27.09.20

 

 

ΞΟΡΚΙ ΕΒΔΟΜΟ
του Σάββα Κοκκινίδη

 

 


 

 

 

Σκέφτομαι τι έκαναν οι σκληροί σε άλλες εποχές. Έχουμε μεγαλώσει με είδωλα (;), ή καλύτερα με αγάπες και φάσματα, εξωγήινες αντένες της φαντασίας μας. Εγώ δεν διάβαζα πολύ μικρός, μάλλον δεν ήξερα ότι διάβαζα, απλώς χαρτοκόλλαγα εύθυμες λέξεις πάνω σε παράλογα μπουφάν και παρατράγουδα.

Σε χωριό μεγάλωσα (σε χωριό μεγαλώνω) και οι περισσότερες λαϊκές μας δοξασίες ήταν του μουγκού ρυθμού. Εγώ πιστεύω μέχρι και σήμερα ότι ούτε οι παππούδες δεν τις γνώριζαν, απλώς δεν το ‘δειχναν, μιας κι ο παλιός άντρας δεν μπορεί να μη γνωρίζει αυτό που κάνει. Αυτή η χοντρή τους αφέλεια, η μόνιμη γκάφα, είναι το αγαπημένο μου θρεφτικό. Το καρναβάλι των ενηλίκων που πράττουν δίχως να γνωρίζουν είναι το ζέον μπρικάκι της αναμπουμπούλας.

Δεν μ’ έχει ζαλίσει το κακό των ημερών, ούτε και μ’ εξίταρε. Έχω βρει τους ανθρώπους εν γένει ήπιους, με μόνο εξαιρετικό παρανομαστή την άξαφνη ανάληψη ευθυνών. Νομίζω το πραγματικό ξαφνικό, το αληθινό νέον και φάος, είναι ότι πλέον υπάρχει η κραυγή της ευθύνης σου, εσύ άνθρωπε, από σήμερα, υπάρχεις. Και δέξου το. Σήμερα είναι το εγκαίνιό σου. Η ατομική σκέψη είναι σκέτος πειρασμός. Και σαν καλός πειρασμός, ήταν και είναι ταμπού.

Οι νέες μας φορεσιές είναι γαντάκια και μασκούλες, ίσως σαν τις παλιές καλές ημέρες της επαρχίας. Οι νέοι μας χοροί είναι ασφαλείς αποστάσεις και διστακτικές ευγένειες, κάτι να θυμόμαστε όταν γυρίσουμε πίσω στην γκαρσονιέρα. Τελετουργικά, όλα αυτά. Κοινά, αμοιβαία, εθιμικά. Μα το ζήτημα είναι, τ’ απολαμβάνουμε;

Οι καλές τελετουργίες είναι εξαγνισμός του πανικού. Βλέπουμε, όσο προχωράμε τον ρυθμό, ότι έχουμε λείψει αφάνταστα ο ένας στον άλλον, και δη στον καιρό που μπορούσαμε να αγγιχτούμε. Η φρίκη μας, δημόσια πλέον, αφορά κάτι που ανέκαθεν μας έλειπε, και τώρα, σαν να μην έφτανε, μας το ‘χουν επίσης στερήσει.

Ο Βακαλόπουλος έγραφε κάπου, πως όταν τα θερινά σινεμά εξέλιπαν, καταλάβαμε ότι ήταν η ζωή στα σινεμά που μας έλειπε, και όχι το σινεμά. Προσπαθώ να καταλάβω τι θα ‘θελα πιο πάνω από το καθετί να δέσω, να συσφίξω, να περιζώσω, και νομίζω είναι ό,τι με φυλακίζει. Η λεία απορία πάνω στα πρόσωπα, το βάρος της μέσης της όσο δεν το έχω ακόμη, το ξάσπρισμα μιας σκέψης που δεν ήρθε.

Θέλω να περιζώσω το θέατρο των σκιών μας, αυτό που παίζει κάτω και πίσω από τα μουσεία, τις πλατείες, τις εκκλησίες. Παίζει ακόμα, μέσα σε σπίτια, και δειλά δειλά χορταίνει με την αφέλειά του. Θέλω σωτηρία σε ό,τι πάνω του σκοντάφτουμε.

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ