21.11.18

Αντώνης Θ. Σπηλιωτόπουλος


{ ο Ποιητής της Πρώτης Θάλασσας }

Πολυ πριν το Νίκο Καββαδία, πριν κι από τον Καίσαρα Εμμανουήλ, υπήρξε στην Ελλάδα ένας ποιητής και διηγηματογράφος που μαγεύτηκε από τη θάλασσα και παρέδωσε την τέχνη του στις προθέσεις του κύματος. Ονομαζόταν Αντώνης Θ. Σπηλιωτόπουλος, υπερελάσσονας κι ονειροπόλος, λόγιος του εθνορομαντισμού και πατριωτικών πεποιθήσεων με τις οποίες δεν θα ασχοληθούμε ιδιαίτερα λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από πλευράς μας. Θα στοχεύσουμε αποκλειστικά στην ανάδειξη του λογοτεχνικού του έργου, ακόμη κι αν πρέπει να κάνουμε ερευνητικά όλη την «βρώμικη δουλειά» καθότι είμαστε οι πρώτοι που θα ασχοληθούμε δημόσια με εκείνον. Και θα το κάνουμε όχι μόνο εμφορούμενοι από την πεποίθηση πως «όταν παραμερίζεις αυτό που προηγείται είσαι καταραμένος να αγνοείς αυτό που ακολούθησε» αλλά κυρίως από την πίστη πως το λογοτεχνικό του έργο είναι πανάξιο φανερώματος.

Δεν πρόκειται για κάτι σπουδαίο· πρόκειται για κάτι σημαντικό. Κάποια διηγήματά του σού κυριαρχούν τα συναισθήματα και σε παρασέρνουν. Τα ποιήματά του, παρόλες τις ξαφνικές μικρές στιγμές ελευθερίας κατά τόπους, σου αφήνουν κατά βάση μια γλυκόπικρη γεύση στα χείλη, σε αφορούν αλλά δεν σε συγκλονίζουν, σου αλλάζουν τη διάθεση αλλά δεν σου αλλάζουν τη ζωή. Όμως δουλειά μας δεν είναι να αναπαράγουμε μονάχα το υψηλό μα να αναδεικνύουμε ιστορικά και την λογοτεχνική ελασσονία του τόπου. Κι ούτε είμαστε σίγουροι ακόμη για το λογοτεχνικό εκτόπισμα του Σπηλιωτόπουλου. Για παράδειγμα το ποίημα «Μετά Θάνατον» που εντοπίσαμε είναι αριστουργηματικό. Το διήγημα «ιστορία του ναύτου» είναι, κατά τη γνώμη μας, εφάμιλλο του Παπαδιαμάντη. Δεν είναι τυχαίο πως δημοσιεύεται στον τύπο ακριβώς πριν από ένα διήγημα του σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου.

Σε κάθε περίπτωση η έρευνά μας μόλις άρχισε κι ούτε γνωρίζουμε την διάρκειά της. Οπότε το φθινοπωρινό αφιέρωμα στον Αντώνη Σπηλιωτόπουλο (1868-1944) θα αποτελέσει και ένα πείραμα για το ΑΣΣΟΔΥΟ καθότι θα γίνεται σε πραγματικό χρόνο. Όσο η έρευνά μας στις εφημερίδες και τα λογοτεχνικά περιοδικά του αλλοτινού καιρού θα εξελίσσεται και θα αποδίδει καρπούς τόσο θα εμπλουτίζεται και θα μακραίνει τούτη η σελίδα του αφιερώματος. Η γνώση θα είναι εξισωτική και σε ταυτοχρονία. Ελπίζουμε στην κατανόησή σας. Ευελπιστούμε στο ενδιαφέρον σας.

Μείνετε συντονισμένοι λοιπόν: ήρθε η ώρα να βουτήξουμε στην πρώτη, ανέγγιχτη και πιο αμόλυντη θάλασσα των νεοελληνικών γραμμάτων.

Έρευνα & παρουσίαση : Σαμσών Ρακάς || Εικαστική επιμέλεια : γιώργος δομιανός

 


ΕΡΕΥΝΑ ΕΝ ΕΞΕΛΙΞΕΙ


Η αρχή του αφιερώματος θα γίνει με την πρωτοφανέρωση ενός διηγήματός του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το Σάββατο 6 Γενάρη του 1890, η αφηγηματική ένταση του οποίου αποτέλεσε την πρωταρχική αιτία να υλοποιηθεί τούτη η έρευνα. Φέρει τον τίτλο «Προς αναζήτησιν της ευτυχίας» και βασίζεται σε μια ναυτική παράδοση.

 

 

Συνεχίζουμε με τη δημοσίευση του ποιήματος «Επάνοδος» που, αν και μισό αιώνα πριν από αυτήν, θυμίζει έντονα την καββαδιακή ποίηση και σε κάνει να αντιληφθείς πως ο Σπηλιωτόπουλος πρέπει να λογιστεί ως ένα φάντασμα που κυκλοφορεί ελεύθερο μέσα στο ποιητικό εργαστήρι του Καββαδία. Κι όταν λέμε εργαστήρι εννοούμε την καμπίνα του, για να είμαστε ακριβείς.

 

 

Βέβαια ο Σπηλιωτόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα, μεγάλωσε στο Πειραιά. Η θάλασσα επιβαλλόταν στο οπτικό του πεδίο. Αλλά από όσο μπορούμε να ξέρουμε δεν ήταν ο ίδιος ναυτικός. Ήταν δημοσιογράφος, ήταν πολιτικός, λόγιος, εκδότης, εθελοντής στρατιώτης στη μάχη της Κρήτης. Ενδεχομένως να ταξίδευε αρκετά. Μα δεν ήταν ναυτικός. Το γεγονός αυτό τον ανάγκαζε να μεταχειρίζεται συχνά τη θάλασσα όχι ως έναν τόπο πραγματικής εμπειρίας αλλά ως ένα νοητό σύμβολο, ως ένα πεδίο ενατένισης. Ο Σπηλιωτόπουλος αντίκρυζε την θάλασσα, δεν τη διέσχιζε. Μίλαγε ως στεριανός και όχι ως ναύτης. Για παράδειγμα στο ποίημα «Όταν» θα γράψει στο τέλος: «Και κάποτε τη θάλασσα με όλο το κακό της / και μια βαρκούλα τη νικά· / μα της καρδιάς μου ποιος μπορεί να πάψη το θυμό της / σαν βράζει μες στα σωθικά;» Αυτή η απώλεια ναυτικής εμπειρίας αποτελεί και την αιτία που στα ποιήματά του ενθουσιάζεται με ναυτικά θέματα, τα οποία είναι αρκετά κοινότοπα στους ανθρώπους της θάλασσας. Ακόμη όμως και μέσα σε αυτήν την κοινοτοπία είναι ικανός να δημιουργήσει στιγμές πένθιμης έντασης, όπως στο ποίημα «Ο θάνατος του ναύτη». Ο Σπηλιωτόπουλος εισάγει με τρόπο εμπεριστατωμένο το θέμα της ναυτοσύνης στην ελληνική ποίηση, όχι μιας οποιασδήποτε ναυτοσύνης, αλλά εκείνης που συντελείται και βιώνεται μέσα σε ένα αυστηρό ελληνικό και ορθόδοξο πλαίσιο. Αναγκαζόμαστε λοιπόν να δημοσιεύσουμε το ποίημά του σε αντιστοίχιση τόσο με την αποκηρυγμένη «Φωνή απ’ τη θάλασσα» του Καβάφη όσο και με το ποίημα «Δέησις» του ίδιου ποιητή για λόγους εκπληκτικής θεματικής συγγένειας. Πρέπει να υποθέσουμε σθεναρά πως ο Καβάφης έχει λάβει στα χέρια του την μοναδική ποιητική συλλογή «Θαλασσινά» του Αντώνιου Σπηλιωτόπουλου, η οποία εκδίδεται το 1887, με προλόγισμα του Γεωργίου Στρατήγη, και προκαλεί μιαν έντονη αίσθηση στην εποχή του. Στη συνέχεια λησμονιέται παντελώς, μα την υπόγεια δουλειά του την έκανε.

 


Μα ας σταθούμε λίγο περισσότερο στο βιβλίο του. 
Τα «Θαλασσινά» του Αντώνη Σπηλιωτόπουλου πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μία στιγμιαία αναλαμπή του ποιητή, και όχι ως ένα σκληρά δουλεμένο πόνημα κάποιου ανθρώπου αφιερωμένου στα γράμματα. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς βλέποντας τις ημερομηνίες συγγραφής που παραδίδει ο ίδιος, στο τέλος κάθε ποιήματος: τα περισσότερα γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1886 ενώ αρκετά από αυτά έχουν χρονική απόσταση μεταξύ τους λίγες μέρες. Και τα ίδια ακόμα δεν κρύβουν πως η δυναμική τους δεν είναι προορισμένη να αναμετρηθεί σθεναρά με την ιστορία της τέχνης. Κι όμως, συνεκδοχικά, η στιγμιαία αυτή αναλαμπή, είναι αρκετά κρίσιμη για την ελληνική ποίηση. Ο Σπηλιωτόπουλος δημιουργεί σε χρόνο ανύποπτο ένα κονσέπτσουαλ βιβλίο ποίησης με επίκεντρο τη θάλασσα, την οποία μεταχειρίζεται είτε ως σύμβολο είτε ως πεπραγμένο. Λόγω της πρωτοπορίας του, ήταν εύλογο το βιβλίο αυτό να ασκήσει επιρροή στους συγχρόνους του, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, όπως είδαμε πριν, τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ήτανε όμως επίσης εύλογο να μην αντέξει στο χρόνο, γιατί η πρωτοπορία εξατμίζεται σταδιακά μέσα στα νέα ενδεχόμενα που παράγει, και τα οποία τελειοποιούν την αρχική ιδέα. Και η αρχική ιδέα τη συγκεκριμένη στιγμή είναι τα «Θαλασσινά». Το εντοπίσαμε, λοιπόν, και καταγράφουμε τέσσερις αντιπροσωπευτικές ποιητικές στιγμές που ξεχωρίσαμε μέσα από τον ρομαντισμό ενός πρωτεργάτη.

 


Είμαστε υποχρεωμένοι να φανερώσουμε σε ξεχωριστή ανάρτηση ένα ακόμη ποίημα από την συγκεκριμένη συλλογή. Γιατί εδώ ο Σπηλιωτόπουλος αποτολμά κάτι μεγαλεπήβολο, σχεδόν απατηλό.


[Συνεχίζεται]

Αντώνης Θ. Σπηλιωτόπουλος


ο Ποιητής της Πρώτης Θάλασσας

Πολυ πριν το Νίκο Καββαδία, πριν κι από τον Καίσαρα Εμμανουήλ, υπήρξε στην Ελλάδα ένας ποιητής και διηγηματογράφος που μαγεύτηκε από τη θάλασσα και παρέδωσε την τέχνη του στις προθέσεις του κύματος. Ονομαζόταν Αντώνης Θ. Σπηλιωτόπουλος, υπερελάσσονας κι ονειροπόλος, λόγιος του εθνορομαντισμού και πατριωτικών πεποιθήσεων με τις οποίες δεν θα ασχοληθούμε ιδιαίτερα λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από πλευράς μας. Θα στοχεύσουμε αποκλειστικά στην ανάδειξη του λογοτεχνικού του έργου, ακόμη κι αν πρέπει να κάνουμε ερευνητικά όλη την «βρώμικη δουλεια» καθότι είμαστε οι πρώτοι που θα ασχοληθούμε δημόσια με εκείνον. Και θα το κάνουμε όχι μόνο εμφορούμενοι από την πεποίθηση πως «όταν παραμερίζεις αυτό που προηγείται είσαι καταραμένος να αγνοείς αυτό που ακολούθησε» αλλά κυρίως από την πίστη πως το λογοτεχνικό του έργο είναι πανάξιο φανερώματος.

Δεν πρόκειται για κάτι σπουδαίο· πρόκειται για κάτι σημαντικό. Κάποια διηγήματά του σού κυριαρχούν τα συναισθήματα και σε παρασέρνουν. Τα ποιήματά του, παρόλες τις ξαφνικές μικρές στιγμές ελευθερίας κατά τόπους, σου αφήνουν κατά βάση μια γλυκόπικρη γεύση στα χείλη, σε αφορούν αλλά δεν σε συγκλονίζουν, σου αλλάζουν τη διάθεση αλλά δεν σου αλλάζουν τη ζωή. Όμως δουλειά μας δεν είναι να αναπαράγουμε μονάχα το υψηλό μα να αναδεικνύουμε ιστορικά και την λογοτεχνική ελασσονία του τόπου. Κι ούτε είμαστε σίγουροι ακόμη για το λογοτεχνικό εκτόπισμα του Σπηλιωτόπουλου. Για παράδειγμα το ποίημα «Μετά Θάνατον» που εντοπίσαμε είναι αριστουργηματικό. Το διήγημα «ιστορία του ναύτου» είναι, κατά τη γνώμη μας, εφάμιλλο του Παπαδιαμάντη. Δεν είναι τυχαίο πως δημοσιεύεται στον τύπο ακριβώς πριν από ένα διήγημα του σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου.

Σε κάθε περίπτωση η έρευνά μας μόλις άρχισε κι ούτε γνωρίζουμε την διάρκειά της. Οπότε το φθινοπωρινό αφιέρωμα στον Αντώνη Σπηλιωτόπουλο (1868-1944) θα αποτελέσει και ένα πείραμα για το ΑΣΣΟΔΥΟ καθότι θα γίνεται σε πραγματικό χρόνο. Όσο η έρευνά μας στις εφημερίδες και τα λογοτεχνικά περιοδικά του αλλοτινού καιρού θα εξελίσσεται και θα αποδίδει καρπούς τόσο θα εμπλουτίζεται και θα μακραίνει τούτη η σελίδα του αφιερώματος. Η γνώση θα είναι εξισωτική και σε ταυτοχρονία. Ελπίζουμε στην κατανόησή σας. Ευελπιστούμε στο ενδιαφέρον σας.

Μείνετε συντονισμένοι λοιπόν: ήρθε η ώρα να βουτήξουμε στην πρώτη, ανέγγιχτη και πιο αμόλυντη θάλασσα των νεοελληνικών γραμμάτων.

Έρευνα & παρουσίαση : Σαμσών Ρακάς || Εικαστική επιμέλεια : γιώργος δομιανός

 

ΕΡΕΥΝΑ ΕΝ ΕΞΕΛΙΞΕΙ


Η αρχή του αφιερώματος θα γίνει με την πρωτοφανέρωση ενός διηγήματός του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το Σάββατο 6 Γενάρη του 1890, η αφηγηματική ένταση του οποίου αποτέλεσε την πρωταρχική αιτία να υλοποιηθεί τούτη η έρευνα. Φέρει τον τίτλο «Προς αναζήτησιν της ευτυχίας» και βασίζεται σε μια ναυτική παράδοση. 

 

Συνεχίζουμε με τη δημοσίευση του ποιήματος «Επάνοδος» που, αν και μισό αιώνα πριν από αυτήν, θυμίζει έντονα την καββαδιακή ποίηση και σε κάνει να αντιληφθείς πως ο Σπηλιωτόπουλος πρέπει να λογιστεί ως ένα φάντασμα που κυκλοφορεί ελεύθερο μέσα στο ποιητικό εργαστήρι του Καββαδία. Κι όταν λέμε εργαστήρι εννοούμε την καμπίνα του, για να είμαστε ακριβείς.


 

Βέβαια ο Σπηλιωτόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα, μεγάλωσε στο Πειραιά. Η θάλασσα επιβαλλόταν στο οπτικό του πεδίο. Αλλά από όσο μπορούμε να ξέρουμε δεν ήταν ο ίδιος ναυτικός. Ήταν δημοσιογράφος, ήταν πολιτικός, λόγιος, εκδότης, εθελοντής στρατιώτης στη μάχη της Κρήτης. Ενδεχομένως να ταξίδευε αρκετά. Μα δεν ήταν ναυτικός. Το γεγονός αυτό τον ανάγκαζε να μεταχειρίζεται συχνά τη θάλασσα όχι ως έναν τόπο πραγματικής εμπειρίας αλλά ως ένα νοητό σύμβολο, ως ένα πεδίο ενατένισης. Ο Σπηλιωτόπουλος αντίκρυζε την θάλασσα, δεν τη διέσχιζε. Μίλαγε ως στεριανός και όχι ως ναύτης. Για παράδειγμα στο ποίημα «Όταν» θα γράψει στο τέλος: «Και κάποτε τη θάλασσα με όλο το κακό της / και μια βαρκούλα τη νικά· / μα της καρδιάς μου ποιος μπορεί να πάψη το θυμό της / σαν βράζει μες στα σωθικά;» Αυτή η απώλεια ναυτικής εμπειρίας αποτελεί και την αιτία που στα ποιήματά του ενθουσιάζεται με ναυτικά θέματα, τα οποία είναι αρκετά κοινότοπα στους ανθρώπους της θάλασσας. Ακόμη όμως και μέσα σε αυτήν την κοινοτοπία είναι ικανός να δημιουργήσει στιγμές πένθιμης έντασης, όπως στο ποίημα «Ο θάνατος του ναύτη». Ο Σπηλιωτόπουλος εισάγει με τρόπο εμπεριστατωμένο το θέμα της ναυτοσύνης στην ελληνική ποίηση, όχι μιας οποιασδήποτε ναυτοσύνης, αλλά εκείνης που συντελείται και βιώνεται μέσα σε ένα αυστηρό ελληνικό και ορθόδοξο πλαίσιο. Αναγκαζόμαστε λοιπόν να δημοσιεύσουμε το ποίημά του σε αντιστοίχιση τόσο με την αποκηρυγμένη «Φωνή απ’ τη θάλασσα» του Καβάφη όσο και με το ποίημα «Δέησις» του ίδιου ποιητή για λόγους εκπληκτικής θεματικής συγγένειας. Πρέπει να υποθέσουμε σθεναρά πως ο Καβάφης έχει λάβει στα χέρια του την μοναδική ποιητική συλλογή «Θαλασσινά» του Αντώνιου Σπηλιωτόπουλου, η οποία εκδίδεται το 1887, με προλόγισμα του Γεωργίου Στρατήγη, και προκαλεί μιαν έντονη αίσθηση στην εποχή του. Στη συνέχεια λησμονιέται παντελώς, μα την υπόγεια δουλειά του την έκανε.

 

 

Μα ας σταθούμε λίγο περισσότερο στο βιβλίο του. Τα «Θαλασσινά» του Αντώνη Σπηλιωτόπουλου πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μία στιγμιαία αναλαμπή του ποιητή, και όχι ως ένα σκληρά δουλεμένο πόνημα κάποιου ανθρώπου αφιερωμένου στα γράμματα. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς βλέποντας τις ημερομηνίες συγγραφής που παραδίδει ο ίδιος, στο τέλος κάθε ποιήματος: τα περισσότερα γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1886 ενώ αρκετά από αυτά έχουν χρονική απόσταση μεταξύ τους λίγες μέρες. Και τα ίδια ακόμα δεν κρύβουν πως η δυναμική τους δεν είναι προορισμένη να αναμετρηθεί σθεναρά με την ιστορία της τέχνης. Κι όμως, συνεκδοχικά, η στιγμιαία αυτή αναλαμπή, είναι αρκετά κρίσιμη για την ελληνική ποίηση. Ο Σπηλιωτόπουλος δημιουργεί σε χρόνο ανύποπτο ένα κονσέπτσουαλ βιβλίο ποίησης με επίκεντρο τη θάλασσα, την οποία μεταχειρίζεται είτε ως σύμβολο είτε ως πεπραγμένο. Λόγω της πρωτοπορίας του, ήταν εύλογο το βιβλίο αυτό να ασκήσει επιρροή στους συγχρόνους του, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, όπως είδαμε πριν, τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ήτανε όμως επίσης εύλογο να μην αντέξει στο χρόνο, γιατί η πρωτοπορία εξατμίζεται σταδιακά μέσα στα νέα ενδεχόμενα που παράγει, και τα οποία τελειοποιούν την αρχική ιδέα. Και η αρχική ιδέα τη συγκεκριμένη στιγμή είναι τα «Θαλασσινά». Το εντοπίσαμε, λοιπόν, και καταγράφουμε τέσσερις αντιπροσωπευτικές ποιητικές στιγμές που ξεχωρίσαμε μέσα από τον ρομαντισμό ενός πρωτεργάτη.

 



Είμαστε υποχρεωμένοι να φανερώσουμε σε ξεχωριστή ανάρτηση ένα ακόμη ποίημα από την συγκεκριμένη συλλογή. Γιατί εδώ ο Σπηλιωτόπουλος αποτολμά κάτι μεγαλεπήβολο, σχεδόν απατηλό.

 

[Συνεχίζεται]

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ