19.09.18

το ΑΣΣΟΔΥΟ αναστέλλει
τη λειτουργία του λόγω πολέμου

12 συντάκτες του 1-2 προσπαθούν να αισθανθούν
τις πρώτες ώρες ενός ενδεχόμενου πολέμου


Πόσο απέχει ο τίτλος του αφιερώματος από την πραγματικότητα; Έτη φωτός θέλουμε να πιστεύουμε. Ωστόσο η απόσταση αυτή ανάμεσά τους όσο πάει και κλείνει το τελευταίο διάστημα. Ζητήσαμε λοιπόν από συντάκτες του ΑΣΣΟΔΥΟ συμβολικά την μέρα της εθνικής επετείου να μπουν στο πετσί του «πολεμικού» τους ρόλου και να διαισθανθούν τις πρώτες ώρες από την κήρυξη ενός ενδεχόμενου ελληνοτουρκικού πολέμου. Ιδού:

Βικτώρια ‘Αλεξ

-Νίκο, ξύπνα. -Τι θες; -Δεν ακούς τις σειρήνες τόση ώρα; -Κάνας συναγερμός θα ‘ναι, πέσε κοιμήσου. -Καλέ γίνεται πόλεμος, το λένε στο τουίτερ. -Που; -Τι που; Εδώ! Βομβάρδισαν και την ακρόπολη. -Τι λες; ναρκωτικά; -Σήκω, σου λέω! Πρέπει να φύγουμε. -Και πού να πάμε; -Να πάμε στον πατέρα μου στην Αυστραλία. -Τόσο μακριά; Αφού δεν έχουμε λεφτά. Έπειτα δεν τον συμπαθείς, άσε που είναι ανάποδα οι εποχές. -Ναι είναι κι αυτό. -Γιατί δεν πάμε στη μάνα μου; -Στη μάνα σου στη Χίο; Θα έχουν κάνει ήδη ντου οι Τούρκοι, μπορεί και να την έχουν σκοτώσει ήδη.  Αλλού αλλού.  -Γιατί δεν πάμε στα παιδιά στο Λονδίνο; 
  -Και πώς θα πάμε μέχρι εκεί; Δεν φεύγουν αεροπλάνα, λένε. -Θα πάρουμε το τρένο μέχρι τα σύνορα και μετά οτοστόπ μέχρι τη Γερμανία. -Κι η γάτα; -Θα την πάρουμε και τη γάτα. Άντε σήκω μάζευε. -Και με τα βιβλία τι να κάνω; Δεν μπορώ να τ’ αφήσω, κάποια είναι σπάνια. 
-Πάρε τα πολύ μικρά και απ’ τα μεγάλα κόψε τις αγαπημένες σου σελίδες. -Να τις κόψω; 
-Κόψτες να τελειώνουμε! -Τη μάνα σου να πάρεις να ξέρει πού πάμε. -Αφού λες θα ‘χει πεθάνει. -Μπορεί είπα. -Δεν έχω και μπαταρία, τους φορτιστές να πάρεις. -Τους πήρα. είμαστε έτοιμοι. -Ας πάμε από τα σκαλιά καλύτερα. Ωχ! -Τι έγινε; -Ξέχασα μέσα τα κλειδιά. -Ε και τι; Θα μας κλέψουν; -Πώς θα μπούμε ρε μέσα όταν τελειώσει ο πόλεμος και γυρίσουμε; -Ε τι να κάνουμε τώρα; -Στο ασανσέρ έχει ένα αυτοκόλλητο από έναν κλειδαρά. Για πάρε -Μπορεί να μην δουλεύει σήμερα, αφού έχουμε πόλεμο -Πάρε σου λέω -Άντε καλά -Ώστε βομβάρδισαν την ακρόπολη ε; -Ναι, και το Θησείο -Επιτέλους! -Τι χαίρεσαι; μέχρι το τέλος του κόσμου θα γκρινιάζουν γι’ αυτό -Όταν γυρίσουμε να πάμε στο Μοναστηράκι, στην «Ωραία Ελλάς», να δούμε τα χαλάσματα. -Θα πάμε. Ναι γεια σας, έχουμε κλειδωθεί έξω από το σπίτι μας, στους Αμπελόκηπους μένουμε, δουλεύετε σήμερα; Τι είναι σήμερα; Ξερωγω, για πόλεμο λένε. Α ναι; εντάξει. Η διεύθυνση είναι

 

Ειρήνη Γιαννάκη

Περπατώ στη Βασιλέως Κωνσταντίνου την επαύριο της κήρυξης του πολέμου. Ξάφνου μία εικόνα μέσα στο πανδαιμόνιο και τα κορναρίσματα με ακινητοποιεί. Δύο αέρινες γυναικείες μορφές, ένας νεαρός στρατιωτικός και τα γλυκά χρώματα του σούρουπου σε μία ταράτσα με θέα την Ακρόπολη. Είναι η «Αθηναϊκή βραδιά» του Ιάκωβου Ρίζου, επικρεμάμενη στην πρόχειρη περίφραξη της υπό επέκταση Εθνικής Πινακοθήκης. Στέκει εκεί με ελαφρά υπεροψία, λες και λοιδορεί ό, τι βλέπει, καλά προστατευμένη μέσα στο κουκούλι που της έχει πλέξει η ιστορία. Μα κάτι λείπει από την ανάερη νωχελικότητά της κι η στολή του αξιωματικού είναι μια αμυδρή υπενθύμιση. 1897. Η χρονιά του ντροπιαστικού Ελληνοτουρκικού πολέμου. 1897. Η χρονιά που εισάγεται στη σχολή Ευελπίδων ο 19χρονος Θεόδωρος Πάγκαλος. 1925. Η χρονιά που ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός ποιητής, υπάλληλος στο υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως, γράφει για έναν άλλο «πίνακα ημιτελή», με αφορμή τα έργα και τις ημέρες του ευέλπιδος του ’97: «Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!/Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου. /Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων/κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου». 2010. Ο εγγονός του τότε ευέλπιδος και μετέπειτα δικτάτορα, ως άλλος Κωλέττης, θα αναφωνήσει: «τα φάγαμε όλοι μαζί». Βεβαίως, είναι πολύ δύσκολο να απαγχονίσεις μια ολόκληρη χώρα με την κατηγορία καταχραστή του δημοσίου. 2018. «Ο μόνος καλός Τούρκος είναι ένας νεκρός Τούρκος» αποφαίνεται πάλι ο εγγονός. Θα συμφωνούσαν κι οι ευσταλείς αξιωματικοί του ’97 πριν την πανωλεθρία. Συνεχίζω προς τη λεωφόρο Βασιλέως Αλεξάνδρου, διακόπτοντας τους συνειρμούς, ταπεινή συνεισφορά στον ρεμβασμό της παρέας της ταράτσας, αλλά τώρα ξέρω καλά τι λείπει: τα κανόνια του Μοροζίνι που σκάνε στην πυριτιδαποθήκη της Ακρόπολης, σκάνε στο ανέμελο αθηναϊκό δειλινό, σκάνε σε μια χώρα που βαδίζει αναπαυμένη στις δόξες της, αμέριμνη, ανέτοιμη, ανυποψίαστη προς τον χαμό.

 

γιώργος δομιανός

«είναι νεκρός;»
Οι βιολέτες του Μάρτη, Philip Kerr (σελ. 238)


τον πρώτο τον είδα γωνία Ασκληπιού και Τσιμισκή. δεν με κατάλαβε εξαρχής και δεν πρόλαβε ποτέ να με καταλάβει. η σφαίρα από το όπλο μου καρφώθηκε ανάμεσα από τα μάτια του. είδα το αίμα του να πιτσιλάει ένα ρενώ του 1979. το φχαριστήθηκα. περπάτησα προς το κέντρο και πέτυχα τον δεύτερο ακριβώς εκεί που το υπολόγιζα, στο τυροπιτάδικο γωνία Ιπποκράτους και Σόλωνος. είχα σαν έτοιμος από καιρό το μαχαίρι στην μέση μου και του έκοψα το λαρύγγι πριν προλάβει να σκεφτεί τη λέξη που θα έπρεπε να αρθρώσει. βγήκα Πανεπιστημίου. σχεδόν τρέχοντας έφτασα στην Ομόνοια. στην αρχή της Αγ. Κωνσταντίνου τον πέτυχα να καθαρίζει κάτι από τα άρβυλά του. όπως ήταν σκυμμένος τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη. γύρισε με μια αγνή απορία η οποία μετατράπηκε σε μία άμορφη μάζα σάρκας, οστών και αίματος μόλις άδειασα όλες τις σφαίρες από την Beretta APX 9×19 πάνω του. περπάτησα και κάθισα σε κάτι σκαλάκια απέναντι από το Εθνικό Θέατρο. ένα ραδιόφωνο από μια καφετέρια που δυνάμωσε απότομα έλεγε κάτι για ελληνοτουρκικό πόλεμο. δε με ένοιαζε. δικοί μου εχθροί ήταν αυτοί που σε είχαν αγγίξει αφότου σε γνώρισα. και τώρα ήταν όλοι νεκροί. άναψα το τσιγάρο μου.

 

Κίμωνας Θεοδώρου

Επιδίδομαι σε ασκήσεις αναπνοής, προσπαθώντας να κερδίσω ψυχραιμία και χρόνο: μπορεί η ζωή να κυλήσει τις πρώτες μέρες, μήνες, χρόνια με την προσποίηση ότι δεν πήραμε χαμπάρι τη σύρραξη, μέχρι να πέσει καμιά βόμβα στο κεφάλι μας. Ανεπιτυχές τάημινγκ, αν αύριο ανοίξει το κεφάλι μου, μόλις προχθές έκανα ένα κούρεμα γαμάτο με σχεδιάκια, με την ξυριστική, δεν θα προλάβω να το κυκλοφορήσω πολύ. Αν ο πόλεμος είναι εφιάλτης, θα επαναλάβω το όνομά μου: Αλέξανδρος, Αλέξανδρος, Αλέξανδρος. Θα χώσω το κεφάλι κάτω από το ντους. Δεν βλέπω να ξυπνάω. Είναι αλήθεια; Σηκώθηκα σήμερα το πρωί και έχουμε μπουμ; Αποφεύγω να ανοίξω την τηλεόραση, ή το ιντερνέτ, εκεί υπερβάλλουν στα πάντα. Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, ο πόλεμος σίγουρα. Πουλάει, μωρό μου, όλα μπίζνα. Πόλεμος: ε, και; Κάποιος θα ηττηθεί, κάποιος θα σαρώσει, κάποιος θα συμβιβαστεί, ή και όλοι, πολλοί θα πολεμήσουμε και, ακόμη, θα σκοτωθούμε. Φρικωδίες. Συμβαίνουν αυτά στην παγκόσμια ιστορία, δεν σταμάτησαν ποτέ, ξέρεις. Δεν είναι σωστό πράγμα ο πόλεμος και τα ρέστα. Συμφωνώ. Μισό λεπτό. Ούτως ή άλλως, ζωντανοί νεκροί είμαστε. Σκέψου την κάθε σου μέρα. Τον πόλεμο περίμενες; Ούτως ή άλλως, θέλαμε να πεθάνουμε με κάποιον τρόπο καθώς γκρινιάζαμε για τα πάντα. Τώρα μια ευκαιρία ηρωοποίησης αχνοφέγγει, κάποιος άλλος θα την καρπωθεί οπωσδήποτε, όπως γίνεται με το προϊόν της εργασίας σου. Και αν όντως ξυπνήσαμε και πέφτουν τα φυσίγγια βροχή; Χαλαρώνω: αρχικά, λέω ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Μπορούμε να συνεχίσουμε κανονικά. Μήπως ζούσαμε κανονικά τις ζωές μας; Δεν θα μας άξιζαν τα χειρότερα, εάν η απάντηση είναι ναι; Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με κανονικές μέρες. Είναι μια μέρα κανονική σαν όλες τις άλλες, λοιπόν, προσποιούμαι. Μπαίνω στο αστικό λεωφορείο, σκαρώνω μέσα μου ένα πορν κάστινγκ, όπως κάθε πρωί, βλέποντας τον κόσμο και σκεπτόμενος ποιοι θα ήθελα να παίξουν στην τσόντα μου, εάν γύριζα πορνό, και ποιοι όχι. Εσένα, σίγουρα, καβλάκι, θα σε είχα μέσα. Εσένα, με τίποτα. Μισό λεπτό. Κι αν κηρυχθεί πόλεμος και γίνει επιστράτευση του ανδρικού πληθυσμού και σταματήσουν τα λεωφορεία, καθώς θα ξεμείνουν από οδηγούς; Τα έλεγα, οδηγοί λεωφορείων θα έπρεπε να είναι μόνο γυναίκες, φευ, ανδροκρατείται ο χώρος. Κατά βάθος είμαι φεμινίστρια εγκλωβισμένη στο κορμί ενός τριαντάρη με εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια. Λοιπόν, αν δεν έχουμε λεωφορεία, αυτό σημαίνει κομμένο το πορν κάστινγκ; Και, δηλαδή, μας κόψανε τους μισθούς με τα μνημόνια και όλα αυτά, τα τελευταία οκτώ χρόνια, τώρα να έρχεται και ο πόλεμος και εξαιτίας του να στερούμαστε τις κρυφές διασκεδάσεις, παραπάει. Θα πολεμήσω, ένας εναντίον όλων –ενάντια στο σύστημα- που μας κόβει το πορν κάστινγκ. Θα μεταφέρω το πορν κάστινγκ στο μέτωπο, στα χαρακώματα, στις φρεγάτες, στα αερωθούμενα. Αν κοπούν οι επικοινωνίες, στο μεταξύ, αν πέσουν δορυφόροι και τέτοια, θα εγκαταλείψουμε τα σόσιαλ μίντια και τα ιμέηλ, και θα γυρίσουμε στην παλιά αλληλογραφία με το χαρτί. Ως στρατιώτης θα στέλνω γράμματα στο ασσόδυο, το οποίο με πεσμένο ιντερνέτ δεν θα λειτουργεί πια, αλλά σε κάποια φάση δεν θα κρατιέται και θα βγει μισό έντυπο μισό χειροποίητο, από χέρι σε χέρι. Από κώλο σε κώλο, στο ενδεχόμενο έλλειψης χαρτιού υγείας. Αγαπητό ασσόδυο, σήμερα στο πορν κάστινγκ γαμηθήκαμε κυριολεκτικά. Βλέπεις, η πορνογραφία σκοτώνει το συναίσθημα. Ή, ο πόλεμος είναι πορνογραφία με άλλα μέσα. Έπεσαν άμαχοι, γυναίκες και παιδιά, ενώ παίζαμε τα πουλάκια μας. Αυτό είναι ο πόλεμος: η πράξη της μαλακίας μεταξύ διεθνοποιημένου κεφαλαιοκρατικού συστήματος και εθνικισμών. Έρωτες που χάθηκαν και έγιναν οπλισμένες χούφτες παλινδρομικών κινήσεων. Για αυτό (δεν προλαβαίνω να βρω άλλο κλείσιμο –τρέχω να αναζητήσω κάναν φίλο να οργανωθούμε- θα χρειαστούμε πολεμοφόδια, ό,τι και αν σημαίνει πολεμοφόδιο για τον καθένα) κοτσάρω πρόχειρα τούτο: Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο. Κάτι ξέρουν τα κλισέ, από το λαό βγαλμένα. Με ένα αφροδίσιο, ας πούμε, γλυτώνεις. Δεν θα πεθάνουμε. Έχουμε νικήσει –παίζεται αλλού αυτό- αλλά μην μας το πείτε, ψευδαίσθηση είναι.

 

Γιώργος Μακελάρης

Το είδα πρόσφατα στον ύπνο μου, αλήθεια.
Άλλαξε λέει το φύλλο της πορείας μου 
κι αντί να παρουσιαστώ την πρώτη μέρα του πολέμου σε στρατόπεδο
κλήθηκα αμέσως να βρεθώ στον χώρο εργασίας μου.
Τι άραγε έχει να πει για όλο αυτό ο ονειροκρίτης; 

 

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

Σήμερα ξύπνησα στον πόλεμο. Αυτήν την φορά ήταν κανονικός, όχι σαν τις υπόλοιπες που είχα πει το όνομά του. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ζητήσω συγνώμη από τους νεκρούς. Το δεύτερο ήταν να ζητήσω βοήθεια απ’ τους ζωντανούς. Τρίτο πράγμα δεν έχω κάνει ακόμα. Ούτως ή άλλως, ποτέ άλλοτε δεν είχα κάνει τρία ολόκληρα πράγματα μέσα σε μια ώρα. Προς το παρόν, μιλάω γι’ αυτό. Μια ώρα τώρα μιλάω ασταμάτητα. Αν η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης απ’ τον οποίο προσπαθώ ακόμα να ξυπνήσω, τότε η γλώσσα μου δεν είναι εξίσου γλώσσα του εφιάλτη και γλώσσα του ξυπνήματος; Αν η Ιστορία είναι τραγική, δηλαδή έχει δραματικό χαρακτήρα – διαδραματίζεται – τότε ο στοιχειώδης τρόπος ύπαρξης σ’ αυτήν, η ουσιαστική ιστορική εμπειρία, δεν είναι ο τρόμος της σκηνής; Θα ήθελα να μπορέσω κάποτε να πεθάνω για κάτι, αλλά δεν θα είναι γι’ αυτό – ούτε θα είναι εδώ, ούτε θα είναι τώρα. Η λιποταξία είναι επιλογή μου. Η λιποψυχία, όμως, είναι το όριο του ορίζοντά μου. Και θα προτιμούσα να είμαι οπουδήποτε αλλού αντί για εδώ, σήμερα.

 

Ηλίας Παρασκευόπουλος

Τα χαμπέρια μήβραν στου χωριό απούχαμε πάει για Πάσχα, σάματς τι να κάμαμε, να χαζουφέρναμε τρόυρα ζμπόλ;
Έντο πιστεύαμαν. «Ντηπ μαλάκας ειν’ ο σουλτάνους;», έτσι κρίναμε ούλοι και μαζέφκαμαν στου καφενείου απούχε πάει ου πρόεδρους.

«Ημείς, ξέρετέτο καλά, έχουμε παράδοσιν σταρματολίκ. Μας στρούμουξαν στου νέου του κράτους σάματς δεν είχαμαν θκιας μας πολιτεία. Τώρα απρέπ ναβγούμ πάλ στα βνα σατς παλιοί για κείν. Α κρίντε, τι λέτε;»

Κιχ στου καφενέ. Δίκιου είχε ου πρόεδρους. Άμα η Διοίκησις έλεγε πόλεμο, ε τι θα φτιάναμαν εμείς; Να μας λεν χέστες;
Σκώθκαμαν για τα σπίτια. Οι γυναίκες τι νασλέω! Τσάκουγες κι ήθελες να κλάειψ μαζίτς.

Έφγαμαν κατά τη Πισκοπή απούταν μέρος καλό για ταμπούρωμα. «Εδώ κταστείτε και περιμέντε εντολές άνωθεν.»

«Τι λέτε ρε, χάζεψάταν; Οι θκιοι μας βαρέσαν πρώτ; Ε νατσγαμήσω!»

 

Σαμσών Ρακάς

Άρχισε ο πόλεμος λέει. Και πάω να τρελαθώ. Θέλω να ουρλιάξω στη μούρη μου. Σκέφτομαι αμέσως το παιδί. Μα το παιδί έχει χαθεί στην ευτυχία του. Ένας παλιόφιλος από το μαιευτήριο, πάει κι αυτός, καταπλακώθηκε απ’ τη σπηλιά του Πλάτωνα. Όσο για σένα, σε παίρνω 3 χρόνια στο κινητό και μου βγαίνει τηλεφωνητής. Τσακώνομαι με την τηλεφωνήτρια που μπαίνει ανάμεσά μας. Τι πόλεμο μου λέτε τώρα; Ας περιμένουν λίγο τα στρατεύματα. Δεν έχω εύκαιρο έναν άνθρωπο για να νοιαστώ. Ποιος το αποφάσισε έτσι γρήγορα; Αφήστε με να πανικοβληθώ. Δώστε μου έναν πρόγονο που δεν θέλω να χάσω. Ένα ρετιρέ στη Νέα Σμύρνη. Ένα ψόφιο ιδανικό που να αξίζει το αίμα μου. Έστω μια χούφτα χρυσάφι, ρε μαλάκες, για να μπω μπροστά. Τι με καλείτε στη μάχη απελπισμένο; Το μίσος μου για τον εχθρό πάει I5 καρφωτό. Πάψτε, λοιπόν, να μου ρίχνετε τα εμβατήρια στα μούτρα. Είμαι τρύπιος από μέτωπο.

Ήδη.

 

Σοφία Σούπαρη

«Κάθε πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση»
 Σουν Τζού

Η κοπέλα στην οθόνη με κοιτάει και με μια περίεργη βραχνάδα στη φωνή ξεστομίζει ό,τι δεν θέλει ν’ ακούσει κανείς. «Τα στρατεύματα κατευθύνονται… ο στόλος μας κατευθύνεται…» Πού κατευθύνονται; Δεν υπάρχουν κατευθύνσεις. Στο κάτω μέρος της οθόνης γράφει κάτι που δεν μπορώ να διαβάσω. Ριπές, το αεροδρόμιο είναι κοντά, να φύγω  από δω, το παιδί, πού είναι το παιδί; Πέφτουν διαφημίσεις. Παράνοια. Είμαι ακίνητη. Έχω αλεύρι; Η γιαγιά έλεγε στον πόλεμο αλεύρι. Κοιτάω ενστικτωδώς πίσω μου. Τα λουλούδια έχουν ανθίσει. Χτυπάει το τηλέφωνο. Είμαι ακίνητη. Έκτακτη είδηση. Δεν θέλω να ακούσω, αλλά ακούω. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ακίνητη. Θέλω να τρέξω, πού, γιατί; Είμαι ακίνητη. Η φρίκη διατρέχει την σπονδυλική μου στήλη σαν σαρανταποδαρούσα και βυθίζεται στα νεφρά μου. Θέλω να πω «δεν με ενδιαφέρει, έχω πολλές δουλειές σήμερα». Αλεύρι, αλεύρι και ζάχαρη. Στο νου μου σκάει η φωτογραφία του παππού πάνω στο άλογο γυρνώντας από την Αλβανία. Δεν έχουμε άλογο. Αλεύρι. Ακίνητη, θα παραμείνω ακίνητη, τόσο ακίνητη που θα σταματήσει ακόμη και ο χρόνος. Ακίνητη, ίσως παραπλανήσω τη στιγμή και φύγει μακριά. «Ο υπουργός άμυνας συγκάλεσε το πρωί συμβούλιο των αρχηγών….».

Αλεύρι.

 

Χαρίλαος Τρουβάς

Στην Επιστράτευση του `74 ήμουν αγέννητος, μα έζησα επίστρατους όταν έκανα φαντάρος. Οι επίστρατοι είναι άντρες που έχουν υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία και κάποια στιγμή καλούνται για επανεκπαίδευση μιας ή δύο εβδομάδων.
Τέλη του 2003 λοιπόν και το Τάγμα όπου υπηρετώ ετοιμάζεται να υποδεχτεί τους επίστρατους. Ανάμεσα στις άλλες προετοιμασίες, πρέπει να φροντίσουμε για τις στολές που θα τους ντύσουμε. Πάμε στις αποθήκες όπου βρίσκονται στοιβαγμένες και τις βρίσκουμε μέσα στη μπίχλα! Ο ιδρώτας των προηγούμενων επιστράτων που τις φόρεσαν, η βρωμιά, η σκόνη και η υγρασία, έχουν φτιάξει κι άλλο ύφασμα πάνω από το χακί. Τι θα κάνουμε; Είναι χειμώνας. Να πλύνουμε και να στεγνώσουμε τις στολές εγκαίρως, δεν υπάρχει καμία περίπτωση. Το στρατιωτικό δαιμόνιο των ελλήνων όμως είναι πολύ ισχυρό: όλοι οι λόχοι επί ποδός! Ανοίγουν οι σιδερώστρες και οι φαντάροι ανά ζεύγη, ο ένας ραντίζει τη στολή με ροζ υγρό σφουγγαρίσματος, ο άλλος σιδερώνει. Ο ατμός δίνει στο χώρο μια αίσθηση χαμάμ. Οι στολές παραμένουν βρώμικες, αλλά μοσχοβολάνε! Το ξημέρωμα μάς βρίσκει σιδερώνοντας. Άντρες με το σίδερο και το ροζ υγρό σφουγγαρίσματος. Μόνο το φακιόλι μάς λείπει. Τι πιο queer;
Αυτά τα λέω α) επειδή κάπου έπρεπε να τα καταγράψω και να τα μοιραστώ και β) για να καταδείξω ότι ο ελληνικός στρατός δεν έχει καμία σχέση με πόλεμο. Είναι μια άχρηστη δημόσια υπηρεσία, με νωχελικούς υπαλλήλους που συντηρούν τη γραφική ιδέα του έθνους.
Αν σήμερα μπούμε σε πόλεμο με την Τουρκία – με τον Ερντογάν δηλαδή – ο πόλεμος θα κριθεί στον αέρα, σε τεχνολογικό επίπεδο. Δε θα γίνει μάχη σώμα με σώμα. Το πολύ πολύ ο Ερντογάν να ισοπεδώσει την Ακρόπολη και το ΚΠΙΣΝ (τι συνειρμοί είν` αυτοί, σχώρα με Αθηνά Παλλάδα…)
Σε περίπτωση επιστράτευσης πάντως, μάλλον θα παρουσιαστώ και θα καταταγώ γιατί είμαι δειλός και νομιμόφρων. Για να `μαι ειλικρινής, θα το κάνω μισό λόγω αφέλειας και μισό λόγω περιέργειας – πόσο νιώθω τον Καρυωτάκη όταν γράφει «το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου».

 


Προκόπης Τσιφόρος

Το όνειρο που βλέπω είναι καταπληκτικό. Όμως έχει βαλθεί να χτυπάει το τηλέφωνο. Στον ύπνο, στον ξύπνιο, δεν ξέρω την ακριβή τοποθεσία της κλήσης. Πάντως αποφασίζω να το σηκώσω με κλειστά μάτια για να είμαι σίγουρος πως δε θα βγω από το όνειρο. «Ξύπνα, γίνεται πόλεμος με την Τουρκία» λέει μια κοριτσίστικη φωνή. Δεν απαντάω κάτι. Αν βρίσκομαι στον ύπνο και απαντήσω θα φανεί πως παραμιλώ. Από την άλλη τι σχέση έχει ο πόλεμος με το όνειρο που έβλεπα; Ήμουν λέει στο σπίτι της Φλέρυς Νταντωνάκη. Ήμασταν ξαπλωμένοι στον καναπέ και βλέπαμε καλλιτεχνικό πατινάζ μέχρι αργά. Άκου τώρα. Δεν υπήρχαν αντίπαλοι. Μόνο ο Εβγκένι Πλούσενκο ήταν στον πάγο. Έκανε μόνος του ένα πρόγραμμα τριών ωρών. Εμείς ήμασταν κάτι σαν κριτές. Σε κάθε φιγούρα του σχολιάζαμε: πετυχημένη η ρίμα του, εδώ έχασε κάπως τον έλεγχο του ποιήματος, μοντέρνο τίτλο διάλεξε για βιβλίο. Γενικά, τι περίεργο όνειρο. Όμως ο συνομιλητής επιμένει: «Ξύπνα, μ’ ακούς; Έγινε επιστράτευση». Ώπα. Πτώση από τετραπλό τόλουπ. Το μάγουλο του Πλούσενκο χτυπάει στον πάγο. Κάτι δεν πάει καλά. Συνεχίζω να μην απαντάω παρ’ όλο που έχω ανοίξει τα μάτια. Όντως συμβαίνει; «Λένε πως βυθίσαν μια φρεγάτα στο Αιγαίο, με ακούς που σου μιλάω;» επιμένει η φωνή που τώρα έχει γίνει αντρική. Τελικά όντως συμβαίνει αλλά έχει παγώσει λίγο η γλώσσα μου. Τι πρέπει να απαντήσω; Πως ο πόλεμος αυτός δεν είναι δικός μου; Ότι δεν έχω για εχθρούς αυτούς που μου φορτώσανε; Ότι με ενδιαφέρει μόνο η μουσική; Απαντώ απλώς: «Εντάξει, θα δω τι θα κάνω». Κλείνω το τηλέφωνο. Κλείνω τα μάτια. Τώρα αποκοιμιέμαι σε μια παλιά σπηλιά ανταρτών. Ο Πλούσενκο σηκώνεται και πάλι. Οπλοφορεί και πλησιάζει προς τα μένα. Με πυροβολεί εξ επαφής. Σωριάζομαι και καθώς ξεψυχάω κοιτάω την Φλέρυ από πάνω να μου ψέλνει ένα παλιό κομμάτι του Rod mcKuen.

 

Κλεοπάτρα Χαρίτου

Πετάχτηκα με τη σειρήνα, σφηνωμένο μήλο στο λαιμό, κι ο σκύλος να ροκάρει στο ξημέρωμα.
Το μπαλκόνι είχε αρπάξει πόλεμο κι έτρεχε κόντρα στον άνεμο, τα μαλλιά του κυμάτιζαν απ’ το ανοιχτό παράθυρο, γκάζι κι όποιον σαρώσει. Έτρεξα έξω να γραπωθώ απ’τα φυτά. Φάρμακα, καλαμπόκια, καπότες, σύριγγες, δεξαμενόπλοια, πάμπερς, δισκοπότηρα πετάγονταν σαν κομμένα στάχυα απ’ το δρεπάνι του χάρου. Έσκυβα δουλικά να τους δώσω χώρο, έγερνα δεξιά/αριστερά, το χέρι μου ξεκόλλησε κι άρπαξε ενστικτωδώς τη μάνικα. «Με το νερό χωρίζουν τα σκυλιά όταν καυγαδίζουν» σκέφτηκα όταν έσκασαν σα χλαπάτσες πάνω στα γυαλιά μου τα μάτια του Νικόλα. Το Αιγαίο έπαιζε πιάνο στις κόρες του.
-Πόλεμος. – Θα πας; – ‘Οχι. – Θα σε φωνάξουν. – Έχω τρελλόχαρτο. 
Η οθόνη μίας τηλεόρασης θρυμμάτισε το διάλογό μας. «Εμείς φταίμε που ψωνίζαμε τόσο καιρό απ’ την Τουρκία»  είπε ένα κομμάτι οθόνης την ώρα που έσκιζε τον αμφιβλιστροειδή του Νικόλα. Μέσα από την τσέπη μου ξεπετάχτηκε η Σου: «Clio, πως θα σου φαινόταν αν βομβαρδιζόταν η Ακρόπολη /η Ακρόπολη /η Ακρόπολη /η Ακρόπολη;». Προσγειώθηκα στην κουζίνα ανάμεσα στους κίονες. Στο μάτι σιγόβραζαν από βραδύς τα άγρια χόρτα της Αγίας Γιαγιάς, χόρτα κατσαρά, σκληρά και πικρά, ξεριζωμένα ένα ένα με το χέρι. Η Αγία Γιαγιά γονατισμένη στο χώμα της πατρίδας της βάζει τα χόρτα μέσα σε μια πλαστική σακούλα, 3 ευρώ το μισό κιλό στη λαϊκή του Σαββάτου. Είδος πολυτελείας. Η σακούλα δωρεάν. 
Πικρά πνίγεται η επανάσταση στα χέρια του πολέμου. 

το ΑΣΣΟΔΥΟ αναστέλλει
τη λειτουργία του λόγω πολέμου

12 συντάκτες του 1-2 προσπαθούν να αισθανθούν
τις πρώτες ώρες ενός ενδεχόμενου πολέμου


Πόσο απέχει ο τίτλος του αφιερώματος από την πραγματικότητα; Έτη φωτός θέλουμε να πιστεύουμε. Ωστόσο η απόσταση αυτή ανάμεσά τους όσο πάει και κλείνει το τελευταίο διάστημα. Ζητήσαμε λοιπόν από συντάκτες του ΑΣΣΟΔΥΟ συμβολικά την μέρα της εθνικής επετείου να μπουν στο πετσί του «πολεμικού» τους ρόλου και να διαισθανθούν τις πρώτες ώρες από την κήρυξη ενός ενδεχόμενου ελληνοτουρκικού πολέμου. Ιδού:

Βικτώρια ‘Αλεξ

-Νίκο, ξύπνα. -Τι θες; -Δεν ακούς τις σειρήνες τόση ώρα; -Κάνας συναγερμός θα ‘ναι, πέσε κοιμήσου. -Καλέ γίνεται πόλεμος, το λένε στο τουίτερ. -Που; -Τι που; Εδώ! Βομβάρδισαν και την ακρόπολη. -Τι λες; ναρκωτικά; -Σήκω, σου λέω! Πρέπει να φύγουμε. -Και πού να πάμε; -Να πάμε στον πατέρα μου στην Αυστραλία. -Τόσο μακριά; Αφού δεν έχουμε λεφτά. Έπειτα δεν τον συμπαθείς, άσε που είναι ανάποδα οι εποχές. -Ναι είναι κι αυτό. -Γιατί δεν πάμε στη μάνα μου; -Στη μάνα σου στη Χίο; Θα έχουν κάνει ήδη ντου οι Τούρκοι, μπορεί και να την έχουν σκοτώσει ήδη.  Αλλού αλλού.  -Γιατί δεν πάμε στα παιδιά στο Λονδίνο; 
  -Και πώς θα πάμε μέχρι εκεί; Δεν φεύγουν αεροπλάνα, λένε. -Θα πάρουμε το τρένο μέχρι τα σύνορα και μετά οτοστόπ μέχρι τη Γερμανία. -Κι η γάτα; -Θα την πάρουμε και τη γάτα. Άντε σήκω μάζευε. -Και με τα βιβλία τι να κάνω; Δεν μπορώ να τ’ αφήσω, κάποια είναι σπάνια. 
-Πάρε τα πολύ μικρά και απ’ τα μεγάλα κόψε τις αγαπημένες σου σελίδες. -Να τις κόψω; 
-Κόψτες να τελειώνουμε! -Τη μάνα σου να πάρεις να ξέρει πού πάμε. -Αφού λες θα ‘χει πεθάνει. -Μπορεί είπα. -Δεν έχω και μπαταρία, τους φορτιστές να πάρεις. -Τους πήρα. είμαστε έτοιμοι. -Ας πάμε από τα σκαλιά καλύτερα. Ωχ! -Τι έγινε; -Ξέχασα μέσα τα κλειδιά. -Ε και τι; Θα μας κλέψουν; -Πώς θα μπούμε ρε μέσα όταν τελειώσει ο πόλεμος και γυρίσουμε; -Ε τι να κάνουμε τώρα; -Στο ασανσέρ έχει ένα αυτοκόλλητο από έναν κλειδαρά. Για πάρε -Μπορεί να μην δουλεύει σήμερα, αφού έχουμε πόλεμο -Πάρε σου λέω -Άντε καλά -Ώστε βομβάρδισαν την ακρόπολη ε; -Ναι, και το Θησείο -Επιτέλους! -Τι χαίρεσαι; μέχρι το τέλος του κόσμου θα γκρινιάζουν γι’ αυτό -Όταν γυρίσουμε να πάμε στο Μοναστηράκι, στην «Ωραία Ελλάς», να δούμε τα χαλάσματα. -Θα πάμε. Ναι γεια σας, έχουμε κλειδωθεί έξω από το σπίτι μας, στους Αμπελόκηπους μένουμε, δουλεύετε σήμερα; Τι είναι σήμερα; Ξερωγω, για πόλεμο λένε. Α ναι; εντάξει. Η διεύθυνση είναι

 

Ειρήνη Γιαννάκη

Περπατώ στη Βασιλέως Κωνσταντίνου την επαύριο της κήρυξης του πολέμου. Ξάφνου μία εικόνα μέσα στο πανδαιμόνιο και τα κορναρίσματα με ακινητοποιεί. Δύο αέρινες γυναικείες μορφές, ένας νεαρός στρατιωτικός και τα γλυκά χρώματα του σούρουπου σε μία ταράτσα με θέα την Ακρόπολη. Είναι η «Αθηναϊκή βραδιά» του Ιάκωβου Ρίζου, επικρεμάμενη στην πρόχειρη περίφραξη της υπό επέκταση Εθνικής Πινακοθήκης. Στέκει εκεί με ελαφρά υπεροψία, λες και λοιδορεί ό, τι βλέπει, καλά προστατευμένη μέσα στο κουκούλι που της έχει πλέξει η ιστορία. Μα κάτι λείπει από την ανάερη νωχελικότητά της κι η στολή του αξιωματικού είναι μια αμυδρή υπενθύμιση. 1897. Η χρονιά του ντροπιαστικού Ελληνοτουρκικού πολέμου. 1897. Η χρονιά που εισάγεται στη σχολή Ευελπίδων ο 19χρονος Θεόδωρος Πάγκαλος. 1925. Η χρονιά που ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός ποιητής, υπάλληλος στο υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως, γράφει για έναν άλλο «πίνακα ημιτελή», με αφορμή τα έργα και τις ημέρες του ευέλπιδος του ’97: «Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!/Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου. /Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων/κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου». 2010. Ο εγγονός του τότε ευέλπιδος και μετέπειτα δικτάτορα, ως άλλος Κωλέττης, θα αναφωνήσει: «τα φάγαμε όλοι μαζί». Βεβαίως, είναι πολύ δύσκολο να απαγχονίσεις μια ολόκληρη χώρα με την κατηγορία καταχραστή του δημοσίου. 2018. «Ο μόνος καλός Τούρκος είναι ένας νεκρός Τούρκος» αποφαίνεται πάλι ο εγγονός. Θα συμφωνούσαν κι οι ευσταλείς αξιωματικοί του ’97 πριν την πανωλεθρία. Συνεχίζω προς τη λεωφόρο Βασιλέως Αλεξάνδρου, διακόπτοντας τους συνειρμούς, ταπεινή συνεισφορά στον ρεμβασμό της παρέας της ταράτσας, αλλά τώρα ξέρω καλά τι λείπει: τα κανόνια του Μοροζίνι που σκάνε στην πυριτιδαποθήκη της Ακρόπολης, σκάνε στο ανέμελο αθηναϊκό δειλινό, σκάνε σε μια χώρα που βαδίζει αναπαυμένη στις δόξες της, αμέριμνη, ανέτοιμη, ανυποψίαστη προς τον χαμό.

 

γιώργος δομιανός

«είναι νεκρός;»
Οι βιολέτες του Μάρτη, Philip Kerr (σελ. 238)


τον πρώτο τον είδα γωνία Ασκληπιού και Τσιμισκή. δεν με κατάλαβε εξαρχής και δεν πρόλαβε ποτέ να με καταλάβει. η σφαίρα από το όπλο μου καρφώθηκε ανάμεσα από τα μάτια του. είδα το αίμα του να πιτσιλάει ένα ρενώ του 1979. το φχαριστήθηκα. περπάτησα προς το κέντρο και πέτυχα τον δεύτερο ακριβώς εκεί που το υπολόγιζα, στο τυροπιτάδικο γωνία Ιπποκράτους και Σόλωνος. είχα σαν έτοιμος από καιρό το μαχαίρι στην μέση μου και του έκοψα το λαρύγγι πριν προλάβει να σκεφτεί τη λέξη που θα έπρεπε να αρθρώσει. βγήκα Πανεπιστημίου. σχεδόν τρέχοντας έφτασα στην Ομόνοια. στην αρχή της Αγ. Κωνσταντίνου τον πέτυχα να καθαρίζει κάτι από τα άρβυλά του. όπως ήταν σκυμμένος τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη. γύρισε με μια αγνή απορία η οποία μετατράπηκε σε μία άμορφη μάζα σάρκας, οστών και αίματος μόλις άδειασα όλες τις σφαίρες από την Beretta APX 9×19 πάνω του. περπάτησα και κάθισα σε κάτι σκαλάκια απέναντι από το Εθνικό Θέατρο. ένα ραδιόφωνο από μια καφετέρια που δυνάμωσε απότομα έλεγε κάτι για ελληνοτουρκικό πόλεμο. δε με ένοιαζε. δικοί μου εχθροί ήταν αυτοί που σε είχαν αγγίξει αφότου σε γνώρισα. και τώρα ήταν όλοι νεκροί. άναψα το τσιγάρο μου.

 

Κίμωνας Θεοδώρου

Επιδίδομαι σε ασκήσεις αναπνοής, προσπαθώντας να κερδίσω ψυχραιμία και χρόνο: μπορεί η ζωή να κυλήσει τις πρώτες μέρες, μήνες, χρόνια με την προσποίηση ότι δεν πήραμε χαμπάρι τη σύρραξη, μέχρι να πέσει καμιά βόμβα στο κεφάλι μας. Ανεπιτυχές τάημινγκ, αν αύριο ανοίξει το κεφάλι μου, μόλις προχθές έκανα ένα κούρεμα γαμάτο με σχεδιάκια, με την ξυριστική, δεν θα προλάβω να το κυκλοφορήσω πολύ. Αν ο πόλεμος είναι εφιάλτης, θα επαναλάβω το όνομά μου: Αλέξανδρος, Αλέξανδρος, Αλέξανδρος. Θα χώσω το κεφάλι κάτω από το ντους. Δεν βλέπω να ξυπνάω. Είναι αλήθεια; Σηκώθηκα σήμερα το πρωί και έχουμε μπουμ; Αποφεύγω να ανοίξω την τηλεόραση, ή το ιντερνέτ, εκεί υπερβάλλουν στα πάντα. Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά, ο πόλεμος σίγουρα. Πουλάει, μωρό μου, όλα μπίζνα. Πόλεμος: ε, και; Κάποιος θα ηττηθεί, κάποιος θα σαρώσει, κάποιος θα συμβιβαστεί, ή και όλοι, πολλοί θα πολεμήσουμε και, ακόμη, θα σκοτωθούμε. Φρικωδίες. Συμβαίνουν αυτά στην παγκόσμια ιστορία, δεν σταμάτησαν ποτέ, ξέρεις. Δεν είναι σωστό πράγμα ο πόλεμος και τα ρέστα. Συμφωνώ. Μισό λεπτό. Ούτως ή άλλως, ζωντανοί νεκροί είμαστε. Σκέψου την κάθε σου μέρα. Τον πόλεμο περίμενες; Ούτως ή άλλως, θέλαμε να πεθάνουμε με κάποιον τρόπο καθώς γκρινιάζαμε για τα πάντα. Τώρα μια ευκαιρία ηρωοποίησης αχνοφέγγει, κάποιος άλλος θα την καρπωθεί οπωσδήποτε, όπως γίνεται με το προϊόν της εργασίας σου. Και αν όντως ξυπνήσαμε και πέφτουν τα φυσίγγια βροχή; Χαλαρώνω: αρχικά, λέω ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Μπορούμε να συνεχίσουμε κανονικά. Μήπως ζούσαμε κανονικά τις ζωές μας; Δεν θα μας άξιζαν τα χειρότερα, εάν η απάντηση είναι ναι; Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με κανονικές μέρες. Είναι μια μέρα κανονική σαν όλες τις άλλες, λοιπόν, προσποιούμαι. Μπαίνω στο αστικό λεωφορείο, σκαρώνω μέσα μου ένα πορν κάστινγκ, όπως κάθε πρωί, βλέποντας τον κόσμο και σκεπτόμενος ποιοι θα ήθελα να παίξουν στην τσόντα μου, εάν γύριζα πορνό, και ποιοι όχι. Εσένα, σίγουρα, καβλάκι, θα σε είχα μέσα. Εσένα, με τίποτα. Μισό λεπτό. Κι αν κηρυχθεί πόλεμος και γίνει επιστράτευση του ανδρικού πληθυσμού και σταματήσουν τα λεωφορεία, καθώς θα ξεμείνουν από οδηγούς; Τα έλεγα, οδηγοί λεωφορείων θα έπρεπε να είναι μόνο γυναίκες, φευ, ανδροκρατείται ο χώρος. Κατά βάθος είμαι φεμινίστρια εγκλωβισμένη στο κορμί ενός τριαντάρη με εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια. Λοιπόν, αν δεν έχουμε λεωφορεία, αυτό σημαίνει κομμένο το πορν κάστινγκ; Και, δηλαδή, μας κόψανε τους μισθούς με τα μνημόνια και όλα αυτά, τα τελευταία οκτώ χρόνια, τώρα να έρχεται και ο πόλεμος και εξαιτίας του να στερούμαστε τις κρυφές διασκεδάσεις, παραπάει. Θα πολεμήσω, ένας εναντίον όλων –ενάντια στο σύστημα- που μας κόβει το πορν κάστινγκ. Θα μεταφέρω το πορν κάστινγκ στο μέτωπο, στα χαρακώματα, στις φρεγάτες, στα αερωθούμενα. Αν κοπούν οι επικοινωνίες, στο μεταξύ, αν πέσουν δορυφόροι και τέτοια, θα εγκαταλείψουμε τα σόσιαλ μίντια και τα ιμέηλ, και θα γυρίσουμε στην παλιά αλληλογραφία με το χαρτί. Ως στρατιώτης θα στέλνω γράμματα στο ασσόδυο, το οποίο με πεσμένο ιντερνέτ δεν θα λειτουργεί πια, αλλά σε κάποια φάση δεν θα κρατιέται και θα βγει μισό έντυπο μισό χειροποίητο, από χέρι σε χέρι. Από κώλο σε κώλο, στο ενδεχόμενο έλλειψης χαρτιού υγείας. Αγαπητό ασσόδυο, σήμερα στο πορν κάστινγκ γαμηθήκαμε κυριολεκτικά. Βλέπεις, η πορνογραφία σκοτώνει το συναίσθημα. Ή, ο πόλεμος είναι πορνογραφία με άλλα μέσα. Έπεσαν άμαχοι, γυναίκες και παιδιά, ενώ παίζαμε τα πουλάκια μας. Αυτό είναι ο πόλεμος: η πράξη της μαλακίας μεταξύ διεθνοποιημένου κεφαλαιοκρατικού συστήματος και εθνικισμών. Έρωτες που χάθηκαν και έγιναν οπλισμένες χούφτες παλινδρομικών κινήσεων. Για αυτό (δεν προλαβαίνω να βρω άλλο κλείσιμο –τρέχω να αναζητήσω κάναν φίλο να οργανωθούμε- θα χρειαστούμε πολεμοφόδια, ό,τι και αν σημαίνει πολεμοφόδιο για τον καθένα) κοτσάρω πρόχειρα τούτο: Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο. Κάτι ξέρουν τα κλισέ, από το λαό βγαλμένα. Με ένα αφροδίσιο, ας πούμε, γλυτώνεις. Δεν θα πεθάνουμε. Έχουμε νικήσει –παίζεται αλλού αυτό- αλλά μην μας το πείτε, ψευδαίσθηση είναι.

 

Γιώργος Μακελάρης

Το είδα πρόσφατα στον ύπνο μου, αλήθεια.
Άλλαξε λέει το φύλλο της πορείας μου 
κι αντί να παρουσιαστώ την πρώτη μέρα του πολέμου σε στρατόπεδο
κλήθηκα αμέσως να βρεθώ στον χώρο εργασίας μου.
Τι άραγε έχει να πει για όλο αυτό ο ονειροκρίτης; 

 

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

Σήμερα ξύπνησα στον πόλεμο. Αυτήν την φορά ήταν κανονικός, όχι σαν τις υπόλοιπες που είχα πει το όνομά του. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ζητήσω συγνώμη από τους νεκρούς. Το δεύτερο ήταν να ζητήσω βοήθεια απ’ τους ζωντανούς. Τρίτο πράγμα δεν έχω κάνει ακόμα. Ούτως ή άλλως, ποτέ άλλοτε δεν είχα κάνει τρία ολόκληρα πράγματα μέσα σε μια ώρα. Προς το παρόν, μιλάω γι’ αυτό. Μια ώρα τώρα μιλάω ασταμάτητα. Αν η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης απ’ τον οποίο προσπαθώ ακόμα να ξυπνήσω, τότε η γλώσσα μου δεν είναι εξίσου γλώσσα του εφιάλτη και γλώσσα του ξυπνήματος; Αν η Ιστορία είναι τραγική, δηλαδή έχει δραματικό χαρακτήρα – διαδραματίζεται – τότε ο στοιχειώδης τρόπος ύπαρξης σ’ αυτήν, η ουσιαστική ιστορική εμπειρία, δεν είναι ο τρόμος της σκηνής; Θα ήθελα να μπορέσω κάποτε να πεθάνω για κάτι, αλλά δεν θα είναι γι’ αυτό – ούτε θα είναι εδώ, ούτε θα είναι τώρα. Η λιποταξία είναι επιλογή μου. Η λιποψυχία, όμως, είναι το όριο του ορίζοντά μου. Και θα προτιμούσα να είμαι οπουδήποτε αλλού αντί για εδώ, σήμερα.

 

Ηλίας Παρασκευόπουλος

Τα χαμπέρια μήβραν στου χωριό απούχαμε πάει για Πάσχα, σάματς τι να κάμαμε, να χαζουφέρναμε τρόυρα ζμπόλ;
Έντο πιστεύαμαν. «Ντηπ μαλάκας ειν’ ο σουλτάνους;», έτσι κρίναμε ούλοι και μαζέφκαμαν στου καφενείου απούχε πάει ου πρόεδρους.

«Ημείς, ξέρετέτο καλά, έχουμε παράδοσιν σταρματολίκ. Μας στρούμουξαν στου νέου του κράτους σάματς δεν είχαμαν θκιας μας πολιτεία. Τώρα απρέπ ναβγούμ πάλ στα βνα σατς παλιοί για κείν. Α κρίντε, τι λέτε;»

Κιχ στου καφενέ. Δίκιου είχε ου πρόεδρους. Άμα η Διοίκησις έλεγε πόλεμο, ε τι θα φτιάναμαν εμείς; Να μας λεν χέστες;
Σκώθκαμαν για τα σπίτια. Οι γυναίκες τι νασλέω! Τσάκουγες κι ήθελες να κλάειψ μαζίτς.

Έφγαμαν κατά τη Πισκοπή απούταν μέρος καλό για ταμπούρωμα. «Εδώ κταστείτε και περιμέντε εντολές άνωθεν.»

«Τι λέτε ρε, χάζεψάταν; Οι θκιοι μας βαρέσαν πρώτ; Ε νατσγαμήσω!»

 

Σαμσών Ρακάς

Άρχισε ο πόλεμος λέει. Και πάω να τρελαθώ. Θέλω να ουρλιάξω στη μούρη μου. Σκέφτομαι αμέσως το παιδί. Μα το παιδί έχει χαθεί στην ευτυχία του. Ένας παλιόφιλος από το μαιευτήριο, πάει κι αυτός, καταπλακώθηκε απ’ τη σπηλιά του Πλάτωνα. Όσο για σένα, σε παίρνω 3 χρόνια στο κινητό και μου βγαίνει τηλεφωνητής. Τσακώνομαι με την τηλεφωνήτρια που μπαίνει ανάμεσά μας. Τι πόλεμο μου λέτε τώρα; Ας περιμένουν λίγο τα στρατεύματα. Δεν έχω εύκαιρο έναν άνθρωπο για να νοιαστώ. Ποιος το αποφάσισε έτσι γρήγορα; Αφήστε με να πανικοβληθώ. Δώστε μου έναν πρόγονο που δεν θέλω να χάσω. Ένα ρετιρέ στη Νέα Σμύρνη. Ένα ψόφιο ιδανικό που να αξίζει το αίμα μου. Έστω μια χούφτα χρυσάφι, ρε μαλάκες, για να μπω μπροστά. Τι με καλείτε στη μάχη απελπισμένο; Το μίσος μου για τον εχθρό πάει I5 καρφωτό. Πάψτε, λοιπόν, να μου ρίχνετε τα εμβατήρια στα μούτρα. Είμαι τρύπιος από μέτωπο.

Ήδη.

 

Σοφία Σούπαρη

«Κάθε πόλεμος βασίζεται στην παραπλάνηση»
 Σουν Τζού

Η κοπέλα στην οθόνη με κοιτάει και με μια περίεργη βραχνάδα στη φωνή ξεστομίζει ό,τι δεν θέλει ν’ ακούσει κανείς. «Τα στρατεύματα κατευθύνονται… ο στόλος μας κατευθύνεται…» Πού κατευθύνονται; Δεν υπάρχουν κατευθύνσεις. Στο κάτω μέρος της οθόνης γράφει κάτι που δεν μπορώ να διαβάσω. Ριπές, το αεροδρόμιο είναι κοντά, να φύγω  από δω, το παιδί, πού είναι το παιδί; Πέφτουν διαφημίσεις. Παράνοια. Είμαι ακίνητη. Έχω αλεύρι; Η γιαγιά έλεγε στον πόλεμο αλεύρι. Κοιτάω ενστικτωδώς πίσω μου. Τα λουλούδια έχουν ανθίσει. Χτυπάει το τηλέφωνο. Είμαι ακίνητη. Έκτακτη είδηση. Δεν θέλω να ακούσω, αλλά ακούω. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ακίνητη. Θέλω να τρέξω, πού, γιατί; Είμαι ακίνητη. Η φρίκη διατρέχει την σπονδυλική μου στήλη σαν σαρανταποδαρούσα και βυθίζεται στα νεφρά μου. Θέλω να πω «δεν με ενδιαφέρει, έχω πολλές δουλειές σήμερα». Αλεύρι, αλεύρι και ζάχαρη. Στο νου μου σκάει η φωτογραφία του παππού πάνω στο άλογο γυρνώντας από την Αλβανία. Δεν έχουμε άλογο. Αλεύρι. Ακίνητη, θα παραμείνω ακίνητη, τόσο ακίνητη που θα σταματήσει ακόμη και ο χρόνος. Ακίνητη, ίσως παραπλανήσω τη στιγμή και φύγει μακριά. «Ο υπουργός άμυνας συγκάλεσε το πρωί συμβούλιο των αρχηγών….».

Αλεύρι.

 

Χαρίλαος Τρουβάς

Στην Επιστράτευση του `74 ήμουν αγέννητος, μα έζησα επίστρατους όταν έκανα φαντάρος. Οι επίστρατοι είναι άντρες που έχουν υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία και κάποια στιγμή καλούνται για επανεκπαίδευση μιας ή δύο εβδομάδων.
Τέλη του 2003 λοιπόν και το Τάγμα όπου υπηρετώ ετοιμάζεται να υποδεχτεί τους επίστρατους. Ανάμεσα στις άλλες προετοιμασίες, πρέπει να φροντίσουμε για τις στολές που θα τους ντύσουμε. Πάμε στις αποθήκες όπου βρίσκονται στοιβαγμένες και τις βρίσκουμε μέσα στη μπίχλα! Ο ιδρώτας των προηγούμενων επιστράτων που τις φόρεσαν, η βρωμιά, η σκόνη και η υγρασία, έχουν φτιάξει κι άλλο ύφασμα πάνω από το χακί. Τι θα κάνουμε; Είναι χειμώνας. Να πλύνουμε και να στεγνώσουμε τις στολές εγκαίρως, δεν υπάρχει καμία περίπτωση. Το στρατιωτικό δαιμόνιο των ελλήνων όμως είναι πολύ ισχυρό: όλοι οι λόχοι επί ποδός! Ανοίγουν οι σιδερώστρες και οι φαντάροι ανά ζεύγη, ο ένας ραντίζει τη στολή με ροζ υγρό σφουγγαρίσματος, ο άλλος σιδερώνει. Ο ατμός δίνει στο χώρο μια αίσθηση χαμάμ. Οι στολές παραμένουν βρώμικες, αλλά μοσχοβολάνε! Το ξημέρωμα μάς βρίσκει σιδερώνοντας. Άντρες με το σίδερο και το ροζ υγρό σφουγγαρίσματος. Μόνο το φακιόλι μάς λείπει. Τι πιο queer;
Αυτά τα λέω α) επειδή κάπου έπρεπε να τα καταγράψω και να τα μοιραστώ και β) για να καταδείξω ότι ο ελληνικός στρατός δεν έχει καμία σχέση με πόλεμο. Είναι μια άχρηστη δημόσια υπηρεσία, με νωχελικούς υπαλλήλους που συντηρούν τη γραφική ιδέα του έθνους.
Αν σήμερα μπούμε σε πόλεμο με την Τουρκία – με τον Ερντογάν δηλαδή – ο πόλεμος θα κριθεί στον αέρα, σε τεχνολογικό επίπεδο. Δε θα γίνει μάχη σώμα με σώμα. Το πολύ πολύ ο Ερντογάν να ισοπεδώσει την Ακρόπολη και το ΚΠΙΣΝ (τι συνειρμοί είν` αυτοί, σχώρα με Αθηνά Παλλάδα…)
Σε περίπτωση επιστράτευσης πάντως, μάλλον θα παρουσιαστώ και θα καταταγώ γιατί είμαι δειλός και νομιμόφρων. Για να `μαι ειλικρινής, θα το κάνω μισό λόγω αφέλειας και μισό λόγω περιέργειας – πόσο νιώθω τον Καρυωτάκη όταν γράφει «το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου».

 


Προκόπης Τσιφόρος

Το όνειρο που βλέπω είναι καταπληκτικό. Όμως έχει βαλθεί να χτυπάει το τηλέφωνο. Στον ύπνο, στον ξύπνιο, δεν ξέρω την ακριβή τοποθεσία της κλήσης. Πάντως αποφασίζω να το σηκώσω με κλειστά μάτια για να είμαι σίγουρος πως δε θα βγω από το όνειρο. «Ξύπνα, γίνεται πόλεμος με την Τουρκία» λέει μια κοριτσίστικη φωνή. Δεν απαντάω κάτι. Αν βρίσκομαι στον ύπνο και απαντήσω θα φανεί πως παραμιλώ. Από την άλλη τι σχέση έχει ο πόλεμος με το όνειρο που έβλεπα; Ήμουν λέει στο σπίτι της Φλέρυς Νταντωνάκη. Ήμασταν ξαπλωμένοι στον καναπέ και βλέπαμε καλλιτεχνικό πατινάζ μέχρι αργά. Άκου τώρα. Δεν υπήρχαν αντίπαλοι. Μόνο ο Εβγκένι Πλούσενκο ήταν στον πάγο. Έκανε μόνος του ένα πρόγραμμα τριών ωρών. Εμείς ήμασταν κάτι σαν κριτές. Σε κάθε φιγούρα του σχολιάζαμε: πετυχημένη η ρίμα του, εδώ έχασε κάπως τον έλεγχο του ποιήματος, μοντέρνο τίτλο διάλεξε για βιβλίο. Γενικά, τι περίεργο όνειρο. Όμως ο συνομιλητής επιμένει: «Ξύπνα, μ’ ακούς; Έγινε επιστράτευση». Ώπα. Πτώση από τετραπλό τόλουπ. Το μάγουλο του Πλούσενκο χτυπάει στον πάγο. Κάτι δεν πάει καλά. Συνεχίζω να μην απαντάω παρ’ όλο που έχω ανοίξει τα μάτια. Όντως συμβαίνει; «Λένε πως βυθίσαν μια φρεγάτα στο Αιγαίο, με ακούς που σου μιλάω;» επιμένει η φωνή που τώρα έχει γίνει αντρική. Τελικά όντως συμβαίνει αλλά έχει παγώσει λίγο η γλώσσα μου. Τι πρέπει να απαντήσω; Πως ο πόλεμος αυτός δεν είναι δικός μου; Ότι δεν έχω για εχθρούς αυτούς που μου φορτώσανε; Ότι με ενδιαφέρει μόνο η μουσική; Απαντώ απλώς: «Εντάξει, θα δω τι θα κάνω». Κλείνω το τηλέφωνο. Κλείνω τα μάτια. Τώρα αποκοιμιέμαι σε μια παλιά σπηλιά ανταρτών. Ο Πλούσενκο σηκώνεται και πάλι. Οπλοφορεί και πλησιάζει προς τα μένα. Με πυροβολεί εξ επαφής. Σωριάζομαι και καθώς ξεψυχάω κοιτάω την Φλέρυ από πάνω να μου ψέλνει ένα παλιό κομμάτι του Rod mcKuen.

 

Κλεοπάτρα Χαρίτου

Πετάχτηκα με τη σειρήνα, σφηνωμένο μήλο στο λαιμό, κι ο σκύλος να ροκάρει στο ξημέρωμα.
Το μπαλκόνι είχε αρπάξει πόλεμο κι έτρεχε κόντρα στον άνεμο, τα μαλλιά του κυμάτιζαν απ’ το ανοιχτό παράθυρο, γκάζι κι όποιον σαρώσει. Έτρεξα έξω να γραπωθώ απ’τα φυτά. Φάρμακα, καλαμπόκια, καπότες, σύριγγες, δεξαμενόπλοια, πάμπερς, δισκοπότηρα πετάγονταν σαν κομμένα στάχυα απ’ το δρεπάνι του χάρου. Έσκυβα δουλικά να τους δώσω χώρο, έγερνα δεξιά/αριστερά, το χέρι μου ξεκόλλησε κι άρπαξε ενστικτωδώς τη μάνικα. «Με το νερό χωρίζουν τα σκυλιά όταν καυγαδίζουν» σκέφτηκα όταν έσκασαν σα χλαπάτσες πάνω στα γυαλιά μου τα μάτια του Νικόλα. Το Αιγαίο έπαιζε πιάνο στις κόρες του.
-Πόλεμος. – Θα πας; – ‘Οχι. – Θα σε φωνάξουν. – Έχω τρελλόχαρτο. 
Η οθόνη μίας τηλεόρασης θρυμμάτισε το διάλογό μας. «Εμείς φταίμε που ψωνίζαμε τόσο καιρό απ’ την Τουρκία»  είπε ένα κομμάτι οθόνης την ώρα που έσκιζε τον αμφιβλιστροειδή του Νικόλα. Μέσα από την τσέπη μου ξεπετάχτηκε η Σου: «Clio, πως θα σου φαινόταν αν βομβαρδιζόταν η Ακρόπολη /η Ακρόπολη /η Ακρόπολη /η Ακρόπολη;». Προσγειώθηκα στην κουζίνα ανάμεσα στους κίονες. Στο μάτι σιγόβραζαν από βραδύς τα άγρια χόρτα της Αγίας Γιαγιάς, χόρτα κατσαρά, σκληρά και πικρά, ξεριζωμένα ένα ένα με το χέρι. Η Αγία Γιαγιά γονατισμένη στο χώμα της πατρίδας της βάζει τα χόρτα μέσα σε μια πλαστική σακούλα, 3 ευρώ το μισό κιλό στη λαϊκή του Σαββάτου. Είδος πολυτελείας. Η σακούλα δωρεάν. 
Πικρά πνίγεται η επανάσταση στα χέρια του πολέμου. 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ