της Αλίς Πονηρού


Νύχτα. Κι εκείνος είχεν σκύψει στα χαρτιά του
και προσπαθούσε (πλήρης μνήμης) να της γράψει
κάτι σαν ποίημα, την καρδιά του να βυζάξει
προτού χαθεί μες στις σκιές βουνού αβάτου.

Κι ήταν εκείθεν, υποκείμενος θανάτου
αντιστεκόμενος στο φως, να μην ανάψει
μόνος την κάποτε χαρά που είχαν γράψει
σε άλλες αράδες, σε άλλο ποίημά του.  

«Μαριάννα, ίσως απόψε μ’ έχετε προδώσει
ίσως και νά ‘χετε ξεχάσει τ’ όνομά μου
κ’ η αλήθεια είναι, η ησυχία σας η τόση
έμοιασε τόπος  
νεκρικού θαλάμου·

που πια δεν θα σας ξαναδώ, κι όλος ο χρόνος
θα ‘ναι ένας γέροντας – κατάκοιτος και μόνος».

 


{ επιστροφή στο κυρίως άρθρο }