03.12.20

 

 

 

 

ΞΟΡΚΙ ΕΙΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ

του Ηλία Παρασκευόπουλου

 


 

 

Τα κουκούλια

 

Σε μία από τις βόλτες μου στου Φιλοπάππου με τον πατέρα μου μικρός, θυμάμαι να σκύβω και να κοιτώ μια τρύπα σ’ έναν βράχο. Είχα σταματήσει απότομα καθώς κάτι μεγάλο κουνιόταν εκεί μέσα. Ένας πυκνός ιστός αράχνης είχε καλύψει το εσωτερικό της τρύπας και η μεγαλόσωμη για τα μάτια μου τότε αράχνη έτρεχε προς τη μια μεριά του.

Το έντομο πάλευε να ξεφύγει μάταια. Στο επόμενο ανοιγόκλεισμα του ματιού μου, η αράχνη μετέτρεπε το έντομο σε σάβανο. Το έντομο ζωντανό να προσπαθεί. Η επιδεξιότητα της αράχνης με εντυπωσίασε όσο και η οικονομία των κινήσεών της. Το ατάραχο της χορογραφίας της ενώ το έντομο μαχόταν για τη ζωή του. Σαν να μην συμμετείχε σε όλο αυτό το πράγμα. Κενή.  Όταν το ετοίμασε, έμοιαζε με μικροσκοπικό κουκούλι μεταξοσκώληκα.

Δεν θα γεννηθεί τίποτα από κει μέσα.

Η σιωπή αυτής της αρρώστιας με φοβίζει περισσότερο απ’ όλα. Το απάνθρωπο ηχοτοπίο της με τους ρυθμικούς ήχους από αναπνευστήρες, βόμβους μηχανημάτων, του πλαστικού που τσαλακώνεται. Η αυστηρή χορογραφία του νοσηλευτικού προσωπικού που είναι όμως απρόσωπο για τους αρρώστους. Η κενότητα της εμπειρίας τους. Αυτοί να προσπαθούνε για ανάσα  άλλα ένας ιστός να υφαίνεται γύρω από το στήθος τους. 

Θέλω να περισχοινίσω τους νεκρούς μέχρι να μην φαίνονται. Να γυρνάω και να ξαναγυρνάω την κλωστή γύρω τους ρυθμικά, με την οικονομία της αράχνης. Κενός κι εγώ. Ώσπου χωρίς ταυτότητα, κουκούλια όλοι απ’ τα χέρια μου, να τους στήσω μπροστά μου ίδια τοτέμ. Έτσι να περιμένουμε όλοι μαζί την άνοιξη.

Δεν μπορεί. Την άνοιξη κάτι θα γεννηθεί από κει μέσα.

.

.

.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ