Η Αθηνά Τσάκαλου κοιτά στα μάτια τον Χρήστο Τσουτσουβή

Συνομιλώντας με την συγγραφέα των «Λεηλατών του Μεσημεριού» μέσα στον κήπο με τα 600 φυτά.

 .
Για όσους δεν έχουν επαφή με τη γραφή της Αθηνάς Τσάκαλου ίσως ακουστεί μεγαλόστομο, πάντως θα πω κάτι που αισθάνομαι και μένει να κριθεί στο μέλλον: Η γραφή της ανανεώνει ριζικά την ελληνική πεζογραφία των ημερών μας, που κινείται μεταξύ μιας μεταπολιτευτικής ανίας και ενός μετασεναριακού εξυπνακισμού. Η δική της πεζογραφία, για να μιλήσω λίγο σχηματικά, ανοίγει δρόμους και επιτυγχάνει, κατά τη γνώμη μου, κάτι μοναδικό: την πρωτόγνωρη συνομιλία δύο, μέχρι πρότινος, εχθρικών και απωθητικών μεταξύ τους αξόνων. Από τη μια η συγγραφέας είναι φορέας μιας φυγόκεντρης ελληνικής μνήμης από τα θεσσαλικά χωριά, ως επί το πλείστον άγραφης και διαφυγούσας από την επίσημη ιστοριογραφία λόγω της μη επικοινωνίας της με τα κέντρα. Οι λεπτομέρειες από την βουκολική καθημερινότητα των ιστοριών της δεν έγιναν αντιληπτές ούτε από εθνικούς φωτογράφους όπως ο Τλούπας ή ο Μπαλάφας. Από την άλλη, την εκ διαμέτρου αντίθετη πλευρά, έχει συρθεί η ίδια στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της κεντρικής εξουσίας, έχει αντικρίσει κατάματα το τέρας των ημερών, γεγονός που της επιτρέπει βιωματικά να διαθέτει στην φαρέτρα της αιχμές από ένα έκκεντρο όραμα. Η επικοινωνία αυτών των δύο αξόνων – ιστορικό μυθιστόρημα (μνήμη) / πολιτικό μυθιστόρημα (βίωμα) – δημιουργεί μια πρωτόγνωρη ένταση στο λόγο της, εντελώς ιδιόλεκτη, που κάνει τους «Λεηλάτες του μεσημεριού», το πρώτο της μυθιστόρημα που μόλις εκδόθηκε σιωπηλά από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων, ένα απαραίτητο όχημα για όσους αναζητούν έναν αναγνωστικό διονυσιασμό.
.

.
Ας αρχίσουμε από την είδηση. Το βιβλίο σου «Οι λεηλάτες του μεσημεριού» μόλις εκδόθηκε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Περί τίνος πρόκειται;
Λίγο βαριά μού πέφτει η λέξη είδηση, αλλά τέλος πάντων. Πρόκειται αφ’ ενός για την υλοποίηση ενός στοιχήματος που είχα βάλει με τον εαυτό μου εδώ και κάμποσα χρόνια για το αν θα μπορέσω να αφήσω στην άκρη τα διηγήματά μου και να γράψω ένα μυθιστόρημα και αφ’ ετέρου για μια απόπειρα διαλόγου, διερεύνησης και προσπάθεια κατανόησης των δύσκολων δρόμων που διαλέγουν κάποιοι άνθρωποι, κυρίως νέοι άνθρωποι.
 

Μιλάς για τα παιδιά σου;
Και για τα παιδιά μου. Ήταν πριν επτά χρόνια όταν συνέλαβαν τους δυο γιους μου για συμμετοχή στην επαναστατική αναρχική οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς και ήταν επίσης πριν δύο χρόνια όταν βρέθηκα κι εγώ στην φυλακή για υπόθαλψη εγκληματία (φιλοξένησα μια καταζητούμενη φίλη τους στο σπίτι μου) αλλά κατηγορήθηκα και για μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης, προφανώς από υπερβάλλοντα ζήλο ανακριτών και εισαγγελέων και υπήρξα για έναν χρόνο «εξόριστη» στη Σαλαμίνα περιμένοντας τη δίκη. Μέσα σε όλα αυτά τα γεγονότα είπα λοιπόν πως οποιαδήποτε ενασχόληση με τη λογοτεχνία θα ήταν τουλάχιστον ακραία κενοδοξία από μέρους μου. Μου ερχόταν και στο νου η γνωστή φράση του Αντόρνο: «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Μια φράση που όχι μόνο δεν σταμάτησε την ποίηση, αλλά έγινε αφορμή και η ίδια να γραφτούν ποιήματα επί του θέματος. Έλα όμως που οι μοναχικές μέρες και πολύ περισσότερο οι μοναχικές νύχτες με έκαναν να ξεχάσω αυτή τη λογική και μου φάνηκε καλή διέξοδος αυτός ο περίεργος διάλογος με τον εαυτό μου και το χαρτί. Να μην τα πολυλογώ, το μυθιστόρημα που είχα αρχίσει να γράφω, έγινε κι αυτός ο διάλογος που είπα παραπάνω, που λίγο-πολύ με έκανε να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα σχετικά με τη δράση αυτών των παράξενων οραματιστών…
 

Μπορούμε λοιπόν να χαρακτηρίσουμε το βιβλίο σου και αυτοβιογραφικό;
Όχι ακριβώς. Η αρχική εικόνα που μου έδωσε το έναυσμα για το μυθιστόρημα, πολύ πριν συμβεί η ιστορία με τα παιδιά μου ήταν μια εικόνα από την δεκαετία του `80. Ήταν η εικόνα του νεκρού Χρήστου Τσουτσουβή στις οθόνες των τηλεοράσεων, όταν σε μια συμπλοκή με αστυνομικούς σκοτώθηκε και επειδή δεν είχε στοιχεία ταυτοποίησης πρόβαλλαν την εικόνα του για να αναγνωριστεί. Θέλω όμως να πω πως η ιστορία που αφηγούμαι στο βιβλίο είναι ιδωμένη μέσα από τα μάτια των συγγενών και κυρίως της αδελφής του νεαρού αναρχικού. Κι ακόμα πως μιλώντας για την ζωή του στο χωριό, πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η μάνα μου, που τα τελευταία χρόνια μού έλεγε τους χειμώνες που καθόμασταν μαζί κοντά στο τζάκι ιστορίες από τη νεανική της ζωή. Και είναι αλήθεια πόσο παράξενα, πόσο επίμονα, όταν περάσουμε τα 80 επιστρέφουμε στους τόπους της πρώτης μας νιότης, επιστρέφουμε στα παιδικά μας χρόνια σα να συμβαίνει μια παράλογη διαγραφή των ενδιάμεσων χρόνων. 
.
 .
.
Τάχαμου να πάνε τα παιδιά να σπουδάσουν, τάχαμου να πάμε στη Γερμανία να φτιάξουμε λεφτά και δεν φωνάζεις εκείνη τη στιγμή, δεν μουλαρώνεις, δεν αντιστέκεσαι, να υπερασπιστείς την ύπαρξή σου, να υπερασπιστείς το χώμα που σε γέννησε: Εδώ γεννήθηκα, εδώ θα «προοδεύσω», εδώ θα μεγαλώσω. Πααδίνεσαι και γίνεσαι εύκολα λάδι στα γρανάζια της μηχανής των Γερμανών. Αλήθεια, δεν ρώτησα ποτέ δύο μετανάστες που ξέρω, τι τα έκαναν τα κομμάτια των δαχτύλων τους. Τα έθαψαν ή τα πέταξαν;
Και γίνεσαι ταπεινός, στριμωγμένος φοιτητής που μετράς στη γωνία τα λεφτά σου, σου φτάνουν να πας σινεμά ή μήπως είναι καλύτερα να πάρεις να φας ένα σουβλάκι, πολυτέλεια της Κυριακής, κι ύστερα μέσα από διαδρομές πονεμένες, φτάνεις να γίνεις ο επιστήμονας, φτάνεις να γίνεις ο «σπουδαίος» αλλά έχεις θυσιάσει πολλά, έχεις μαζέψει μέσα σου πολλές ήττες που ανυπομονούν να πάρουν εκδίκηση… και τι λες αν μέναμε όλοι στα χωριά μας, θα ήταν καλύτερα; Ε ναι, τολμώ να το πω, θα ήμασταν πιο ελεύθεροι, δεν θα μπορούσαμε τόσο εύκολα να ήμασταν υπάκουοι, θα κρατούσαμε κάτι από την αγριάδα των βουνών, θα ήμασταν πιο γήινοι. Και η πρόοδος; Τι θα ‘θελες δηλαδή; 

 «Οι λεηλάτες του μεσημεριού», σελ. 83

 


Παρόλο που είναι το πρώτο σου μυθιστόρημα έχεις ένα έντονα συγγραφικό παρελθόν, δεδομένου ότι στεκόσουν για πολλά χρόνια στο πλευρό ενός γνωστού συγγραφέα και στιχουργού, του Γεράσιμου Τσάκαλου. Εκτός από σύντροφός σου ήταν και δάσκαλος;
Συνήθως οι άνθρωποι που γράφουν βιβλία λένε πως από πολύ μικροί είχαν σχέση με το γραπτό λόγο κι αυτό φαίνεται να είναι το σωστό ή μάλλον το συνεπές. Εμένα αν με ρωτήσεις πότε έγραψα το πρώτο κείμενό μου θα σου πω πως ήταν τότε που ήμουν περίπου πενήντα χρονών. Αν όμως με ρωτήσεις από πότε έχω σχέση με τη λογοτεχνία, θα σου απαντήσω αλλιώς. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήμουν μανιώδης αναγνώστρια. Όχι καλή αναγνώστρια, μανιώδης, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς ένα καλοκαίρι – 11 χρονών ήμουν – ενώ πότιζα το λαχανόκηπο της μάνας μου στο χωριό, επέμενα βασανίζοντας το παιδικό μου μυαλό να κατανοήσω το «Κατηγορώ» του Ζολά μεταφρασμένο στην καθαρεύουσα.
Έχοντας λοιπόν αυτή σχέση με το διάβασμα, στα 19 μου συνάντησα τον Γεράσιμο Τσάκαλο τον σύντροφό μου. Είναι από τους συγγραφείς που με ενθουσιάζουν, είναι για μένα ένας από τους καλύτερους Έλληνες συγγραφείς. Κοντά του λοιπόν μαθήτευσα στην λογοτεχνία 27 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που πέθανε. Θεωρώ αυτή τη μαθητεία, αυτή την καθημερινή επαφή με τη λογοτεχνία τόσο σημαντική, που πιστεύω πως χωρίς αυτήν ίσως δεν θα έγραφα ποτέ.
 
 
Οπωσδήποτε ο Γεράσιμος αλλά νομίζω είναι και ο ιδιαίτερος τρόπος που κοιτάς τον κόσμο, ο οποίος και σε ωθεί, για να μην πω σε εκβιάζει, στη συγγραφή. Υπάρχει μια ανατριχιαστική δεινότητα στην παρατήρηση του κόσμου σου από την παιδική ηλικία, μάλιστα φτάνεις σε τέτοιο βαθμό κατάκτησης και διείσδυσης που σου επιτρέπει με ευκολία να συμβολοποιείς λεπτομέρειες από την καθημερινότητα. Διαβάζοντας το βιβλίο σου νιώθω να δένεις την ελληνική ιστορία «κόμπο με ένα στριμμένο μαλλί προβάτου», για να το πω με δικά σου λόγια. Κι ώρες ώρες είναι σα να κεντάς ένα εργόχειρο που ανανεώνει την ελληνική πεζογραφία.
Αν και με κολακεύουνε τώρα που τα ακούω, ποτέ δεν θα τολμούσα όχι να πω αλλά ούτε και να σκεφτώ τέτοια πράγματα. Δεν είναι ακριβώς από μετριοφροσύνη, δεν το κάνω απ’ αυτό, αλλά αλήθεια είναι πως με κατατρύχει ένα αίσθημα ανικανοποίητου. Σχεδόν φοβάμαι να ξαναδιαβάσω τα γραπτά μου από την στιγμή που λέω πως τελείωσα μαζί τους.
Πάντως είπες εργόχειρο και μου θύμισες τώρα τον καημό της μάνας μου. Κάθε πρωί που ξεκινούσα τα καλοκαίρια για να βοσκήσω ένα μικρό κοπάδι αρνάκια ή να ποτίσω τα τριφύλλια στα χωράφια, που σήμαινε ότι θα γύριζα σπίτι το βράδυ, στον μικρό ντορβά που μου έδινε η μάνα μου με το φαγητό της μέρας εγώ πάντα έβαζα ένα βιβλίο, όχι επιλογής μου, γιατί τέτοια δυνατότητα δεν υπήρχε, ένα βιβλίο όποιο έβρισκα είτε στο υπόγειο του σπιτιού από τα μεγαλύτερα αδέλφια μου που ήταν φοιτητές ή δανεισμένο από  την μοναδική κοπέλα του χωριού που είχε θείο που έμενε στην πόλη. Και μου έλεγε η μάνα μου:
-Βρε κορίτσι μου πάρε κι εσύ ένα κέντημα όπως κάνουν όλα τα κορίτσια.
Και της έκανα το χατίρι. Και κέντησα στη λινάτσα που μου αγόρασε μεγάλες μαργαρίτες σε πράσινο φόντο και το έχω αυτό το κέντημα στα συρτάρια μου, μεγάλες μαργαρίτες σε πράσινο φόντο κεντημένο μέχρι τη μέση… Ποτέ δεν το τελείωσα.
.
 
Τέλειωσες βέβαια τους «Λεηλάτες του μεσημεριού». Από πού προέκυψε ο τίτλος;
Από την παράξενη σχέση που έχω με τα λεγόμενα ιερά βιβλία και μ’ αυτούς με τους μακριούς χιτώνες. Την λέω παράξενη, αφού τις περισσότερες φορές βρίσκομαι μαζί τους σ’ ένα διαρκές δικαστήριο. Ήταν λοιπόν την εποχή των μεγάλων απωλειών, απώλεια είναι και να βλέπεις τα παιδιά σου στη φυλακή, τότε διάβασα ένα στίχο από τον Ιερεμία που εκείνον τον καιρό περιείχε όλον τον θρήνο μου. «Ουαί εις εμέ μήτερ μου διότι εγέννησες εμέ άνδρα έριδος και άνδρα φιλονικείας μεθ’ όλης της γης …» και λίγο πιο πάνω  «Έφερα επί τας μητέρας των νέων λεηλάτην εν μεσημβρία. Επέφερα επ’ αυτάς εξαίφνης ταραχάς και τρόμους…». Ήταν η εποχή που τα ακίνητα και βαριά μεσημέρια της Σαλαμίνας γέμισαν εξαίφνης ταραχάς και τρόμους.
 

Στάθηκες όμως όρθια.
Εγώ λέω πως κουβαλώ τις πληγές μου όσο μπορώ με τρόπο δημιουργικό. Αντιστέκομαι, ελπίζω, και να σου πω και κάτι ακόμα: Ως άνθρωπος πιστεύω πως οι δυνατές επαναστάσεις, αυτές που μπορούν να χαράξουν αλλιώτικη πορεία στο ανθρώπινο είδος, είναι οι επαναστάσεις των νεαρών μυαλών, είναι οι επαναστάσεις αυτών που δεν έχουν ακόμα εμπειρία, γιατί πιστεύω πως η εμπειρία που αποκτούμε στη ζωή είναι φθορά, συμβιβασμός. Κάποιοι νέοι λοιπόν που δεν τα έχουν υποστεί ακόμα αυτά ή κι αν ακόμα έχουν μια κάποια πορεία, δεν δέχονται παρά μόνο τη δυνατότητα του «αδύνατου». Εμείς οι μεγάλοι… σε ηλικία εννοώ, δεν τα καταφέραμε καθόλου καλά.
 
 .
Ας κλείσουμε ευχάριστα, και ας μιλήσουμε για κήπους. Έχεις άλλωστε έναν εκπληκτικό.

Πριν λίγες μέρες κοίταζα από την Ακρόπολη την πόλη της Αθήνας. Ξέρεις, οι πόλεις με απελπίζουν, μου φαίνονται σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αν σε κάτι στάθηκα τυχερή τα τελευταία χρόνια είναι ότι μπορώ και ζω στην εξοχή, είναι ότι μπορώ και περπατώ ανάμεσα στις ελιές, στα καρποφόρα, και θεωρώ πολύ σημαντικό και είναι από τα λίγα πράγματα που με κάνουν να νιώθω περήφανη το γεγονός ότι έχω φυτέψει σε διάρκεια τριάντα χρόνων περίπου 600 φυτά, δέντρα καρποφόρα, λουλούδια και θάμνους… Πριν λίγο καιρό  σ΄ ένα μικρό κείμενό μου παραφράζοντας τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου έγραψα: Έχετε το νου σας στους κήπους γιατί αν σωθούν οι κήποι υπάρχει ελπίδα…

.
.
Κόντευα στο περιβόλι. Δεν έβλεπα τίποτα μακριά, παρά μόνο αόριστα σχήματα δέντρων, άκουγα όμως καθαρά τον χτύπο ενός τσεκουριού. Κάποιος προσπαθούσε να κόψει ένα δέντρο. Μια ανησυχία με κυρίεψε. Ο ήχος ακουγόταν από το περιβόλι μας από τις μηλιές που εκείνον τον χρόνο δεν μαζέψαμε τα μήλα τους γιατί θρηνούσαμε τον θάνατό σου. Και περπατούσα πηδώντας ανάμεσα στα μήλα που κείτονταν στο χώμα, δεν ήθελα να τα πατήσω. Και είδα τη μάνα να κόβει τη δική σου μηλιά κι άκουσα τον ήχο του πεσίματός της κι άκουσα το ωχ της μάνας. Και ήταν φορτωμένη η μηλιά σου με κόκκινα φιρίκια που δεν είχαν πέσει ακόμα στο χώμα.
– Τι έκανες, μάνα; Γιατί έκοψες τη μηλιά του Σταύρου;
Κρατούσε ακόμα το τσεκούρι στα χέρια της και είπε αγριεμένη.
– Δεν πρέπει να φυτεύουν δέντρα αυτοί που πάνε στον πόλεμο, αυτοί που κρατάνε όπλα στα χέρια τους. Τα δέντρα θέλουν αγάπη, περιμένουν την επιστροφή αυτωνών που τα φύτεψαν και ο Σταύρος τα ξέχασε όλα. Όλα, και τη μάνα του και τη μηλιά του.
Θύμωσα. Θύμωσα μ’ αυτή τη γυναίκα που όλα τα ήθελε με τη δική της τάξη. Θύμωσα γιατί εκείνη την ώρα πίστεψα πως κι αυτή μας είχε ξεχάσει εμένα και τον πατέρα.
– Δεν είσαι μόνο εσύ που πονάς για τον Σταύρο, είμαι κι εγώ, είναι και ο πατέρας, κι εσύ μας ξέχασες.
Κι έγειρα πάνω στο πεσμένο δέντρο κι έκλαψα ώρα πολλή.
 «Οι λεηλάτες του μεσημεριού», σελ. 151
.
.
.
.
.
.
.
.
.
Διαβάστε επίσης:
 .
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.