17.04.21
εικαστικό: Junior Bonilla

 

 

Τα εννιά θηρία

του César Vallejo

μτφρ: Jordi

 

 

Και, κρίμα που,

ο πόνος στον κόσμο όλο και θεριεύει

σε μισάωρο θεριεύουν τα δεύτερα, βήμα το βήμα

και η φύση του πόνου, πόνος διπλάσιος

και η μαρτυρική κατάσταση, σαρκοφάγα, αδηφάγα

πόνος διπλάσιος

και η δουλειά του πιο αγνού βοτάνου, πόνος

διπλάσιος

και της ζωής το αγαθό, διπλά να μας πληγώνει.

 

Ποτέ, συνάνθρωποι,

ξανά τόσος πόνος μέσα, στα στήθια, στους γιακάδες, στο πορτοφόλι μέσα,

στο ποτήρι, στο χασάπικο, στην αριθμητική!

Ποτέ τόση πονεμένη γλύκα,

ποτέ δεν χτύπησε το παραπέρα τόσο δίπλα μας,

ποτέ οι φωτιές

δεν παίξανε καλύτερα τον ρόλο νεκρής ψύχρας!

Ποτέ, κύριε υπουργέ της υγείας, ποτέ η υγεία

πιο θνητή,

ποτέ οι πονοκέφαλοι πιο μετωπικοί στα μέτωπα!

Ποτέ το κομοδίνο, στην κάσα του, τέτοιον πόνο

Η καρδιά, στην κάσα της, τέτοιον πόνο

Η σαύρα, στην κάσα της, τέτοιον πόνο.

 

Κακομοιριά θεριεύει, συνάνθρωποι

πιο σβέλτα από την μηχανή, δέκα μηχανές την φορά, και θεριεύει

με του Ρουσσώ το φιλέτο, όπως τα γένια μας·

θεριεύει το κακό εν αγνοία μας,

σε πλημμύρα με τους χυμούς του,

με λασπουριά και σύννεφο τούβλο!

Το βάσανο τις θέσεις αλλάζει, διατάζει

κάθετα το υγρό του ματιού

στο οδόστρωμα,

κοιτάχτηκε το μάτι, το αυτί ακούστηκε

και αυτό το αυτί εννιά φορές την ώρα κουδουνίζει

χάχανο και βροντή,

του σταριού την ώρα, εννιά υψίφωνες ξεσπούν

όπως στα μοιρολόγια, εννιά άσματα

του λιμού την ώρα, εννιά βροντές

και εννιά βιτσιές, εκτός ενός λυγμού.

 

Πόνος μας έσφιξε, συνάνθρωποι

από τον σβέρκο, από τα πλευρά,

στους σινεμάδες μας μαντρώνει,

μας σταυρώνει στα γραμμόφωνα,

απ’ τα κρεβάτια μας ξεκαρφώνει, ξαπλάρει κάθετα

στα κουπόνια μας, στις επιστολές μας·

και είναι βαρύ να υποφέρεις, καλή και η προσευχή…

Γιατί στο φινάλε

από πόνο, άλλοι

γεννιούνται, άλλοι μεγαλώνουν, άλλοι πεθαίνουν,

και άλλοι που γεννήθηκαν μα δεν πεθαίνουν, και άλλοι

που πέθαναν προτού γεννηθούν και άλλοι

ούτε γεννημένοι ούτε θαμμένοι (η πλειονότητα).

Και στο φινάλε

από πόνο, λυπάμαι ως την γκλάβα μου επάνω

και πιο πολύ ως κάτω τον αστράγαλο, σαν είδα

σταυρωμένο το ψωμί, την ρέβα

ματοβαμμένη

κλαμένο το κρεμμύδι

το σιτάρι, αλευριά,

το αλάτι, στάχτες, φευγάτα τα νερά

και έναν ecce-homo, κρασάτο,

χλωμά πολύ τα χιόνια, και ο ήλιος τόσο καμένος!

 

Πώς λοιπόν, συνάνθρωποι,

να μην πω ότι αδυνατώ και

αδυνατώ με τόση κάσα,

τόση πολλή στιγμή, και τόση

σαύρα και τόση

ανατροπή, τόσο παραπέρα και τόση δίψα για την δίψα!

Κύριε υπουργέ υγείας: τι να γίνει;

Α! Κρίμα που, συνάνθρωποι,

υπάρχουν, αδέλφια μου, τόσα πολλά να κάνεις.

.

.

Πρωτότυπος τίτλος «Los nueve monstruos». Aπό τη συλλογή «Poemas Humanos» (1939), που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του César Vallejo.


 

 

 

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ