της Όλγας Παπακώστα


Νύχτα. Κι εκείνος είχεν σκύψει στα χαρτιά του
και προσπαθούσε (πλήρης μνήμης) να της γράψει
κάτι σαν ποίημα, ή σαν τελευταία πράξη
προτού περάσει το κατώφλι του αβάτου.

Κι ήταν εκείθεν, υποκείμενος θανάτου
το φως της θύρας περιμένοντας ν’ ανάψει
χωρίς την κάποτε χαρά του που είχε πάψει
να φανερώνεται με ρίγη στα όνειρά του.  

“Μαριάννα, ίσως απόψε μ’ έχετε προδώσει
ίσως και νά ‘χετε ξεχάσει τ’ όνομά μου
κι αυτό το ποίημα άραγε ποιος θα το γλιτώσει
απ’ τ’ άγριο ψύχος κάποιου  
νεκρικού θαλάμου·

που πια δεν θα σας ξαναδώ, κι όλος ο χρόνος
θα ‘ναι ένας γέροντας – κατάκοιτος και μόνος”.

 


{ επιστροφή στο κυρίως άρθρο }