Το 1976 ο Φερνάντο Σαβατέρ, ο πρώτος μεταφραστής του Εμίλ Σιοράν στα ισπανικά, τον προσκάλεσε να γράψει ένα άρθρο για τον Μπόρχες, τον οποίο τόσο εκτιμούσε. Μα ο Σιοράν του έγραψε μια επιστολή, στην οποία αρνούνταν να το κάνει, θέλοντας να διαχωριστεί από όλη την ακαδημαϊκή και κριτική μανία που ακολουθούσε τ’ όνομά του. Ωστόσο, το 1986 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Exercices d’admiration (Ασκήσεις θαυμασμού), στο οποίο γράφει για όλους τους στοχαστές που τον επηρέασαν, όπως ο Πωλ Βαλερύ, ο Ανρί Μισώ, ο Μπέκετ και ο Φρανσουά Μωριάκ· εκεί είχε συμπεριλάβει τη συγκεκριμένη επιστολή, στην οποία αναφερόταν στον Μπόρχες και τον χαρακτήριζε ως το μοναδικό “καθολικό συγγραφέα” κάνοντας κατά κάποιο τρόπο πράξη την πρόταση του Σαβατέρ.


.,
Παρίσι, 10 Δεκεμβρίου 1976

Αγαπητέ φίλε:

Τον προηγούμενο μήνα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής σας στο Παρίσι, μου ζητήσατε να συνεργαστώ σε ένα βιβλίο – φόρο τιμής στο Μπόρχες. Η πρώτη μου αντίδραση υπήρξε αρνητική· η δεύτερη επίσης. Γιατί να τον γιορτάσουμε όταν ως και τα πανεπιστήμια το κάνουν; Η ατυχία του να είναι γνωστός τον έπληξε. Του άξιζε κάτι καλύτερο, του άξιζε να έχει παραμείνει στη σκιά, στο μη αντιληπτό, να έχει συνεχίσει να είναι τόσο απρόσιτος και αντιδημοφιλής όσο είναι η απόχρωση. Τούτο ήταν το πεδίο του. Η καθαγίαση είναι η χειρότερη των ποινών – για το συγγραφέα γενικά και πολύ ειδικά για ένα συγγραφέα του είδους του. Από τη στιγμή που όλος ο κόσμος τον παραθέτει, δεν μπορούμε πια να τον παραθέσουμε ή, αν το κάνουμε, έχουμε την εντύπωση πως αυξάνουμε τη μάζα των “θαυμαστών” του, των εχθρών του. Εκείνοι που επιθυμούν να του αποδώσουν δικαιοσύνη με κάθε κόστος, στην πραγματικότητα δεν κάνουν κάτι πέρα από το να επιταχύνουν την πτώση του. Μα δε συνεχίζω, γιατί αν συνέχιζα σ’ αυτόν τον τόνο θα κατέληγα να ελεήσω τη μοίρα του. Κι έχουμε βάσιμους λόγους να σκεφτόμαστε πως αυτός ο ίδιος ήδη ανησυχεί γι’ αυτό.

Νομίζω ότι σας είπα κάποτε πως αν ο Μπόρχες με ενδιαφέρει τόσο, είναι διότι αντιπροσωπεύει ένα είδος ανθρωπότητας σε τροχιά εξαφάνισης και διότι ενσαρκώνει το παράδοξο ενός πλανόδιου δίχως διανοητική πατρίδα, ενός ακίνητου τυχοδιώκτη που νιώθει άνετα σε διάφορους πολιτισμούς και σε διάφορες λογοτεχνίες, ένα υπέροχο και καταδικασμένο τέρας. Στην Ευρώπη, ως αντίστοιχο παράδειγμα, μπορεί κανείς να σκεφτεί ένα φίλο του Ρίλκε, τον Ρούντολφ Κάσσνερ, που δημοσίευσε στις αρχές του αιώνα ένα εξαιρετικό βιβλίο για την αγγλική ποίηση (ήταν αφότου το διάβασα, κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου, όταν αποφάσισα να μάθω αγγλικά) και που έχει μιλήσει με αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια για τον Στερν, τον Γκόγκολ, τον Κίρκεγκωρ κι επίσης για το Μαγκρέμπ ή για την Ινδία. Βαθύτητα και ευρυμάθεια δεν πάνε μαζί· αυτός είχε καταφέρει εν τούτοις να τις συμφιλιώσει. Υπήρξε ένα καθολικό πνεύμα στο οποίο έλειπε μόνο η χάρη, η γοητεία. Είναι εκεί όπου εμφανίζεται η ανωτερότητα του Μπόρχες, απαράμιλλου γητευτή που φτάνει να δίνει σε οποιοδήποτε πράγμα, συμπεριλαμβανομένης της πιο απαιτητικής συλλογιστικής, κάτι ανεπαίσθητο, αέρινο, διάφανο. Διότι όλα σ’ αυτόν είναι μεταμορφωμένα από το παιχνίδι, από ένα χορό εκθαμβωτικών ευρημάτων και νόστιμων σοφισμάτων.

Oτιδήποτε δεν εκφυλίζεται σε λίγη διεστραμμένη θέρμη
είναι επιφανειακό, δηλαδή μη πραγματικό.

Ποτέ δεν μ’έχουν προσελκύσει τα εγκλωβισμένα σε μια μόνο μορφή κουλτούρας πνεύματα. Το ρητό μου έχει πάντα υπάρξει, και συνεχίζει να είναι, να μη ριζώσω, να μην ανήκω σε καμιά κοινότητα. Γυρνώντας προς άλλους ορίζοντες, πάντα έχω προσπαθήσει να ξέρω τι γινόταν σε κάθε γωνιά. Στα είκοσί μου, τα Βαλκάνια δεν μπορούσαν να μου προσφέρουν τίποτα περισσότερο πια. Τούτο είναι το δράμα, μα επίσης το προνόμιο του να έχω γεννηθεί σ’ ένα “πολιτιστικό” μέσο δεύτερης τάξης. Το ξένο είχε μετατραπεί σε θεό για μένα. Ως αποτέλεσμα, τούτη η δίψα να προσκυνώ μέσω των λογοτεχνιών και των φιλοσοφιών, να τις καταβροχθίζω με νοσηρή διάθεση. Αυτό που συμβαίνει στην ανατολική Ευρώπη πρέπει απαραιτήτως να συμβεί στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, κι έχω παρατηρήσει πως οι αντιπρόσωποί τους είναι απείρως πιο ενημερωμένοι κι είναι πολύ πιο καλλιεργημένοι από τους δυτικούς, τους αθεράπευτα επαρχιώτες. Ούτε στη Γαλλία ούτε στην Αγγλία έβλεπα κάποιον με μια περιέργεια συγκρίσιμη με αυτή του Μπόρχες, μια περιέργεια που έφτανε ως τη μανία, ως το βίτσιο, και λέω βίτσιο γιατί, σε σχέση με την τέχνη και το στοχασμό, οτιδήποτε δεν εκφυλίζεται σε λίγη διεστραμμένη θέρμη είναι επιφανειακό, δηλαδή μη πραγματικό.

Όντας φοιτητής, έπρεπε να ενδιαφέρομαι για τους μαθητές του Σοπενάουερ. Ανάμεσα σε αυτούς, ένας τέτοιος, ο Φίλιπ Μαϊνλέντερ μου είχε τραβήξει ιδιαίτερα την προσοχή. Συγγραφέας μιας Φιλοσοφίας της Απελευθέρωσης, κατείχε επιπλέον για μένα την αύρα που αποδίδει η αυτοκτονία. Απολύτως λησμονημένος, εγώ καυχιόμουν πως ήμουν ο μόνος που ενδιαφερόταν γι’ αυτόν, το οποίο δεν είχε καμία χάρη, δεδομένου ότι οι διερευνήσεις μου έπρεπε να με οδηγήσουν αναπόφευκτα σε αυτόν. Το οποίο δε θα αποτελούσε έκπληξη όταν, πολλά χρόνια αργότερα, διάβασα ένα κείμενο του Μπόρχες που τον έβγαλε, ακριβώς, από τη λήθη. Αν σας παραθέτω αυτό το παράδειγμα είναι γιατί από τη στιγμή τούτη, άρχισα να στοχάζομαι σοβαρά πάνω στη συνθήκη του Μπόρχες, προορισμένου, επιβεβλημένου στην καθολικότητα, υποχρεωμένου να εξασκεί το πνεύμα του σε όλες τις διευθύνσεις, ακόμα κι αν δεν ήταν παρά για να δραπετεύσει από την αργεντίνικη ασφυξία. Είναι η λατινοαμερικάνικη ανυπαρξία αυτό που κάνει τους συγγραφείς της ηπείρου εκείνης πιο ανοικτούς, πιο ζωντανούς και πιο διαφορετικούς από τους Ευρωπαίους της Δύσης, παραλυμένους από τις παραδόσεις τους και ανίκανους να φύγουν από τη διακεκριμένη τους σκλήρυνση. Εφόσον σας ενδιαφέρει να ξέρετε τι είναι αυτό που περισσότερο εκτιμώ στον Μπόρχες, θα σας απαντήσω χωρίς δισταγμό η ευκολία του να προσεγγίζει τα πιο διαφορετικά θέματα, η ικανότητα που κατέχει να μιλάει με την ίδια λεπτότητα για την Αιώνια Επιστροφή και για το Τάγκο. Γι’ αυτόν, οποιοδήποτε θέμα είναι καλό, από τη στιγμή που αυτός ο ίδιος είναι το κέντρο των πάντων. Η καθολική περιέργεια είναι σημάδι ζωτικότητας αποκλειστικά αν φέρει το απόλυτο ίχνος ενός εγώ, ενός εγώ από το οποίο όλα πηγάζουν και στο οποίο όλα τελειώνουν: αρχή και τέλος που μπορούν, κυριαρχούντος του αυθαίρετου, να ερμηνευθούν σύμφωνα με τα κριτήρια που θέλει κανείς. Πού βρίσκεται η πραγματικότητα σε όλα αυτά; Το Εγώ, υπέρτατη φάρσα. Το παιχνίδι στον Μπόρχες θυμίζει τη ρομαντική ειρωνεία, τη μεταφυσική εξερεύνηση της ψευδαίσθησης, την ταχυδακτυλουργία με το απεριόριστο. Ο Φρήντριχ Σλέγκελ, σήμερα, βρίσκεται πακτωμένος στην Παταγονία.

αν υπάρχει μια ουτοπία
που εγώ θα προσχωρούσα με άνεση,

θα ήταν εκείνη στην οποία
όλος ο κόσμος θα μιμούνταν αυτόν

Για άλλη μια φορά, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τη λύπη μας για ένα εγκυκλοπαιδικό χαμόγελο κι ένα όραμα τόσο ραφιναρισμένο όπως το δικό του, που εγείρουν μια γενική επιδοκιμασία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αλλά, μολοντούτο, ο Μπόρχες θα μπορούσε να μετατραπεί στο σύμβολο μιας ανθρωπότητας δίχως δόγματα μήτε συστήματα, κι αν υπάρχει μια ουτοπία που εγώ θα προσχωρούσα με άνεση, θα ήταν εκείνη στην οποία όλος ο κόσμος θα μιμούνταν αυτόν, ένα από τα λιγότερο σοβαρά πνεύματα που έχουν υπάρξει, τον τελευταίο ευαίσθητο.

E.M. Σιοράν

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ναταλί Φύτρου

Η Ναταλί Φύτρου γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά.Από μικρή της άρεσε να ακούει και να διηγειται ιστορίες. To 2016 μετέφρασε ένα διήγημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο και το έστειλε στον καθηγητή Ισπανικών της. Διατηρεί το μπλογκ universo2666.blogspot.com