του Σαμσών Ρακά


Νύχτα. Κι εκείνος είχεν σκύψει στα χαρτιά του
και προσπαθούσε (πλήρης μνήμης) να της γράψει
κάτι σαν ποίημα πάλι να τηνε κλάψει
μετωπικά πάνω στο τείχος του αβάτου.

Κι ήταν εκείθεν, υποκείμενος θανάτου
εξού καντήλι (ολίγης φλόγας) πάει ν’ ανάψει
κι ότι απέμειν’ απ’ την κάποτε χαρά του 
με έξι στίχους του να το παραστενάξει:  

«Μαριάννα, ίσως απόψε μ’ έχετε προδώσει
ίσως και νά ‘χετε ξεχάσει τ’ όνομά μου
Με λέν Ηλία μα τι σημασία να ‘
χει;
Ρωγμή σε κολυμπήθρα
νεκρικού θαλάμου·

που πια δεν θα σας ξαναδώ, κι όλος ο χρόνος
θα ‘ναι ένας γέροντας – κατάκοιτος και μόνος».

 


{ επιστροφή στο κυρίως άρθρο }