17.01.18

Ναπολέων Λαπαθιώτης:
Ο Παρακμίας του Υψηλού

Αφιέρωμα και έρευνα για τον υμνητή της αττικής νύχτας

Αντί προλόγου

Τραγούδι

Μακρυά, μακρυά θα πάω να ζήσω
Θάχω τα βλέφαρα κλειστά,
να μην κυττάζω ποτέ πίσω
ούτε τριγύρω, ούτε μπροστά.

Ας πη ο καθένας ό,τι θέλει
πως έχω τώρα ορμές τρελλού.
Ψυχή δεν είμαι, είμαι νεφέλη,
με σπρώχνει τ’ αγεράκι αλλού.

Μακρυά απ’ τον κόσμο πάω στη φύση
του λόγγου να γενώ αδελφός.
Ποτέ η αυγούλα ας μη ροδίση:
φέγγει του πόνου μου το φως.

Μέσα η καρδιά μου θα σωπαίνη,
θα γίνη κρύσταλλο με μιας,
σαν κάποια κρύα και συντριμμένη
ταφόπετρα της ερημιάς.

Και θα με βρίσκη πάντα η δύση
με μια ολοπόρφυρη ματιά
ασάλευτο σαν κυπαρίσσι
και πονεμένο σαν ιτιά.

Θα γίνω κρίνο με τα κρίνα
θα μάθω αν έχουνε καρδιά
αν ονειρεύονται κι εκείνα
και ξεψυχούνε στα κλαδιά

Και στα φεγγάρια τ’ ασημένια
στον κρυσταλλένιο το γιαλό
τη γλώσσα την τριανταφυλλένια
θα μάθω να κρυφομιλώ.

Θα μάθω πώς κρυφαγαπούνε
και κλαίνε οι πράσινοι κισσοί
και τ’ αστεράκια θα μου πούνε
τη θλίψη τους πούναι χρυσή.

Κι αφού με μάθουν τη λαλιά των
στον ολογάλανο βυθό
στις αρμονίες των κυμάτων 
θα πέσω ν’ αποκοιμηθώ.

Μα τη φτωχή καρδιά μου οι κλώνοι
θα την αρπάξουν πριν πνιγώ
και θα την κάμουν εν’ αηδόνι
γλυκό-γλυκό, σιγό-σιγό…

Περιοδικό Μπουκέτο, τχ. 372, (1931)

Ναπολέων Λαπαθιώτης:
Ο Παρακμίας του Υψηλού

Αφιέρωμα και έρευνα για τον υμνητή της αττικής νύχτας

Αντί προλόγου

Τραγούδι

Μακρυά, μακρυά θα πάω να ζήσω
Θάχω τα βλέφαρα κλειστά,
να μην κυττάζω ποτέ πίσω
ούτε τριγύρω, ούτε μπροστά.

Ας πη ο καθένας ό,τι θέλει
πως έχω τώρα ορμές τρελλού.
Ψυχή δεν είμαι, είμαι νεφέλη,
με σπρώχνει τ’ αγεράκι αλλού.

Μακρυά απ’ τον κόσμο πάω στη φύση
του λόγγου να γενώ αδελφός.
Ποτέ η αυγούλα ας μη ροδίση:
φέγγει του πόνου μου το φως.

Μέσα η καρδιά μου θα σωπαίνη,
θα γίνη κρύσταλλο με μιας,
σαν κάποια κρύα και συντριμμένη
ταφόπετρα της ερημιάς.

Και θα με βρίσκη πάντα η δύση
με μια ολοπόρφυρη ματιά
ασάλευτο σαν κυπαρίσσι
και πονεμένο σαν ιτιά.

Θα γίνω κρίνο με τα κρίνα
θα μάθω αν έχουνε καρδιά
αν ονειρεύονται κι εκείνα
και ξεψυχούνε στα κλαδιά

Και στα φεγγάρια τ’ ασημένια
στον κρυσταλλένιο το γιαλό
τη γλώσσα την τριανταφυλλένια
θα μάθω να κρυφομιλώ.

Θα μάθω πώς κρυφαγαπούνε
και κλαίνε οι πράσινοι κισσοί
και τ’ αστεράκια θα μου πούνε
τη θλίψη τους πούναι χρυσή.

Κι αφού με μάθουν τη λαλιά των
στον ολογάλανο βυθό
στις αρμονίες των κυμάτων 
θα πέσω ν’ αποκοιμηθώ.

Μα τη φτωχή καρδιά μου οι κλώνοι
θα την αρπάξουν πριν πνιγώ
και θα την κάμουν εν’ αηδόνι
γλυκό-γλυκό, σιγό-σιγό…

Περιοδικό Μπουκέτο, τχ. 372, (1931)

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ