Ο Ζαν-Μπατίστ Γκρενουίγ, ο ήρωας του Ζίσκιντ στο Άρωμα, θα την καταέβρισκε στο Βαρανάσι. Οι μυρουδιές είναι ανεξάντλητες κατά μήκος του Γάγγη ποταμού και στα αμέτρητα στενά δρομάκια, μυρουδιές όπως η μόνιμη πτωματίλα από σορούς που καίγονται στις όχθες -για τους ινδουιστές είναι άγιος τόπος και θέλουν να αποτεφρωθούν εδώ- μυρουδιές όπως από περιττώματα ιερών αγελάδων και αδέσποτων σκυλιών, όπως από μπαχάρια -μεταξύ των οποίων κύμινο, κόλιαντρος, τριγωνέλλα- και όπως από πολύχρωμα άνθη τριγύρω στους ναούς, ανθρώπινα ούρα σε κάθε γωνιά, ταμπάκο που μασιέται και φτύνεται περίπου με αίμα, θυμιάματα που αρέσουν στα πνεύματα, ιδρώτας πάνω σε βρώμικα ρούχα και φρέσκο χασίς, αλεύρι που ζυμώνεται και ψήνεται σε κάθε δυο βήματα -street food-, και, ακόμα, χώμα που γίνεται σύννεφα σκόνης και καυσαέρια από τρίκυκλα και αυτοκίνητα σ’ ένα οδικό χάος, φρουτοποτό με γιαούρτι που το λένε lassi, ψόφιοι αρουραίοι και σκουπίδια δίπλα σε καροτσάκια με φορητά ψυγεία παγωτού.

Τι κάνω σ’ αυτό το μέρος; Ήρθα τυχαία. Ή με κάλεσε το κάρμα. Εδώ οι τουρίστες μένουν μέχρι τρεις μέρες επειδή είναι ιερή πόλη, για μια βαρκάδα στον Γάγγη, και, για δυο-τρία μαθήματα γιόγκα. Πάνω από τρεις μέρες ο μύθος λέει ότι κάτι παθαίνεις. Τροφική δηλητηρίαση, διάρροια, ηπατίτιδα, κατάληψη από πνεύματα, χορεύεις εκστατικά; Αν δεν φύγεις, το πιο πιθανό είναι να εγκλιματιστείς και να αρχίσεις να εισπνέεις σαν κοκάκιας κάθε κομμάτι ζωής και θανάτου της πόλης -σου τη δίνει εγκεφαλικά-, περιφέρεσαι αμέριμνα, παραδίδοντας την υποκειμενική σου οντότητα στο λαβύρινθο των στενοσόκακων, ο ατομικός εαυτός χάνεται, γίνεσαι ένα με το Παν και, ερωτεύεσαι το Βαρανάσι και τους φιλόξενους κατοίκους του παντοτινά. Δεν θα θέλεις να φύγεις. Το βράδυ θα ξέρεις ότι δεν πρέπει να κρατάς φαγητό στο δωμάτιο για να μην έρθουν ποντίκια, τα παράθυρα θα μένουν κλειστά όποτε λείπεις για να μην μπουν μαϊμούδες μέσα που κλέβουν ό,τι βρουν και τα κάνουν όλα φουτάνα, οι σαύρες στο ταβάνι δεν θα σε ενοχλούν καθόλου, οι νυχτερίδες θα τιτιβίζουν μελωδικά έξω στο γείσο, θα προσπερνάς αδιάφορα τα σκυλιά που είναι πιο πολλά από τις μύγες σε κάθε δρομάκι, τα κουδουνάκια που ακούγονται ολόγυρα από νωρίς το πρωί θα ξέρεις ότι θέλουν να υπενθυμίσουν σε κάποια θεότητα πως «δεν σε έχουμε ξεχάσει, εδώ είμαστε, μη μας ξεχνάς και Εσύ», το φυσικό σου ξυπνητήρι δεν θα σε ενοχλεί, να, ο ήλιος, ανατέλλει πουρνό πουρνό πριν από τις πέντε και περιμένει να του απευθύνεις χαιρετισμό. Ίσως βρεθείς σε κάποια κοινότητα όπου κεφάτες γιαγιάδες ψήνουν πίτες τσαπάτι και μαγειρεύουν πεντανόστιμα vegan φαγητά με μύρια καρυκεύματα, δεν θα σου λείψει το τσιτσί. Ίσως κάνεις κάτι χρήσιμο, πήγαινε σε μια οργάνωση, προσέφερε εθελοντική εργασία και ενδιαφέρσου για τις συνθήκες υγιεινής της εργασίας εκδιδόμενων γυναικών στην κόκκινη γειτονιά.

Βαρανάσι ή Κάσι ή Μπενάρες ή Μπανάρας, όπως αλλιώς λέγεται η πόλη με τις ανεξάντλητες εκπλήξεις, άνοιξε τα πνευμόνια σου και θα σου ανοίξει την καρδιά της, η πόλη όπου μπορεί να ακούσει κανείς την καρδιά της Ινδίας να χτυπά πιο δυνατά από κάθε άλλο τόπο. «Έχει δέκα φορές περισσότερες αγελάδες από οποιαδήποτε άλλη πόλη που σημαίνει cow shit στο δεκαπλάσιο», γράφτηκε κάπου. Δέκα φορές πιο υπέροχα. Όπου υπάρχει σκατό, υπάρχει ζωή. Τρέμε αποστειρωμένε κόσμε. Μια πόλη γεμάτη χρώματα, φως, σκοτάδι, μουσική, θόρυβο, βρώμα, ένταση, νωχελικότητα, διαύγεια, μαστούρα, πλούτο, φτώχεια, μια πόλη με καμπυλόγραμμους ρυθμούς και τις δικές της διαλεκτικές ανάμεσα στον ορισμό της παράδοσης και του νέου που αχνοφέγγει, της ανύψωσης και της εξαθλίωσης και της χαράς και του θρήνου, επιστρώσεις του χρόνου και του χώρου στροβιλίζονται τσαλακώνοντας γραμμικές συλλήψεις του ιστορικού ρου επιδεικτικά. Η κατά Ουνέσκο «City of music» απλώνεται αέναα φασαριόζα σ’ όλες της τις εκφάνσεις, δεν είναι μόνο η παραδοσιακή ινδική μουσική, δεν είναι μόνο τα τραγούδια Bhakti, δεν είναι οι γιορτές κάθε βράδυ, ακόμη και ο θόρυβος της έντασης στο δρόμο ηχεί μουσικά. Οι κόρνες πατιούνται μανιωδώς, σχεδόν επιληπτικά. Στο δρόμο καταργείται το όριο της προσωπικής απόστασης, ανθρωποσώματα κινούνται εφαπτόμενα μεταξύ τους απειλητικά στην αρχή, συμφιλιωμένα στη συνέχεια, δίπλα σε ποδηλάτες, σε τουκ τουκ, σε σκούτερ, σε αυτοκίνητα, σε ζώα, πεζοί και εποχούμενοι, δίποδα και τετράποδα, μοιράζονται θορυβωδώς άναρχα κοινές λωρίδες κυκλοφορίας. Βαρανάσι, ηχεί μαγικά, μια από τις παλαιότερες πόλεις του κόσμου, πράγμα για το οποίο περηφανεύονται οι κάτοικοι, έντιμοι, γενναιόδωροι και χαμογελαστοί μέσα στον καθημερινό τους μόχθο για τον επιούσιο, στην πόλη αυτή που οι ταξικές διακρίσεις βάσει κάστας μπαίνουν στο μίξερ ενίοτε αλλά κρατούν καλά.

«Ζεις στην Αθήνα, ε;» λέει ο Μοχίτ που γνωρίζω στην αγορά, «έχουμε πολλά κοινά» συνεχίζει, «πολύ παλιές οι πόλεις μας, οι μύθοι μας μοιάζουν». Λέω, «εδώ μπορεί κανείς να δει μυθικές θεότητες πάνω σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, στην Αθήνα το έκαναν επίσης αυτό, πάνω στο κρασοδοχείο έβλεπες κάναν Ηρακλή, κάναν Δία, είχαν χρωματιστά αγάλματα, έκαιγαν τους νεκρούς». Οι μύθοι εδώ, οι θεοί, αναμιγνύονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, μέσα-στον-κόσμο-είναι, κατεβασμένοι από τα ουράνια, καθόλου σνομπ, σαν να είναι γεγονότα και οντότητες στη διπλανή πόρτα. Εξάλλου πρόκειται για θρησκευτική πόλη.

Επιδίδομαι σε πολύωρες περιπλανήσεις σε διάφορες γειτονιές. Περνάω μπροστά από έναν κινηματογράφο, διακρίνονται τρεις θεότητες στην πρόσοψη, ο Σίβα με την τρίαινα, ο καπιταλισμός -μια διαφήμιση της Pepsi-, και η ξαναμμένη γυναίκα -το περιεχόμενο των ταινιών που προβάλλονται-, κοντοστέκομαι. Δεν μου είναι σαφές πλήρως ότι πρόκειται για καλτ τσοντοσινεμά, ο Πρανάβ που με πλησιάζει συστήνεται και αρχίζει να μου το εξηγεί, ο ίδιος είναι φοιτητής, συχνάζει εδώ για χαλάρωση, «έλα» προτείνει, «πάμε να δούμε καμιά ταινία μαζί». Μπαίνουμε στο κτήριο, θυμίζει θέατρο φάντασμα άλλοτε ένδοξο κοσμικό, πληρώνουμε είσοδο και ανεβαίνουμε στον εξώστη. Αρκετοί άντρες όλων των ηλικιών, άλλοι μόνοι και άλλοι με φίλους, αράζουν στα μισοσπασμένα καθίσματα με τα πόδια ανοιχτά. Η γλώσσα τού πορνό είναι διεθνής, όπως της γιόγκα, στην οθόνη μια νεαρή αμερικανίδα κάνει διαλογισμό μόνη της στο βουνό, ένας άλλος περιπατητής τη συναντά τυχαία και τη ρωτά αν θέλει να τη μυήσει στα μυστικά του σύμπαντος με ταντρικές μεθόδους, η γυναίκα αποκρίνεται θετικά με ενθουσιασμό και μετά από είκοσι λεπτά μονταρισμένων σκηνών, στο κλείσιμο όταν ο περιπατητής φεύγει, λέει στη γυναίκα «τώρα ξέρεις ποιο είναι το νόημα της ζωής». Η γυναίκα τον παρακαλάει να μη φύγει και τρέχει από πίσω του, τον ρίχνει κάτω και τον κλωτσά επειδή ξέρει ότι ο Μεσσίας της δεν θα μείνει. Και τα έργα βγαλμένα από τη ζωή είναι. Σηκώνομαι κι εγώ να φύγω από το σινεμά και ο Πρανάβ μου δίνει το κινητό του για να πάμε σ’ ένα πάρτι το Σάββατο, μεθαύριο. Όλοι για κάποιο λόγο μου δίνουν το κινητό τους. Η Σανσίτα, φοιτήτρια που συνάντησα νωρίτερα πίνοντας lassi σ’ ένα καταγώγι, ήθελε να χορέψουμε ένα αγαπημένο της τραγούδι και μετά πιάσαμε το μπούρου μπούρου και μου έδωσε το κινητό της για να πάμε σ’ ένα πάρτι το Σάββατο. Ίσως να είναι το ίδιο πάρτι, ίσως θα πρέπει να βρεθούνε αυτοί οι δυο εκεί και να με αφήσουν ήσυχο. Πάντως του δίνουν και καταλαβαίνει τα Σάββατα.

Το Σάββατο έχω διάθεση μονήρους παλαβού. Από τη μια άκρη της πόλης θα περπατήσω μέχρι την άλλη, μέχρι τη δίπατη γέφυρα τρένου και αυτοκινητοδρόμου που διασχίζει εγκάρσια τον Γάγγη, μπορώ να περπατήσω κατά μήκος της σιδηροτροχιάς ή από πάνω, δίπλα στα αυτοκίνητα, αν και στην απέναντι πλευρά δεν πρέπει να πάω, μου είπε ο Μοχίτ, επειδή έχει λεπρούς. Εκεί θεραπεύονται σ’ ένα κέντρο φροντίδας που λειτουργεί από τη δεκαετία του 1960.

Η Σανσίτα στέλνει μήνυμα, θέλει να έρθει να με βρει. Δίνουμε ραντεβού στη γέφυρα την ώρα που δύει ο ήλιος. «Έφυγα από το πάρτι για χάρη σου» ανακοινώνει, «εφόσον το ήθελες πολύ, θα έμενες» αποκρίνομαι, «σου αρέσουν πολύ οι γέφυρες;» ζητά να μάθει, «βέβαια, το μόνο πράγμα που θέλω πραγματικά να κάνω στη ζωή, να διασχίζω γέφυρες», «θα σε περιμένω εδώ να πας μέχρι την άλλη πλευρά και να γυρίσεις», «θα διασχίσω αυτή τη γέφυρα για την αγάπη και την ειρήνη στον κόσμο», «τότε θα πρέπει να βγάλεις τα παπούτσια σου, τα ρούχα σου, να είσαι γυμνός». «Αν είναι για την ειρήνη, θα το κάνω» διατείνομαι.

Καθώς δέχομαι την πρόκληση, σε λίγο βρίσκομαι ξυπόλητος και διασχίζω την πολύβουη γέφυρα τσιτσίδι, δίπλα σε αυτοκίνητα, τρίκυκλα, ποδήλατα. Καλά θα ήταν να μην πάθω λέπρα. Από κάτω ακριβώς περνά ένα τρένο και δονείται όλη η κατασκευή, shanti shanti shanti μουρμουρίζω και σύντομα νιώθω υπέροχα, στη μέση της γέφυρας, είναι πολύ ψηλά, γυρίζω να δω μετωπικά την πόλη, ζεστός αέρας, αποπνικτικός, ακουμπάω στο κιγκλίδωμα, βάρκες φορτωμένες με ξύλα πηγαίνουν στην ακτή που γίνονται οι καύσεις νεκρών, έπειτα συνεχίζω να περπατώ με βήμα αργό, τελετουργικό, και όταν φτάνω στο τέλος της γέφυρας που δεν υπάρχει πια πόλη παρά σκοτάδι και σκόρπια φώτα αυτοκίνητων, στην παρυφή της βλέπω έναν βρωμυλαίο γιόγκι -αληθινό, όχι σαν κι έμενα- ξαπλώνει παραδίπλα στο χώμα και πάνω στα μακριά του μαλλιά που φτάνουν μέχρι τον αστράγαλο, κοιτάζει τον ουρανό, δεν έχει αστέρια και, σε λίγο, στρέφεται στην πλευρά μου και μιλάει σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα την οποία για κάποιο λόγο προσλαμβάνω και λέει «δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη στον κόσμο, συνέχισε όμως να περπατάς και να ευγνωμονείς τον ήλιο και τη δύναμη της αναπνοής», «δεν δέχομαι αυτή την προφητεία» λέω, «peace is a state of mind», «art is a state of mind». Θέλω να κατουρήσω, piss for peace, εδώ στην άκρη της γέφυρας, ο γιόγκι σηκώνεται και κατουράμε μαζί, «με την πρώτη βροχή θα φυτρώσει ένα ουράνιο τόξο από τον σπόρο του κάτουρου» λέει. Υπολογίζω ότι η περίοδος των βροχών θα ξεκινήσει σε κανένα μήνα. «Μείνε μαζί μου, θα σου δείξω τα αστέρια». «Δεν έχει, απόψε». «Ακριβώς». Αυτό έχει παρατραβήξει, σκέφτομαι. Έχω να γυρίσω πίσω, να βρω την Σανσίτα που περιμένει με τα ρούχα μου. Τη βρίσκω, βλέπουμε μπλε λωτούς.

Το άλλο πρωί στην πόλη, βλέπω στο ποτάμι να πλένουν ρούχα, κι έπειτα να πλατσουρίζουν αγελάδες, κι έπειτα να βουτούν και να κολυμπούν άνθρωποι, το νερό αυτό κατεβαίνει από τα Ιμαλάια και θεωρείται ιερό, μερικοί το πίνουν κιόλας παρότι πενταβρώμικο, τι και αν η ινδική κυβέρνηση προειδοποιεί τους πολίτες να μην τα κάνουν αυτά, τα νερά είναι μολυσμένα, από φυτοφάρμακα μέχρι πτώματα που επιπλέουν, ο μαγικός ποταμός ξεβράζει τα πάντα. Τα μυαλά είναι μολυσμένα, λέει ένας γιόγκι. Οι κυβερνήσεις δίνουν δικές τους μάχες. Η ανυπακοή αποτελεί μορφή ριψοκίνδυνης ηδονής για μια μερίδα κόσμου. Ένας μύθος θέλει το ποτάμι να κατέβηκε από τον ουρανό στη γη, αποτελεί διάμεσο.

Βλέπω, ακόμη, παιδιά ολόγυρα να παίζουν ανέμελα, πολλά παιδιά, ομαδικά παιχνίδια, κρυφτό και κρίκετ, ούτε πλεϊμομπίλ ούτε μπάρμπι, παιδιά που μένουν σε σπίτια ισόγεια χαμηλοτάβανα με δυο δωμάτια. «Hello, I love you» λένε δύο πιτσιρίκια που πλησιάζουν χαμογελαστά για να δώσω κάτι. Ο Μοχίτ είπε «έχω εφτά αδέρφια, πιστεύω ότι το ιδανικό είναι να κάνεις τρία παιδιά, όσο μεγαλύτερη οικογένεια τόσο πιο πολλά προβλήματα».

Βαρανάσι, βλέπω τη ζωή να πάλλεται και το θάνατο να αγκαλιάζεται αποδεκτός μέσα σ’ ένα κλίμα γλεντιού και θρήνου. Λένε πως καίγονται στις όχθες δημόσια περίπου διακόσιοι νεκροί νυχθημερόν. Μέχρι το κόκκαλο. Οι στάχτες τους στον ουρανό, στο ποτάμι, στο δέρμα των περαστικών, στην εισπνοή. «I smell dead body», παραπονιέται ένας άλλος τουρίστας. Σάρκα που φλέγεται, ανθρώπινη, δεν την ξεβγάζεις ποτέ από πάνω σου. Αράζω σ’ ένα παγκάκι. Μια νέα ζωή υπόσχεται ένας ασιάτης που σιμώνει, καλοφτιαγμένος, με ρωτάει αν θέλω να δουλέψω σε κάποια πλούσια αραβική χώρα. Η δουλειά του είναι να βρίσκει ανθρώπινο δυναμικό από την Ινδία ή άλλες χώρες και να το εξάγει βγάζοντας τα κατάλληλα χαρτιά, «θα παίρνεις περισσότερα χρήματα εκεί», εξηγεί. «Το human resources υπό κάποιες συνθήκες είναι μια μορφή trafficking» λέω και μειδιά, «το πέτυχες» ψελλίζει ειρωνικά. «Στη Δύση το κάνουμε θεσμοποιημένα. Περάστηκαν νόμοι για την ελεύθερη διακίνηση προσώπων. Μόνο που δεν είναι και τόσο ελεύθερη όταν γίνεται για λόγους οικονομικής βίας. Είμαστε όλοι δούλοι και δουλέμποροι». «Αλλάζω την προσφορά, σου δίνω έναν εργάτη για πεντακόσια ευρώ το μήνα, μπορείς να τον κάνεις ό,τι θέλεις, μέσα στο ποσό είναι και η δική μου προμήθεια. Πόσοι ιδιώτες αντιστέκονται σ’ αυτό; Και πόσοι εργάτες, όταν στη χώρα τους παίρνουν εκατό ευρώ το μήνα; Τα λεφτά κινούν τον κόσμο, δικέ μου. Από ποια χώρα είπες είσαι; Μπορούμε να κάνουμε business μαζί. Τα λέμε αργότερα, αν είσαι έξυπνος», γελάει τρανταχτά και εξαφανίζεται. Τα λέμε στην κόλαση. Είμαι χαζός, όλοι το ξέρουν αυτό.

Βλέπω μπλε λωτούς, ακούγοντας τη φωνή του δασκάλου της γιόγκα, μην ανοίγεις τα μάτια σου, συγκεντρώσου στον αφαλό σου, παρατήρησε την κίνηση του αφαλού, όλη η προσοχή σου συγκεντρωμένη στον αφαλό, με την εισπνοή ο αφαλός κινείται προς τα πάνω, με την εκπνοή προς τα κάτω. Φαντάσου το άνθος ενός μπλε λωτού πάνω στον αφαλό σου. Ακολουθεί την κίνηση του αφαλού. Αυτό είναι το σημείο που το σώμα συνδέεται με τον γήινο κόσμο.

Εδώ είμαι, λοιπόν, για ενδεκάτη μέρα σήμερα – ένα μάντρα μασουλώ, Χάρε Κρίσνα, Χάρε Ράμα- το μεσημέρι με βρίσκω να γράφω ένα γράμμα σε μια φίλη σταθερή αξία: «Έχει 45 βαθμούς κελσίου και μαύρισα κατράμι», «Από την ταράτσα πηδάω καμιά φορά στο απέναντι κτήριο, είναι μόλις ένα χοπ, για να πάω στον γείτονά μου τον Ραζού, πιάσαμε κουβέντα τις προάλλες και γίναμε φίλοι, τα λέμε σχεδόν κάθε σούρουπο, βλέποντας παιδιά στις άλλες ταράτσες να πετάνε χαρταετούς. Σήμερα το πρωί γνώρισα και άλλη ταράτσα, εκεί μένει ο Αμπ, γερμανοεβραίος που μελετά την αγιουβερδική ιατρική, χοοοπ πηγαίνω στο δωμάτιό του, «αν πέσω στο κενό κάτω, θα πω για όλα φταίνε οι εβραίοι» δηλώνω, «όχι ο τεμπέλικος ελληνικός λαός που απομυζά την Ευρώπη;» αντιγυρίζει, γελάμε σαν να μην υπάρχει αύριο, κουκουλώνοντας αμοιβαίες ενοχές για τις κοινοτοπίες. Με εξετάζει και ανακοινώνει πως η υγεία μου είναι καλή, αλλά θα μπορούσα να πάρω ένα φυτικό σκεύασμα για το πεπτικό σύστημα που καθαρίζει τα έντερα. Το Βαρανάσι έχει δική του φαρμακοβιομηχανία βασισμένη σε βοτάνια. Για μια στιγμή βλέπω τον εαυτό μου στο μέλλον, δηλώνω πως από τότε που έγινα αγιουβερδικός δεν έκλασα ποτέ ξανά».

Της γράφω, ακόμη, ότι «το πρωί κάνω διαλογισμό στις εφτά, δεν κάνουμε ωωωχ, μόνο οοομμμ, διαφορά κουλτούρας, ο δάσκαλος τής γιόγκα μαζεύει τα ωραιότερα δυτικόφερτα μωρά τάζοντας κοσμική γαλήνη και απαλλαγή από τις συλλογικές τύψεις του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας». «Στο μουσείο του πανεπιστημίου, βλέπω παραλλαγές του πίνακα Krishna kills Putana, μιλάω μ’ έναν φοιτητή, σπουδάζει κοινωνιολογία και θέλει να κάνει μια έρευνα για τα χαμίνια στις πόλεις. Κι εγώ ερευνώ τους τρόπους που οι μεταμοντέρνοι ξεχειλώσαμε το νόημα του κόσμου». Κλείνω το γράμμα: «Λοιπόν, τι νέα ψιψίνα; Είδα ακόμη ελβετούς νοήμονες ανθρώπους που ψάχνουν ινδούς φιλοσόφους να ομολογήσουν «από αύριο ορίζω τη ζωή μου» που λέει και η Λένα Πλάτωνος».

Ανεβαίνω στην ταράτσα. Βρισκόμαστε με τον Ραζού. Πλέκει μια ιστορία, μακραμέ. Όταν πέθανε ο θείος του, το πνεύμα ξεσάλωσε. Μπήκε μέσα στον Ραζού, σωστό πανηγύρι. Ο θείος ανέκαθεν γούσταρε τη γυναίκα τού ανιψιού. Θέλησε να εκπληρώσει την επιθυμία του μέσα από το σώμα του. Ο Ραζού έκανε έρωτα στη γυναίκα του, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ, ξημερώματα και, το ένιωσε πως ήταν ο θείος που τον κυριάρχησε. Όταν πια χόρτασε, μετά από δώδεκα μερόνυχτα σερί, το ζωτικό πνεύμα εξασθένισε και βγήκε από μέσα του. «Το έκανα με ακούραστη δύναμη, το πνεύμα το ευχαριστιόταν». Καθώς λέει την ιστορία, κάποια στιγμή χαχανίζω. «Έλα τώρα, πιστεύεις σ’ αυτά τα πράγματα;» τον πειράζω, «φυσικά, αφού το ένιωσα», «σκέψου να διαπράξεις φόνο, θα πεις στο δικαστήριο ότι έφταιγε το πνεύμα», «δεν λειτουργεί έτσι, έχεις κάποιο έλεγχο, επιτρέπεις στο πνεύμα να κατευθύνει τις πράξεις σου ή το διώχνεις», «τι ουσίες έπαιρνες τότε;», «δεν έπαιρνα, αλλά αν το αμφισβητείς ότι συνέβη, παραδέχομαι ότι ίσως ήταν παραίσθηση της δικής μου επιθυμίας να εκπληρωθεί αυτό που ποθούσε ο θείος. Αυτά συμβαίνουν ανάμεσα στους ανθρώπους που ζουν κοντά, στους συγγενείς και στους φίλους, έχουν μύχιες επιθυμίες», «τώρα μάλιστα, κάπως καλύτερη εξήγηση», «μιλώντας για ουσίες, έχω ένα δώρο για σένα», «περιμένω τόση ώρα το ρεφραίν».

Είναι ένα ρεφραίν μεγάλης διάρκειας. Βράδιασε, κατεβαίνω στο ποτάμι, ιδανικό μέρος -μεταξύ άλλων- για γνωριμίες, η τύχη ρίχνει ζαριές, μπορεί να βγάλεις από κολλητούς φίλους μέχρι σύζυγο για δέκα μετενσαρκώσεις. Ή μπορείς ακόμη να πεθάνεις, αν το επιδιώξεις. Αυτό, είπαμε, είναι το μέρος όπου ζωή και θάνατος συναντιούνται στα άκρα. Από την άλλη, χρειάζονται πολλά χρόνια διαλογισμού, κατά τους μυστικιστές, για να καταλάβεις ότι η ζωή δεν είναι ζωή και ο θάνατος δεν είναι θάνατος. Όταν φτάσεις σ’ αυτή τη γνώση, θα νιώσεις την κοσμική συμφιλίωση του εαυτού και του σύμπαντος με το Παν και, έπειτα, θα δεις ξανά τη ζωή σαν να είναι ζωή και τον θάνατο σαν να είναι θάνατος. Ή μπορεί να αρκεί να πιείς λίγο ιερό βρωμόνερο από το ποτάμι αντί για χρόνια διαλογισμού, αναλογίζομαι. Σκύβω στην επιφάνεια του νερού, οι χούφτες σχηματίζουν γούβα, βυθίζονται και γεμίζουν, φέρνω τα χέρια στο στόμα μου, απόψε είναι η νύχτα που θα σε πιω ποτάμι, απόψε, ενώ ο Αμπ -εμφανίζεται από το πουθενά- με ψάχνει, φωνάζει από κάπου παραπέρα «μην το κάνεις», «μη», μα είναι αργά, γίνομαι τζάνκι με τον Γάγγη. Ρουφάω το ποτάμι νιώθοντας ότι δεν θα ξαναδιψάσω ποτέ. Αναγουλιάζω, υπέροχα, πανέμορφα, πανευτυχής. Αν δεν πάθω σούπερ ψόφο, όταν ξημερώσει μ’ ένα σάλτο θα καβαλήσω ένα τουκ τουκ λέγοντας στον οδηγό: «Take me to the Hare Krishna temple!» – έτσι, χωρίς λόγο, επειδή πάντοτε ήθελα να το πω αυτό. Δεν υπάρχει άλλο ρεφραίν. Μόνο διαλογισμός. Οοοομμμμμ.



Ο Κίμων Θεοδώρου είναι συγγραφέας. Η συλλογή διηγημάτων του «Μερικοί το λένε αγάπη» (2014) και η (αντι)ποιητική συλλογή «Η γοητεία των ηττημένων που ποντάρουν στο σωστό άγριο άλογο τη λάθος στιγμή πριν από τα μεσάνυχτα» (2016) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Φαρφουλάς.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κίμωνας Θεοδώρου

Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτα για τον Κίμωνα Θεοδώρου. Πέρα από το γεγονός ότι πιθανόν αδυνατεί να αντισταθεί σε τρία πράγματα: (συμπληρώνεις ό,τι θέλεις).