Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος το «Σκοτεινό Ασανσέρ» της πρωτοεμφανιζόμενης Κατερίνας Παπαντωνίου. Είναι ένα πεζό, από τα πιο αθηναϊκά των τελευταίων ετών, που προσέχτηκε αμέσως από τους κριτικούς και διαβάστηκε πολύ από το κοινό. Κατά τη γνώμη μου, το μυστικό της επιτυχίας του δεν ήταν ούτε το καλό γράψιμο, ούτε η συναρπαστική του ιστορία, ούτε ο συνδυασμός αυτών των δύο. Η μεγάλη του δύναμη είναι η αθηναϊκότητά του. Έχοντας αυτά στα μυαλό μου συνάντησα τη συγγραφέα ένα απόγευμα στην πλατεία Αμερικής και με αφορμή το βιβλίο της συζητήσαμε για την Αθήνα. Ή, μάλλον, για τις Αθήνες.


Όταν γράφετε, φαντάζομαι να `χετε δίπλα σας, στο γραφείο σας, ένα βάζο γεμάτο δρόμους. Πιάνετε ένα δρόμο, τον απλώνετε και γράφετε πάνω του την ιστορία του. Σας αρέσει αυτή η εικόνα; Θα σας άρεσε να σας χαρακτηρίσω συλλέκτρια δρόμων;
Ναι! Μου αρέσει! Όπως και συλλέκτρια καταστάσεων.

Το έργο σας, με το οποίο βγήκατε φέτος στα γράμματα πώς θα το χαρακτηρίζατε; Νουβέλα; Μυθιστόρημα;
Άλλοι το χαρακτήρισαν νουβέλα, άλλοι μυθιστόρημα. Εγώ θα το `λεγα ελλειπτικό μυθιστόρημα. Δεν νομίζω όμως ότι έχουμε ανάγκη ειδολογικών χαρακτηρισμών.

Πάντως συμφωνούν όλοι στην αθηναϊκότητά του. Είναι ίσως από τα πιο αθηναϊκά κείμενα που εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια. Έχετε υπ` όψιν σας κάποιο άλλο τόσο αθηναϊκό;
Δεν είμαι καθόλου καλή στην ανάκληση δεδομένων, μόνο στην ανάκληση αναμνήσεων. Η Αθήνα βέβαια είναι συνήθης εμμονή όσων γράφουν.

Το έργο σας πού και πότε εκτυλίσσεται;
Εκτυλίσσεται σ’ αυτό που σήμερα αποκαλείται υποβαθμισμένο κέντρο, και συγκεκριμένα ξεκινά από τη Βαρβάκειο Αγορά και τελειώνει εδώ περίπου που καθόμαστε τώρα: στην πλατεία Αμερικής, έχοντας περάσει την Ομόνοια, τη Νεάπολη – και όχι τα Εξάρχεια, είναι άλλο η Νεάπολη, άλλο τα Εξάρχεια -, περνάει και από του Γκύζη και φτάνει εδώ. Αυτές είναι οι περιοχές του αφηγηματικού χρόνου. Βέβαια, μέσα στον αφηγημένο χρόνο, γίνεται ένα φλας μπακ στην μεταπολεμική Ελλάδα, και μετά από ένα πέρασμα από το θεσσαλικό κάμπο, επιστροφή στην Πλάκα και το Μεταξουργείο του ‘80.

Ο χρόνος λοιπόν της ιστορίας ποιος είναι;
Είναι δύο χρονικές στιγμές: 5 μέρες πριν τον 15αύγουστο του 2003 και ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 2005.

Εσείς ζείτε στο κέντρο της Αθήνας;
Εν μέρει. Στο κέντρο εργάζομαι, εδώ είναι οι φίλοι μου και τα περισσότερα απ` αυτά που μ` ενδιαφέρουν, αλλά το σπίτι μου, ο τόπος που ξεκουράζομαι και κοιμάμαι, είναι εκτός κέντρου. Σε ένα προάστιο της Αθήνας.

Στο κέντρο ζήσατε ποτέ;
Ναι, μέχρι το `92. Γεννήθηκα και μεγάλωσα κάτω από τον λόφο του Στρέφη. Στην πλατεία Αμερικής ήρθα ενήλικη κι έζησα από τα 20 ως τα 27 μου.

Και κάποια στιγμή εγκαταλείψατε το κέντρο. Για ποιο λόγο;
Γιατί με είχε κουράσει η φασαρία του, η φασαρία των αυτοκινήτων. Εκεί στα 27 μου ένιωσα έναν κορεσμό. Η μόνιμη φασαρία των δρόμων ήταν αυτή που με έκανε να φύγω. Ίσως κι επειδή νόμιζα ότι ήθελα ν` αλλάξω παραστάσεις.

Η οικογένειά σας;
Οι γονείς μου παρέμειναν στο κέντρο. Πλατεία Αμερικής. Δεν άφησαν το κέντρο ποτέ. Θα τους φαινόταν αδιανόητο κάτι τέτοιο.

Είναι αυτό που λέμε βέροι Αθηναίοι;
Όχι. Και οι δύο έφυγαν μικρά παιδιά απ` το χωριό τους, για προφανείς λόγους. Εσωτερικοί, οικονομικοί μετανάστες.

Ενώ εσείς, μεγαλώνοντας ως Αθηναία, εγκαταλείψατε την Αθήνα για ένα χωριό, για ένα αττικό χωριό. Θα μπορούσαμε άρα να πούμε ότι η αστυφιλία είναι ίδιον του ανθρώπου της υπαίθρου;
Η αστυφιλία καλύπτει μία σειρά αναγκών, με σημαντικότερη την οικονομική. Αν δεν έχεις να ζήσεις στον τόπο σου ή αν θες να ζήσεις καλύτερα από το να σκαλίζεις τη γη, έρχεσαι στο μεγάλο αστικό κέντρο. Ή μπορεί, ακόμα κι αν έχεις ικανοποιήσει τη βασική αυτή ανάγκη, να έρχεσαι στην Αθήνα για λόγους ευζωίας. Επειδή, για παράδειγμα, δεν αντέχεις την κλειστή ζωή της επαρχίας.

Οι γονείς σας πάντως απέκτησαν πιο ουρμπανιστική συνείδηση από σας.
Ναι. Ανατροφοδοτούνταν σε μόνιμη βάση από το κέντρο; Δεν ήθελαν να έχουν άλλα σημεία αναφοράς; Δεν ένιωσαν ποτέ την ανάγκη να ησυχάζει κάπου το μυαλό τους, το μάτι τους; Ίσως γι` αυτό. Βέβαια και κείνοι, όταν έφτασαν σε κάποια ηλικία, μετά τα 60, θυμηθήκαν τις ρίζες τους. Θέλησαν να ξαναδούν τα χωριά τους και τους ανθρώπους εκεί.

Ζούσαν και εργάζονταν στους δρόμους που περιγράφετε;
Ακριβώς. Στους δρόμους αυτούς. Και το βιβλίο αυτό το έγραψα για να καταγράψω το δικό μου χωριό, το δικό μου τόπο καταγωγής, την Αθήνα. Δεν έχω άλλη αναφορά. Το δικό μου χώμα είναι τσιμέντο, είναι άσφαλτος. Είναι κοντές οι ρίζες μου. Κι ένιωσα την ανάγκη αυτή όταν συνειδητοποίησα ότι ο τόπος μου ως περιβάλλον, όχι μόνο ως αρχιτεκτονική όψη, όχι μόνο ως πολεοδομικός ιστός, όχι μόνο ως κοινωνικός ιστός, δεν υπάρχει πια, κι αυτή η βεβαιότητα κατακάθισε σαν ίζημα λίγο πριν το 2010. Θέλησα να καταγράψω αυτό το χωριό που εξαφανίστηκε, τον τόπο που εξαφανίστηκε. Τίποτα δεν εξαφανίστηκε βέβαια. Απλώς όλα αλλάζουν.

Πολλοί άνθρωποι της γενιάς σας εγκαταλείψατε την Αθήνα, συμβάλλοντας στο μαρασμό της. Λίγο πριν, χαρακτηρίσατε το κέντρο υποβαθμισμένο. Νιώθετε ότι έχετε ένα μερίδιο ευθύνης κι εσείς, μικρό ή μεγάλο;
Πιθανόν. Είναι μια σκέψη που κάνω συνεχώς. Φεύγοντας από την πατρική πολυκατοικία, την πολυκατοικία όπου βρίσκεται το διαμέρισμα των γονιών μου, είμαι η γενιά που δεν άφηνε ένα διαμέρισμα άδειο. Άφηνε ένα διαμέρισμα στους γονείς. Δε φρόντισα να βρω ένα σπίτι κοντά τους, κι αυτό επειδή υπήρχε η δυνατότητα να ζήσεις σε ένα περιβάλλον πιο ευχάριστο. Σιγά σιγά όμως, όταν εκλείπει η γενιά αυτή των γονιών, το διαμέρισμα μένει άδειο και το παίρνουν κάποιοι άλλοι.

Μετανάστες στη μεγάλη πλειοψηφία πια.
Ναι. Οπότε αλλάζουν οι κάτοικοι. Και βεβαίως αλλάζουν οι σχέσεις, αλλάζει η οικειότητα. Το οικιστικό περιβάλλον δεν είναι ποτέ μουσειακό. Προσδιορίζεται από ποιον κατοικείται, πώς χρησιμοποιείται και ποια είναι η ζωή που δημιουργείται γύρω από αυτό, μέσα από αυτό και σε σχέση με αυτό.

Ας γυρίσουμε πάλι στη στιγμή που φύγατε. Ήταν η στιγμή που πάψατε να βλέπετε το άστυ ως κλεινόν κι αρχίσατε να το βιώνετε ως κλειστόν;
Όχι βέβαια! Δεν έχασε καθόλου το κλέος του. Πήγα στο προάστιο μα δεν έζησα, δεν ζω στο προάστιο. Διανύω αποστάσεις. Στην Αθήνα ζω. Βέβαια, μετά από ένα θέατρο, ένα σινεμά, ένα μπαρ, οδηγώ 30 – 40 λεπτά για να γυρίσω σπίτι.

Άρα η Αθήνα είναι ένας τόπος μιζέριας και φτώχειας για τους κατοίκους της και διασκέδασης για τους επισκέπτες;
Όχι. Αν υπάρχει μιζέρια, υπάρχει επειδή το κράτος απεμπόλησε τη στοιχειώδη αρμοδιότητά του να μαζεύει τα σκουπίδια και να φροντίζει τους κοινόχρηστους χώρους. Αν υπάρχει μιζέρια, αυτή οφείλεται στην οικονομική κρίση. Η Αθήνα μέχρι το 2009 μια χαρά διαβιούσε, παρ` ότι άλλαζαν οι κάτοικοι των περιοχών. Η γειτονιά του Ψυρρή, που ήταν η γειτονιά των εμπορικών, των αποθηκών, από το ’90 άρχισε σιγά σιγά να γίνεται το διασκεδαστήριο που ξέρουμε σήμερα. Την πρώτη φορά που πήγαμε με φίλους στου Ψυρρή, απορούσαν πώς κυκλοφορούσα μες στη νύχτα και πώς προσανατολιζόμουν για να τους πάω στο τάδε μαγαζί ή στο θέατρο Εμπρός. Τους ήταν άγνωστοι χώροι. Του Ψυρρή, το Μεταξουργείο, το Γκάζι, πριν γίνουν διασκεδαστήρια, θεωρούνταν γκέτο όταν νύχτωνε. Γκέτο υπήρχαν πάντοτε. Δεν ξέρω αν το γεγονός ότι φύγαμε οι παλιοί κάτοικοι από το κέντρο άλλαξε την εικόνα του.

Αν δεν κάνατε οικογένεια, θα ήταν πιο πιθανό να παραμένατε στο κέντρο;
Αλίμονο, δεν έφυγα από το κέντρο ως προσφυγοπούλα με ένα μωρό στην αγκαλιά, για να αναζητήσω καλύτερο τόπο να το αναθρέψω! Σε καμία περίπτωση. Το παιδί προέκυψε χρόνια μετά.

Η επιστροφή σας στην Αθήνα μέσω της γραφής έχει να κάνει μόνο με νοσταλγία ή μήπως κρύβει και ενοχές για έναν τόπο που κατά κάποιο τρόπο εγκαταλείψατε;
Δεν έχω καμία ενοχή, νομίζω, για τίποτα. Ούτε θεωρώ ότι η Αθήνα έπαθε κάτι επειδή εγώ απέκτησα σπίτι μακριά της! Τα πάντα είναι θέμα συγκυριών. Όπως η συγκυρία κατά την οποία κάθισα να γράψω το συγκεκριμένο βιβλίο, για το συγκεκριμένο θέμα. Ο στόχος μου ήταν να καταγράψω κάτι που δεν ήταν πλέον απτό, επειδή εξέλιπαν κάποιοι άνθρωποι. Εξέλιπε, για παράδειγμα, η φιγούρα της θυρωρού, που είναι και ο δούρειος ίππος στην αφήγηση.

Η εμμονική αναφορά των δρόμων μπορεί να είναι κουραστική και βασανιστική για κάποιον που δεν έχει ζήσει την Αθήνα;
Όχι. Γράφοντας, είναι αλήθεια ότι δε σκέφτεσαι αν αυτός που θα το διαβάσει θα βασανιστεί ή θα ταλαιπωρηθεί, γιατί γράφεις για να διαβάσεις εσύ. Για να καταγράψεις. Για να μην κρατάς ημερολόγιο. Αλλά γιατί να είναι κουραστική η αναφορά των δρόμων;

Γιατί το κείμενό σας μπορεί να λειτουργήσει και ως χάρτης, ως GPS. Μπορεί κάποιος να το διαβάσει περιπατητικώς.
Αυτή είναι πολύ καλή ιδέα! Χαίρομαι, γιατί η εκδοτική αγορά είχε θεωρήσει το βιβλίο αυτό εσωστρεφές, δύσκολο, ότι τάχα δεν είναι για τον μέσο αναγνώστη. Είχα φτάσει να πιστεύω κι εγώ ότι έγραψα κάτι δύσκολο!

Μετά την έκδοσή του όμως το βιβλίο προσέχτηκε υπερβολικά πολύ, δεδομένου ότι είστε πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας.
Ναι, στάθηκε τυχερό το «Σκοτεινό Ασανσέρ» παρόλο που εγώ δεν είχα να του προσφέρω δημόσιο βήμα.

Τα ανέκδοτα κείμενά σας ή τα επόμενα του «σκοτεινού ασανσέρ» είναι εξίσου αθηναϊκά μ` αυτό;
Δεν αντιμετωπίζω, δεν χρησιμοποιώ την Αθήνα όπως στο «Σκοτεινό Ασανσέρ», δηλαδή δεν είναι η Αθήνα ο κεντρικός χαρακτήρας. Απλά η πόλη είναι το σημείο αναφοράς. Αυτό με εξυπηρετεί στο να πείθω τον εαυτό μου και τον αναγνώστη ότι η ιστορία αυτή είναι ντοκουμέντο. Είναι μια πραγματικότητα που απλά καταγράφω. Ακόμα και μια μικρή ιστορία «επιστημονικής φαντασίας» που προσπάθησα να γράψω, με πλάσματα υβριδικά, ενώ δεν είχα υπ` όψιν μου κανένα τοπωνύμιο, στο τέλος κατάλαβα ότι κι αυτή συμβαίνει μέσα σ` ένα κτίριο με σωληνώσεις, μέσα σ` ένα διαμέρισμα που έχει αδειάσει, σε ένα άδειο κτήριο της Σταδίου. Η πόλη είναι το περιβάλλον μου.

Έχω την αίσθηση ότι στις προηγούμενες δεκαετίες η Αθήνα προβαλλόταν πολύ μέσω της πεζογραφίας. Όταν ήρθα απ’ το χωριό μου στην Αθήνα, πολλούς δρόμους τούς ήξερα από τα μυθιστορήματα που είχα διαβάσει: «Χαμένη Άνοιξη», «Τρίτο Στεφάνι», κ.λπ.
Εγώ έχω βιωματική σχέση με την πόλη. Η δουλειά των γονιών μου, των παππούδων μου, ήταν στην οδό Σωκράτους. Για μένα η Σωκράτους δεν ήταν ποτέ ένας τόπος βρώμικος. Κάποια στιγμή παρατήρησα κάποιες γυναίκες που στέκονταν εκεί. Το μόνο βρώμικο προερχόταν από την μυρωδιά των τυριών, από πουθενά αλλού. Η Σωκράτους ήταν ένας τόπος εξαιρετικά οικείος, ένας τόπος εργασίας, ένας τόπος παραγωγής πλούτου.

Μετά, η Νεάπολη είναι εκεί που απέκτησα όλα τα σημάδια μου στα γόνατα και στους αγκώνες. Εκεί που έφαγα τη μούρη μου παίζοντας. Εκεί που άκουσα ένα βράδυ, ενώ έπαιζα κρυφτό στα Παναθήναια της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ότι έρχεται ο Καραμανλής, χωρίς βέβαια να καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό. Εκεί είδα τους πρώτους χούλιγκανς, πιο πάνω, στο γήπεδο. Εκεί ένιωσα για πρώτη φορά μειονότητα: ήμουν Ολυμπιακός στη γειτονιά του Παναθηναϊκού! Οι κινηματογράφοι της Νεάπολης ήταν για μένα η πρώτη επαφή με την τέχνη. Η Στουρνάρη είναι για μένα ένας τόπος μαρτυρίου. Έζησα την εξέγερση του Πολυτεχνείου πάνω στους ώμους του πατέρα μου. Σκεφτείτε ακόμα ότι έγραψα ένα διήγημα που εκτυλισσόταν στην πλατεία μιας επαρχιακής πόλης, κι όμως, όταν το `γραφα, στο νου μου είχα την πλατεία Συντάγματος!

Η πόλις σάς ακολουθεί λοιπόν.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω ∴