Ο Γιου Τζιαν (γεν. 1954) είναι κινέζος ποιητής, συγγραφέας και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Η ποιητική σύνθεσή του «Η ονομασία ενός κορακιού» (Naming a crow) που δημοσιεύουμε σήμερα μεταφράστηκε από τα αγγλικά. Το ποίημα γράφτηκε το 1990. Απ’ όσο γνωρίζουμε είναι η πρώτη μετάφραση έργου του στα ελληνικά.

 


 

.

Η ονομασία ενός κορακιού

 

από κάπου αόρατα

το κοράκι διώχνει κομμάτια φθινοπωρινού σύννεφου με τα πόδια του

και βουτά στον ουρανό στα μάτια μου κρεμασμένο στον αέρα και το φως

το σημάδι του κορακιού     φίλτρο θειαφιού καλόγριας της μαύρης νύχτας

κρώζοντας και ανοίγοντας τρύπα σε στρώμα σμήνους πουλιών

για να κουρνιάσει σ’ ένα κλαδί μες τη καρδιά μου

όπως στις μέρες της νιότης μου    με κατακτήσεις κορακοφωλιών στις

κορυφές των δέντρων της πόλης που μεγάλωσα

τα χέρια μου    ποτέ πια δεν θα ξαναγγίξουν αυτό το φθινοπωρινό τοπίο

χέρια που σκαρφαλώνουν σ’ ένα άλλο ψηλό δέντρο    σκοπεύοντας άλλο ένα κοράκι να τραβήξουν

από τη σκοτεινιά του

κοράκι    κάποτε ήταν ένα είδος κρέας πουλερικό    ένας σωρός από φτερά και

εντόσθια

τώρα    μια επιθυμία για αφήγηση    η παρόρμηση για ομιλία

και ίσως   είναι αυτο-παρηγόρια μπροστά στη κακουχία

διαφυγή από μια μάζα δυσοίωνης σκιάς

αυτού του τύπου η εργασία είναι αόρατη    αν συγκριθεί με τις μέρες της παιδικής ηλικίας

που έφτανα με το πιο θαρρετό μου χέρι    μαύρες φωλιές γεμάτες μυτερά

ράμφη    αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο

όταν ένα κοράκι    κουρνιάζει στις αγριάδες της καρδιάς μου

αυτό στο οποίο επιθυμώ φωνή να δώσω    δεν είναι σύμβολο    ούτε η μεταφορά του

ή η μυθολογία του

αυτό στο οποίο επιθυμώ φωνή να δώσω    είναι κοράκι     όπως στα χρόνια αυτά που πέρασαν

ποτέ δε βρήκα περιστέρι σε φωλιά κορακιού

από τα παιδικά μου χρόνια    τα χέρια μου έχουν καλυφθεί απ’ τους χοντρούς

κάλους της γλώσσας

σαν ποιητής όμως    ποτέ δεν έδωσα φωνή σε    ένα κοράκι

 

με τη περίσκεψη και τη διορατικότητα της ηλικίας    την ικανότητα

σε διάφορες εμπνεύσεις    στυλ και ομοιοκαταληξίες

όπως όταν κανείς ξεκινά να γράφει    το πινέλο βουτώντας βαθιά στο

μελανοδοχείο

σκέφτηκα    πως οι συλλαβές    θα ‘πρεπε στο μαύρο να βουτηχθούν

απ’ την αρχή    για να χειριστώ το κοράκι αυτό

δέρμα    σάρκα και οστά    τις ροές του αίματος κι επίσης

τις ρότες αποτυπωμένες στον ουρανό    όλα στο μαύρο βουτηγμένα

ένα κοράκι    αρχίζει από τούτη τη μαυρίλα    πετώντας προς ένα αποτέλεσμα

βουτηγμένο στο μαύρο

απ’ τη στιγμή της γέννησης εισέρχεται σε απομόνωση και προκατάληψη

σε οικουμενική δίωξη, κυνηγητό και αιχμαλωσία

όχι πουλί    είναι κοράκι

σε ένα κόσμο γεμάτο κακό    κάθε ένα δευτερόλεπτο

χτυπάει τα δέκα χιλιάδες του προσχήματα    στ’ όνομα των δυνάμεων του φωτός

ή της ομορφιάς

όπλα εκπαιδεύονται πάνω σ’ αυτό το ζωντανό εκπρόσωπο των δυνάμεων του

σκότους    και πυροβολούν

μόνο γιατί δεν μπορεί να ξεφύγει πέρα απ’ τα όρια της κορακίσιας ύπαρξης

μήτε ψηλότερα να πετάξει    παρεισδύοντας στη περιοχή αητών

μήτε να καταδεχθεί    των μυρμηγκιών το κατώτερο βασίλειο

χτίστης σπηλιών στους ουρανούς   αυτό η ίδια του η μαύρη τρύπα     και το μαύρο

τρυπάνι

στα ψηλά και μόνο    απ’ τα ύψη ενός κορακιού

χαράζει πορεία σύμφωνα με τους τρόπους του    το χρόνο του    τους

επιβάτες του

είναι ένα χαρούμενο και τυχερό    ένα ομιλητικό κοράκι

κι έξω από αυτό      ο κόσμος είναι μια απλή κατασκευή

τίποτα περισσότερο απ’ την απεριόριστη έμπνευση του κορακιού

εσείς οι άνθρωποι    η απεραντοσύνη της γης και του ουρανού     η απεραντοσύνη

πέρα απ’ την απεραντοσύνη

εσείς οι άνθρωποι    ο Γιού Τζιάν και οι γενιές αναγνωστών που θ’ ακολουθήσουν

δεν είναι τίποτα άλλο από φαγητό στη φωλιά του κορακιού

 

σκέφτηκα    πως μερικές ντουζίνες λέξεις αρκούν    να χειριστούν

τούτο το κοράκι

η περιγραφή το έκανε    μαύρο κουτί από λέξεις

δε ξέρω όμως ποιος έχει το κλειδί για το κουτί

ποιος επινοεί κώδικες κρυφούς μες τη κορακοσκοτεινιά

σε μια άλλη περιγραφή εμφανίστηκε σαν ιερέας με γκέτες

πέρα από τους πανίσχυρους τοίχους του Παραδείσου, ο ιερός αυτός    σε αναζήτηση

μίας εισόδου

ξέρω όμως τώρα    πως η κατοικία του κόρακα    στο Θεό είναι κοντύτερα

παρά του ιερέα

ίσως ενόσω κούρνιαζε σε κάποιας εκκλησίας τον πύργο μια μέρα

είδε το όμορφο σώμα του Ναζωραίου

σαν περιγράφω το κοράκι ως κύκνο θρεμμένο στη παντοτινή

της νύχτας μαυρίλα

το πραγματικό πουλί    λάμποντας με το φως ενός κύκνου    φεύγει πετώντας πέρα απ’ τα

αστραφτερά νερά δίπλα μου

και με μιας χάνω τη πίστη μου σ’ αυτή τη μεταφορά

κρεμώ το ρήμα να κατέλθει στα φτερά του

κι όμως πετάγεται ψηλά στον Ένατο Ουρανό σαν τζετ

το ονομάζω λιγόλογο    κι αυτό αμέσως πάει να σταθεί στο αμίλητο

καθώς κοιτώ τούτο το άνομο άγριο μαγισσοπούλι

βάλτος ρημάτων σκιαγραφείται    στο κεφάλι μου    κοράκου ρήματα

που δε μπορώ να τα προφέρω    γλώσσα με πριτσίνια ασφαλισμένη

τα βλέπω να υψώνουνε στον ουρανό    να αεροβατούν

να βυθίζονται στο ηλιοβασίλεμα    κι ύστερα να μαζεύονται ξανά πάνω απ’ τα

σύννεφα

αναπαυμένα ξέγνοιαστα    σχηματίζοντας κορακοκίνησης εικόνες

 

κείνη τη μέρα    σαν σκιάχτρο με άδεια καρδιά    στάθηκα σ’ έναν άδειο

αγρό

κι όλες οι σκέψεις μου    από κοράκι ποτισμένες

ένιωσα καθαρά αυτό το κοράκι    τη μαύρη σάρκα του ένιωσα

τη μαύρη του καρδιά    μα δε μπορούσα να διαφύγω το άηλιο οχυρό

όπως ανυψωνόταν    έτσι υψωνόμουνα κι εγώ

πως θα επέστρεφα ποτέ απ’ το κοράκι    για να το πιάσω

κείνη τη μέρα    σαν κοίταξα το γαλανό ουρανό    κάθε κοράκι ήταν

ήδη στη σκοτεινιά βαμμένο

ένα πτωματοφάγο πλήθος    έπρεπε πιο νωρίς τα στραβά μάτια να είχα κάνει

στον ουρανό της πόλης που μεγάλωσα

κάποτε τα παρακολούθησα    τόσο αθώος τότε

μια υποψία μυρωδιάς θανάτου    κι από τον πανικό θα έχανα το κράτημά μου

όσο για τον ουρανό    θα ‘πρεπε να είχα κρατήσει το βλέμμα μου στους κορυδαλλούς

λευκοί γερανοί

πως αγαπώ και καταλαβαίνω τούτους τους όμορφους αγγέλους

όμως μια μέρα    είδα ένα πουλί

ένα άσχημο πουλί    στο χρώμα του κορακιού

να κρέμεται από τα γκρίζα σκοινιά του ουρανού

με πόδια τσακισμένα    άκαμπτα κι ίσια σαν τα άκρα μαριονέτας

σε στραβή πτήση στις τσουλήθρες του ουρανού

κυκλώνοντας ένα κάποιου τύπου κέντρο    στα χνάρια

ενός τεράστιου ελλιπή κύκλου

κι άκουσα ένα χορό προφητικών κρωξιμάτων

αναρτημένο κάπου έξω απ’ το βλέμμα

κι ήθελα    να πω κάτι

να διακηρύξω στο κόσμο    πως δεν φοβόμουν

αυτούς τους αόρατους ήχους

Yu Jian
Μτφρ: Δημήτρης Δράκοντας

 

Το συγκεκριμένο ποίημα μελοποιήθηκε από το συγκρότημα Oiseaux-Tempête

(Ακούστε το εδώ)