδοξο είναι ότι τώρα σκέφτομαι και επινοώ τί θα μπορούσε να μου θυμίζει ο χαρταετός στον ουρανό της παιδικής μου ηλικίας… αν τότε είχα τη σημερινή μου φαντασία. Η ουρά του θα μπορούσε να μοιάζει και με λυσίκομα μαλλιά κόρης μοναχικής αγνάντια της θάλασσας. Ή  με την παιχνιδιάρικη ουρά μαργιόλας γάτας της αυλής μου. Μια φορά μόνο έφυγε ο χαρταετός μου, την ώρα που αδόκητα τέλειωσε το σχοινί που τον κρατούσε. Εκείνη την Καθαρά Δευτέρα τον χειρισμό του είχε αναλάβει ένας θείος μου. Μετά την «ανεξαρτησία» του χαρταετού, τον έβλεπα να πετάει με συγκεχυμένο πέταγμα μέχρι που δεν τον έβλεπα. Πού να πήγε άραγε; Τί υπάρχει πέρα απ’ την ικανότητα του ανθρώπου να δει; Εκεί ξεκινά η μαγεία και η τωρινή πρόσκληση για την  απάντηση του χαμού αυτού του υπέροχου παιχνιδιού αποκτά κάποιο νόημα.  Τώρα πια ξέρω ποιά είναι η κατάληξη των χαμένων χαρταετών. Από συναδελφική αγάπη συναντιούνται σε κάποιο σημείο του διαστήματος όλοι μαζί και συνενώνονται σ’ ένα τεράστιο πολυποίκιλο σε υλικά ιπτάμενο χαλί. Και το χαλί αυτό υπάρχει για όλους εμάς που η πραγματικότητα μας τσάκισε και θέλουμε ένα μέσο για τα ταξίδια μας στα σύννεφα και τις νύχτες.

 


 


Γιώργος Θάνος

Εκείνη την ημέρα έκανε πάντοτε ψύχρα, κι αν έβγαινε έπειτα ήλιος, ήτανε βαρύς και χλωμός, όλο δόντια. Όταν ξεκινούσατε από το σπίτι, τα δημοτικά φώτα δεν είχανε ακόμη σβήσει, στο βάθος, πέρα από το λιμάνι, ράγιζε η νύχτα κι ο πατέρας τυλιγόταν στην κίτρινη πατατούκα του · εσύ έχωνες τα χέρια σου στις τεράστιες τσέπες του, να τα ζεστάνεις. Όταν ξεχνιόσουν και τα έβγαζες έξω, κοκκίνιζαν και παππουδιάζανε από το παγωμένο αγιάζι που κατέβαζε το βουνό.

Τα Κούλουμα για σένα αρχινούσανε από τις βάρκες, όπου σε κατέβαζε ο πατέρας για να διαλέξετε τα Σαρακοστιανά. Τριγυρνούσατε ανάμεσα στα κόκκινα πλαστικά καφάσια και στα τεράστια ψάθινα πανέρια σοβαροί σοβαροί, σα να πηγαίνατε σε δημόσια υπηρεσία ή σε γιατρό. Ο αέρας κουβαλούσε ιώδιο, ανοιχτή θάλασσα, πετρέλαιο και μπενζίνα μαζί · στ’ αυτιά σου μπλέκανε τραχιές οι φωνές των ψαράδων, το γρίτσι γρίτσι που ‘κανε το λάστιχο από τις γαλότσες στο βρεμένο τσιμέντο και τα βραχνά μπουζούκια από τα τρανζιστοράκια, τα μάτια σου θάμπωναν οι γκαζόλαμπες και στο στόμα σου έμενε η γλύκα από την αχνιστή λαγάνα. Η μάνα σου όλο γκρίνιαζε που τις τσούρνευες το καλό ψωμί – έκοβε συνήθως τη φαγωμένη άκρη, μ’ ένα μαχαίρι, να μη φαίνεται.

Στην απέναντι του λιμανιού, η καταβρεχτήρα ανακάτευε ότι είχε ξεμείνει από το καρναβάλι της προηγουμένης: χαρτοπόλεμο, σερπαντίνες, τσιγκάκια από μπύρες, θρύψαλα από εικοσιπενταράκια, που και που και καμιά περούκα. Το σπίτι σας βρισκόταν σε ένα παράδρομο της παραλιακής οδού, εκεί που άρχιζε το λιμάνι, πολύ πριν τις καφετέριες και τα ξενοδοχεία. Κάθε αποκριάτικη νυχτιά άκουγες από μακριά, μέσα στον ύπνο σου, να στριγγλίζουνε τα λάτιν από τα ηχεία και δεν κρατιόσουνα να μεγαλώσεις.

Οι βαριεστημένοι εργάτες που μαζεύανε, καθαροδευτέρα πρωί, τα θρύψαλα της γιορτής σε μεγάλες μαύρες σακούλες σου προκαλούσανε μεγάλη ταραχή. Ώσπου να γυρίσετε σπίτι φορτωμένοι τα νηστίσιμα, η μέρα είχε αρχίσει να κακοφορμίζει, η κυριακίλα της σε δάγκωνε πλέον άσχημα. Όρεξη πλέον για ταραμά και καλαμαράκια δε πολυέβρισκες, τσιμπολογούσες ανόρεχτα τη λαγάνα με λίγο χαλβά · όσο έπιανε απόγευμα, η διάθεσή σου βάραινε σα μολύβι.

Από μέρες στο έμπα της πόλης πουλούσανε οι γύφτοι τους χαρταετούς – κάθε χρονιά, έλεγες, θα ‘τανε η χρονιά σου, θα πετούσες με τ’ αγόρια αητό. Το απόγευμα, όσο οι γονείς σου κοιμόντουσαν ζαλισμένοι από τα τσίπουρα, κοίταζες ζουφωμένος από το μικρό μπαλκονάκι κόκκινα, κίτρινα και πράσινα σημαδάκια πέρα μακριά, κατά τη μεριά του Δημοτικού Πάρκου, τους αητούς που ποτέ δεν πέταξες.

Σήμερα, καθ’ οδόν για τα τριανταπέντε, θυμήθηκες για κάποιο λόγο εκείνη τη χρονιά που ένας αητός, στολισμένος με τα χρώματα της ποδοσφαιρικής ομάδας της πόλης σου, σκάλωσε σε ένα γιαπί απέναντι από το σχολείο σου: μήνες τον δέρνανε, πρώτα η βροχή, έπειτα ο αέρας, τέλος η ζέστη, μέχρι που ήρθε και ξεθώριασε, άσπρισε σα σάβανο. Καλά γνωρίζεις μέχρι τώρα, ξέρεις απ’ την καλή μα κι απ’ την ανάποδη, τι γίνονται οι χαρταετοί που μας φεύγουνε από το χέρι.

 


 

Χριστίνα Ιωάννου

Αερόστατο 

Μια τεράστια μπάλα από χρώματα με κίτρινη ουρά είχε κάτσει επάνω στον κορμό της ελιάς. Η Αζίζα δεν πίστευε σε αυτό που έβλεπε. Το μισό της στόμα χαμογέλασε σαστισμένα και τα μάτια της στρογγύλεψαν. Μπήκε τρέχοντας στη σκηνή και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα επέστρεψε τραβώντας με το ένα χέρι τον αδερφό της, Εκράμ, και δείχνοντας με το άλλο το τεντωμένο πανί.
«Ήρθε το αερόστατο!»
Ο Εκράμ απόρησε. Περπάτησε σκυφτός και βαρύς προς το δέντρο και κοίταξε προσεκτικά το πανί. Το ακούμπησε και ένα κόκκινο κομμάτι τού έμεινε στο χέρι. Της το έδωσε.
«Είναι χαλασμένο», είπε και περπάτησε προς στη σκηνή.
«Δεν είναι. Θα μας πάει σπίτι από τον ουρανό!»
«Εδώ είναι το σπίτι»
«Στο παλιό σπίτι!»
«Το παλιό δεν υπάρχει Αζίζα, τα έχουμε πει αυτά»
«Υπάρχει.» φώναξε η Αζίζα. Τα μάτια της μίκρυναν και γέμισαν νερό. Κοίταξε τα λασπωμένα της παπούτσια, έσφιξε στο χέρι της το κόκκινο ύφασμα, τού γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε.
Ο Εκράμ κοίταξε τη μικρή να απομακρύνεται ανάμεσα σε σκηνές, κοντέινερ και συρματοπλέγματα. Είδε την κοτσίδα της να εξαφανίζεται πίσω από τη σκηνή και θυμήθηκε την ίδια κοτσίδα να διασχίζει χοροπηδηχτή τα δωμάτια και τους τοίχους που πια πλακώνουν τους γονείς του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και απέβαλε τον μακρινό αέρα από μέσα του. Στάθηκε και κοίταξε την πολύχρωμη ελπίδα. Έπιασε την ουρά του χαρταετού και την τίναξε προς τα πάνω. Το πανί κουνήθηκε ελεύθερο. Το ξέμπλεξε σιγά σιγά από τα κλαδιά και το άπλωσε στο έδαφος προσεκτικά, αποφεύγοντας τις λάσπες. Ξήλωσε τους κρίκους και τα ζύγια και άφησε μόνο το ύφασμα και τους άξονες. Εκτός από την τρύπα που άφησε το κομμάτι κόκκινο πανί, το υπόλοιπο ήταν σε καλή κατάσταση. Πήρε δυο καλάμια από τη χαλασμένη καλαμωτή δίπλα στο συρματόπλεγμα. Πήρε μία λεκάνη από τη σκηνή και όσες φωτογραφίες είχαν επιβιώσει το ταξίδι.
Όταν η Αζίζα επέστρεψε, το δέντρο ήταν πάλι δέντρο αλλά μπροστά του έστεκε ένα μικροσκοπικό αερόστατο. Κοίταξε τον Εκράμ εκστασιασμένη κι αυτός της έκανε νόημα να μπει. Κάθισε σταυροπόδι στο μπλε λεκανάκι που συνήθως χρησιμοποιεί για να πλυθεί και πέρασε τα χέρια της ανάμεσα από τα σχοινιά. Το αερόστατο ήταν τόσο μικρό που το μπαλόνι χτυπούσε το κεφάλι της.
«Πρέπει να βάλεις το κεφάλι σου μέσα στο μπαλόνι για να μπορέσεις να ταξιδέψεις» της είπε κι αυτή πέρασε το μικρό της κεφάλι μέσα από την τρύπα στο πολύχρωμο παρελθόν.
Άνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε σε τέσσερα πρόσωπα στο σαλόνι, χάιδεψε το κεφάλι της Σάγια, έσβησε τα κεράκια από την τούρτα γενεθλίων με τον αριθμό έξι, κάθισε με τη μαμά και τον μπαμπά στο τραπέζι της κουζίνας, βοήθησε τη γιαγιά να μαγειρέψει και λιάστηκε στην αυλή του σπιτιού κάτω από έναν καταγάλανο ουρανό. Η αυλή ήταν καθαρή, τακτοποιημένη και πράσινη. Δεν υπήρχαν συρματοπλέγματα.

 


 

Αναστασία Καραβασιλείου

Οι χαρταετοί που μας φύγαν απ’ το χέρι πέταξαν μέσα μας.
Βρήκαν χάσματα και ύψη, σκάλωσαν σε αγκάθια και ανεξίτηλα χάδια,
Πέρασαν από κύματα και συννεφιές,
Είδαν άστρα και
στάθηκαν να κοιτάζουν τις δύσκολες αποφάσεις μας,
που μετά από καιρό μείναν γυμνές από επίθετα⸱ απλές αποφάσεις.
Διείσδυσαν μέσα στα βαθιά συναισθήματα της μνήμης μας,
για να μάθουν να μιλάνε.
Τόσο πολύ πέταξαν, που έγιναν αληθινοί αετοί.

Απ’ το χέρι μας πάντως έφυγαν.
Γιατί, κοιτάζοντας τα χέρια μας,
Τα βρήκαμε άδεια,
μετέωρα,
χωρίς να κρατούν
μήτε να δείχνουν.

 


 

Στέλιος Κραουνάκης

Ο πομπός

Περιμέναμε υπομονετικά τα καλάμια να μεγαλώσουν, τα κόψαμε και τα ντύσαμε με ύφασμα στο χρώμα της θάλασσας, σχίσαμε δαντέλες από παιδικά πουκάμισα για ουρά, δέσαμε σε καλούμπες τριπλή κέρινη κλωστή, απλώσαμε αλευρόκολλα και φτιάξαμε ένα χαρταετό όσο το μπόι μας. Είχε τα αποτυπώματα των χεριών μας στο στήθος του κι ένα μικρό πομπό δεμένο στην ουρά. Πετάχτηκε ξαφνικά ο χαρταετός, δεν το περιμέναμε, μας τσάκισε τα χέρια όπως έφυγε ασυγκράτητος, νοιώσαμε την ωμή του δύναμη ν’ αναμετριέται με τα υγρά σύννεφα, η καμπύλη της τροχιάς του κατευθυνόταν ολοταχώς προς τ’ αστέρια, εμείς κολλημένοι στη γη κι αυτός να ζητάει να εξερευνήσει το αδύνατο. Τραβούσε όλο και πιο απότομα, μούγκριζε σαν παλαμάρι δεμένο σε κάβο, δεν άντεχε άλλο δεμένος. Κόψαμε την καλούμπα και τον παρακολουθούσαμε να περνάει τη γραμμή του ορίζοντα, να εξαφανίζεται στο άπειρο. Βάλαμε τους δέκτες στ’ αυτιά και συντονιστήκαμε με την ξέφρενη πορεία του, ακούσαμε διαστημικούς ανέμους να μαίνονται, μαγνητικές θύελλες να ουρλιάζουν, ώσπου ο ήχος σίγησε, το σήμα χάθηκε, ένας μονότονος βόμβος ακούγονταν μόνο, μια σιγή, ένα παράπονο. Εικόνες από το παρελθόν, αναμνήσεις πεταμένες ανάκατα ήρθαν, βαρίδια στην ψυχή μας οδήγησαν στο ποτάμι, περπατήσαμε αργά στην κοίτη ώσπου τα νερά μας κουκούλωσαν, ο δέκτης στ’ αυτιά μας άρχισε να στριγκλίζει, νοιώσαμε τη λάσπη του πυθμένα ν’ απορροφάει σιγά σιγά τα σώματά μας κι αγκαλιαστήκαμε.

“νάτος, αφού στο είπα, τον είδα να πέφτει”
“καλά, αυτό το ρημάδι ψάχνουμε τόση ώρα; δεν πάμε να αγοράσουμε έναν καινούργιο καλύτερα;”
“οι καινούργιοι δεν πάνε τόσο ψηλά, αυτός αντέχει”
“δεν βλέπεις που είναι διαλυμένος;”
“θα τον φτιάξουμε, κοίτα, τα καλάμια είναι εντάξει, έχουν στραβώσει μόνο”
“ναι αλλά το χαρτί έχει σκιστεί”
“δεν είναι χαρτί ηλίθιε, ύφασμα είναι δεν το βλέπεις;”
“ύφασμα; καλά πετάει με ύφασμα;”
“δεν τον είδες που είχε πάει στα σύννεφα;”
“ναι αλλά τώρα είναι τρύπιος”
“θα τον δώσω στη μάνα μου να τον ράψει”

Ο μικρός πλένει τα δόντια του κοιτάζοντας τον χαρταετό, είναι κρεμασμένος πάνω από το κρεβάτι του, με την ουρά καρφιτσωμένη σε καμπύλη στον τοίχο. Στο λευκό χρώμα της κρεβατοκάμαρας το μπλε ύφασμα του χαρταετού φεγγοβολάει. Ξεπλένει το στόμα του και ξαπλώνει στο κρεβάτι, κουκουλώνεται στα σκεπάσματα και βλέπει με τα μάτια του χαρταετού τον κόσμο από ψηλά, αιωρείται στον ουρανό, η πόλη απλώνεται χαμηλά στο έδαφος, το ποτάμι κυλάει στην πεδιάδα που εκτείνεται μέχρι το δάσος, κοιτάζει το χέρι του, κρατάει ένα ψαλίδι, χωρίς να διστάσει, με μία κίνηση, κόβει την κέρινη κλωστή που τον κρατάει δεμένο με την γη, ο αέρας τον τινάζει απότομα προς τα πάνω. Τρομάζει αλλά δεν κλείνει τα μάτια του, ο πομπός στην ουρά του χαρταετού αναβοσβήνει, ο μικρός κατευθύνεται προς τ’ αστέρια, ο πομπός στέλνει σήματα, αφήνει ίχνη στην τροχιά του.

 


 

Γιώργος Μακελάρης

Καθαρά Δευτέρα. Η γιορτή που ‘χει για σύμβολο ένα παιχνίδι. Κι όπως μας έχει γίνει γνωστό, όλα τα παιχνίδια περιέχουν την ιδέα του θανάτου. Παλιά στον σπάγκο έδεναν ξυράφια για να κερδίσουν τη μάχη σε πιθανή διασταύρωση με άλλον χαρταετό. Άλλοι έκαναν μια σχισμή σε χαρτί που έγραφε πάνω κάποιο κολακευτικό σχόλιο ή καποιον χαιρετισμό και το περνούσαν στον σπάγκο. Ο αέρας έσπρωχνε το χαρτί προς τον χαρταετό. Δε στέλνεις γράμμα σε κάποιον αν δεν ξέρεις πως δεν πρόκειται να φύγει απ’ τη ζωή σου έτσι, άδοξα. Καθαρά Δευτέρα, μια του άστεως γιορτή, που μας θυμίζει ποιες του άστεως οι ανάσες. Γιατί το πέταγμα του χαρταετού χρειάζεται μια κάποια άπλα. Η εικόνα μιας οικογένειας να προσπαθεί να πετάξει χαρταετό απ’ την ταράτσα της οκταώροφης πολυκατοικίας είναι αποκαρδιωτική. Η ταράτσα δεν μπορεί να οριστεί ως αφετηρία ενός χαρταετού. Μπορεί όμως να υπάρξει η κατάληξή του. Πολλοί θα κόψουν τον σπάγκο αντί να τον μαζέψουν. Ελάχιστοι χαρταετοί ζουν πάνω από μια Καθαρά Δευτέρα. Κάποιοι λίγοι, που δεν κατάφεραν να πετάξουν αυτή τη μέρα, θα τους δεις να πετούν την επόμενη Κυριακή. Δείγματα γονιών που κράτησαν τις υποσχέσεις τους. Όταν ο αέρας κρατήσει τους χαρταετούς ψηλά και σταθερά σε οριζόντια θέση, με τις ουρές να πάλλονται, τότε ο λόφος θα φαντάζει σαν μήτρα που είναι έτοιμη να δεχτεί τα σπερματοζωάρια που καταφτάνουν. Όσοι δοκιμάσουν να πετάξουν χαρταετό κοντά στη θάλασσα, είναι πιθανό να βρεθούν στη θέση του “μικρού” από την ταινία ο χαμένος τα παίρνει όλα, όπου σε μια εμβόλιμη σκηνή, εκτός ροής του σεναρίου, μας τον δείχνει να ρεμβάζει στην ακρογιαλιά με τον μουσκεμένο χαρταετό του δίπλα. Καθαρά Δευτέρα. Η γιορτή με τις καθαρότερες παιδικές αναμνήσεις.

 


 

Βιβή Πινιώτη

Καλό είναι, λένε, ο χαρταετός να μη σου φύγει απ’ το χέρι. Καλό είναι να έχεις κάνει πολλές πρόβες πριν από τη μεγάλη μέρα, την Καθαρά Δευτέρα, για να μάθεις να τον πετάς ψηλά και να έχεις τον απόλυτο έλεγχο με την καλούμπα. Επίσης, λένε, μαγκιά είναι να τον έχεις φτιάξει μόνος σου απ’ το μηδέν, με κόπο και μεράκι, κι όχι να τον έχεις αγοράσει έτοιμο από τα τζάμπο. Έτσι μαθαίνεις μυστικά και κόλπα της πτήσης κι έχεις πολύ περισσότερες πιθανότητες να πάει πιο ψηλά από όλων των άλλων, κι εσύ να είσαι περήφανος κι ωραίος. Το συναίσθημα, λένε, της νίκης ενάντια στις αντιξοότητες και του ελέγχου απέναντι στο πιο τρελό στοιχείο της Φύσης, τον άνεμο, με λίγα συναισθήματα μπορεί να συγκριθεί, λένε. Και τι ικανοποίηση να τον κατεβάζεις από κει ψηλά σώο και αβλαβή, έτοιμο να τον χρησιμοποιήσεις ξανά, άμα λάχει, του χρόνου πια, τη ίδια μέρα!
Λίγοι, πάντως, ξέρουν ότι ο χαρταετός τους ξέρει. Κι ότι αν τον αφήσουν απαλά να τους φύγει από το χέρι, θα πάει εκεί ακριβώς που τείνουν να πάνε κι οι ίδιοι, πριν από αυτούς.
Γι’ αυτό και συχνά βλέπεις χαρταετούς να τσακίζονται στα δέντρα και να γίνονται κομμάτια. Ή να μπλέκουν στα ηλεκτροφόρα σύρματα και να μένουν εκεί για μήνες. Ή να μπερδεύονται οι σπάγκοι τους με τους σπάγκους άλλων χαρταετών και να πέφτουν σύντομα κι οι δύο στο έδαφος με θεαματικά ζιγκ-ζαγκ. Κι άλλους να τους παίρνει ο άνεμος και να πηγαίνουν, να πηγαίνουν… ώσπου τους χάνεις από τα μάτια σου.
Παράδειγμα, η Βιργινία Τσάκα, πενήντα επτά ετών σήμερα, πρώην βιομήχανος, ζει σε μια καλύβα σ’ ένα νησί του Ειρηνικού φτιάχνοντας φυλαχτά με χάντρες για τους τουρίστες.
Την Καθαρά Δευτέρα του 1972 στη Νάουσα, η Βιργινία δέκα ετών τότε, έφτιαξε με τη βοήθεια του παππού της, και πέταξε τον πρώτο της χαρταετό. Μία απότομη αλλαγή του ανέμου, όμως, τρόμαξε τη μικρή Βιργινία που άφησε τον χαρταετό απ’ το χεράκι της κι εκείνος έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Όταν ο παππούς βρήκε το σκελετό του τσακισμένου χαρταετού και της τον έδειξε, εκείνη επέμενε πως δεν ήταν ο δικός της.
Σαράντα χρόνια αργότερα, στην Αβαρούα των νήσων Κουκ, στην ετήσια συνάντηση βιομηχάνων, η Βιργινία βλέπει στο λόμπι του ξενοδοχείου έναν χαρταετό κρεμασμένο στον τοίχο. Παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις της διεύθυνσης, εκείνη επιμένει, σε σημείο μάλιστα να γίνει ενοχλητική, πως είναι ο δικός της χαρταετός, ο ίδιος που έχασε πριν από σαράντα χρόνια στη Νάουσα. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων αρπάζει τον χαρταετό και τρέχει προς το τροπικό δάσος φωνάζοντας «τώρα κατάλαβα-τώρα κατάλαβα».
Η Βιργινία δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα. Άφησε σύζυγο, παιδιά, καριέρα και φτιάχνει φυλαχτά με χάντρες, πάντα σε σχήμα εξάγωνο ή ρόμβο.

 


 

Κομνηνός Παπαδημητρίου

Το τζιπάκι αναπηδούσε στις σκληρές αναρτήσεις του. Δεν ήταν παλιό, αλλά σε κάθε λακούβα ακούγονταν τριξίματα από τις σούστες των καθισμάτων. Ο χωματόδρομος, βατός, αλλά ικανός να σε κάνει να ξεράσεις τα σαρακοστιανά. Ανάβαση στο όρος Πατέρας. Μεσημέρι Καθαράς Δευτέρας. Αναζητώντας ένα πλάτωμα για τον χαρταετό. Στο ραδιόφωνο ελαφρολαϊκά. Η κουβέντα για ζύγια, καλούμπες, τον άνεμο, αν θα το πάει για βροχή.
Τα μάτια του δεκάχρονου Κωστή καρφωμένα στο swatch του οδηγού. Μπλε πλάκα, με κόκκινες ψιλές ρίγες. Στα χρώματα της barcelona, μόνο που δεν την ήξερε τότε. Πάντα του άρεσαν τα ρολόγια, ανέκαθεν θαύμαζε τον κύριο Σπύρο, τον οδηγό του τζιπ, οικογειακό φίλο, έναν γελαστό πληθωρικό τύπο που σου έφτιαχνε τη διάθεση μόνο που τον έβλεπες. Το swatch του κυρίου Σπύρου. Αυτή η εικόνα είχε γεμίσει το μυαλό του Κωστή, που δεν έβλεπε τίποτε άλλο.
Έφτασαν. Πάρκαραν κάτω από τα πεύκα και κατέβηκαν ψιλοζαλισμένοι από τη διαδρομή. Ο πατέρας του Κωστή, έβγαλε τον χαρταετό από το πορτ μπαγκάζ, προσέχοντας μην μπλεχτεί πουθενά η ουρά. Τον άφησε προσεχτικά στο χώμα. Ο συννεφιασμένος ουρανός έπαιρνε χρώμα από χαρταετούς, που σκαρφάλωναν, λικνίζονταν και, είτε ταξίδευαν ατενίζοντας αλαζονικά τον κάμπο, είτε βυθίζονταν ξαφνικά και τσακίζονταν.
Ο Κωστής δεν έπαιρνε χαμπάρι. Τα μάτια του κολλημένα στον καρπό του κυρίου Σπύρου. Ένα ρολόι χωρίς αριθμούς ή έστω γραμμούλες. Μονο οι ρίγες και η ημερομηνία σ’ ένα μικρό τετραγωνάκι. Πόσο το θαύμαζε, το λαχταρούσε, το ζήλευε. Αν τολμούσε να το ζητήσει από τον κύριο Σπύρο να το δει από κοντά…
Ο χαρταετός σηκώθηκε. Μ’ ένα ρυθμικό, δυνατό, μαεστρικό τράβηγμα του πατέρα του Κωστή έπαιρνε ύψος και με σύμμαχο το αεράκι έδειχνε ότι το ταξίδι του θα κρατούσε. Αυτός ο αέρας φούσκωνε λες τα στήθια του Κωστή, που αδιαφορούσε για τον χαρταετό, παρόλο που ο πατέρας του τον φώναζε να κρατήσει το σχοινί, να νιώσει τον άνεμο. Πλησίασε τον κύριο Σπύρο. “Να ρίξω μια ματιά στο ρολόι σας;” Ο κύριος Σπύρος τον κοίταξε. Κατάλαβε. “Σου αρέσει;” Ο Κωστής κούνησε ζωηρά το κεφάλι, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το ρολόι. Ο κύριος Σπύρος χαμογέλασε και το έβγαλε. “Πάρ’ το”. Ο Κωστής δεν κουνήθηκε. “Πάρ’ το. Δικό σου. Σ’ το χαρίζω”. Το παιδί δάκρυσε από χαρά. Το πήρε στα χέρια του και τρέμοντας δεν μπορούσε καν να το κουμπώσει. “Φχαριστώ”, ψέλλισε.
“Κόπηκε;” Η ξαφνική φωνή του πατέρα του, έκανε όλους να κοιτάξουν προς τον χαρταετό, που πια ταξίδευε ελεύθερος. Ο Κωστής χαμογέλασε. Η ωραιότερη Καθαρή Δευτέρα. Η μόνη που θα θυμόταν σε όλη του τη ζωή. Τότε που χάσανε το χαρταετό. Τότε που όλος καμάρι χάιδευε το μπλε swatch στον καρπό του.

 


 

Κώστας Ρεούσης

Έτσι αυτοχειριάζεται ο πιστός στη μούσα

το κομοδίνο άνοιξε το λιγοστό συρτάρι ένα κορίτσι λαμπατέρ αμόλησε χαρταετό πανέρι ελικόπτερο φρούτων εργόχειρο εικάζοντας καλούμπα ταχυπαλμία γραφολογική αποκωδικοποιημένων γρίφων σύνταξη γραμμάτων αριθμό γυναίκα ακραιφνή κρανιακή μετέχοντας σταύρωση χαρακιρικά θνήσκοντος ποιητή στη μέτρηση διαβήτη μοιρογνωμόνιο ρυθμό ακροτελεύτιο φιλί έκρηξη πόθου

 


 

Σοφοκλής Ρόκος

Σκοινί δεμένο στους αστραγάλους

Δεν είπες κουβέντα. Μπόρεσες να φύγεις έτσι χωρίς μια λέξη, ένα γράμμα, μια εξήγηση. Τίποτα. Ξύπνησα εκείνο το πρωί και ετοίμασα πρωινό για δύο. Μου άρεσε τόσο να σε φροντίζω, ήσουν το καλύτερο που μου είχε συμβεί, λαμπερή και πετυχημένη, καλύτερη μου αλλά καθόλου δε με ένοιαζε και δεν παρέλειπα να το επαναλαμβάνω σε φίλους και γνωστούς και να καμαρώνω.
Όχι, τίποτα απολύτως δεν με προετοίμασε για τον πανικό που δοκίμασα, όταν συνειδητοποίησα πως δεν ήσουν σπίτι. Δεν ήσουν στην αυλή, ούτε στην αποθήκη, δεν έλειπε τ’ αυτοκίνητο, δεν είχες πάρει μαζί σου τίποτα, δεν ήξεραν τίποτα οι φίλοι στα τηλέφωνα, είχες απλά αναληφθεί.
Στο ‘χα διηγηθεί, δεν ξέρω αν το θυμάσαι, μια Καθαρά Δευτέρα σε μια αλάνα στη γειτονιά μου, ήμουν πέντε χρονών, μου ΄χε αγοράσει η μάνα μου έναν υπέροχο τεράστιο χαρταετό. Είχε στο κέντρο έναν πράσινο ρόμβο και γύρω του κίτρινες και κόκκινες λωρίδες που εναλλάσσονταν και με ζάλιζαν, αλλά ταυτόχρονα με μάγευαν. Τα γειτονόπουλα μου πετούσαν τους αετούς τους με τους πατεράδες τους κι εγώ ντρεπόμουν λίγο που έπρεπε να τον πετάξω με τη μάνα μου, αλλά με παρηγορούσε το γεγονός ότι είχα τον ωραιότερο και μεγαλύτερο χαρταετό.
Στήθηκα με τον αετό στα χέρια και κρυφοκοιτάζοντας γύρω αν με έβλεπαν όλοι, τον σήκωσα πάνω από το κεφάλι μου και περίμενα να φυσήξει για να τον απελευθερώσω. Επειδή η μέρα ήταν ιδανική για απογείωση κι εγώ άριστα εκπαιδευμένος από μικρός, το καμάρι μου όρμησε στον ουρανό.
Μου είχε μάθει ο πατέρας μου όλη τη διαδικασία και μάλιστα τον έφτιαχνε ο ίδιος το χαρταετό μας με τα χέρια του και τη βοήθεια μου. Φαίνεται ότι θεώρησε ότι μου τα είχε μάθει τόσο καλά όλα, που εξαφανίστηκε και δεν είχε δώσει σημεία ζωής τους τελευταίους μήνες, αναγκάζοντας έτσι τη μάνα μου να μου αγοράσει τον καλύτερο χαρταετό της γειτονιάς για να αντικαταστήσει τους παλιούς χειροποίητους του μπαμπά. Τον πήρα λοιπόν στα χέρια μου και αμόλησα όλο το σκοινί του.

Κάρφωσα τα μάτια μου πάνω του και ένιωσα να με τραβάει μαζί του, το βλέμμα μου απογειώθηκε και τον έφτασε εκεί ψηλά, αδιαφορώντας για τα επίγεια, για τη μιζέρια της αλάνας, για τον μπαμπά που ξέχασε να τηλεφωνήσει. Ένιωσα το κεφάλι μου να αδειάζει και το κορμί και το χέρι μου που κρατούσε το σκοινί να χαλαρώνει. Η παλάμη άρχισε να ανοίγει, τα δάχτυλα απελευθέρωσαν το σχοινί, ο αετός βρέθηκε ανεξέλεγκτος πια.
Ήταν τέτοιος ο πανικός μου, όταν συνειδητοποίησα, ότι πάει πια δε θα τον ξανάβλεπα τον αετό μου, που η μάνα μου έφαγε τον κόσμο, να μου βρει έναν ολόιδιο. Που όμως δεν είχε καθόλου την ίδια τύχη, αφού, μόλις τον είδα, τον βούτηξα και τον ξέσκισα με τα δυο μου χέρια, τον πέταξα στο χώμα κι άρχισα να τον κλωτσάω και να τον ποδοπατώ, μέχρι που απόμεινε μόνο ο σπασμένος σκελετός του και το σκοινί του μπερδεμένο στα πόδια μου, εκεί γύρω στους αστραγάλους, να μη μ’ αφήνει να κάνω βήμα.

 


 

Θάνος Σταθόπουλος

«Οι χαρταετοί που μας φύγαν απ’ το χέρι είναι τυφλά μωρά στον ουρανό».

 


 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ