Το τρένο από την Αγιουτάγια για την Μπανγκόκ έφευγε λίγο πριν τις 7 το απόγευμα, σούρουπο. Το εισιτήριο δεν γράφει νούμερο θέσης, όποιος προλάβει. Η διαδρομή κρατά περίπου μιάμιση ώρα. Οι θέσεις θυμίζουν παλιό λεωφορείο των ΚΤΕΛ, δεν είναι μονές αλλά ενωμένες, έχουν επικάλυψη κάτι σαν δέρμα. Δίπλα μου μια νεαρή Ταϊλανδέζα ασχολείται με το κινητό της σε όλη τη διαδρομή. Απέναντί μου ένας τουρίστας που γράφει συνεχώς σε ένα μικροσκοπικό σημειωματάριο, τον νιώθω, γυρνάει κι αυτός από την Αγιουτάγια. Έχει σκοτεινιάσει. Ανοιχτά παράθυρα, πηχτή ζέστη των τροπικών, βαριά μυρωδιά χώματος, καμένων φύλων, περιττώματα ζώων, μυρωδιά που με πάει στον δικό μας θεσσαλικό κάμπο. Πού και πού περνάει ο ελεγκτής, κρατάει ένα εργαλείο επικύρωσης που κάνει ένα κροταλιστό ήχο και μιλάει σ’ αυτά τα κελαρυστά σιαμέζικα.

Στο τρένο έχει ησυχία, είναι όλοι εξουθενωμένοι από τη ζέστη και την υγρασία. Εγώ ανακαλώ τη μέρα που έχω ζήσει. Έχω κιόλας αφήσει το απίστευτο στο παρελθόν; Τι είχα ζήσει πριν την Αγιουτάγια; Από την καυτή ζέστη του μεσημεριού και την καρότσα του τουκ-τουκ που με πηγαινοφέρνει στα ερείπια των ναών, το κροκοδειλάκι που πετάχτηκε στον δρόμο, το ανατρίχιασμα στη θέα του πρώτου ναού, Wat Phra Si Sanphet, και τα πιστά σκυλιά στον Βούδα, την αφόρητη ζέστη και ναι, να καταβρεχτώ με το σπασμένο λάστιχο πίσω από τον Wat Maha That με το κεφάλι του Βούδα στις ρίζες του δέντρου είναι μια καλή ιδέα, «αλλά πρόσεξε μην πιεις το νερό» με συμβουλεύει ένας ξένος και έχει δίκιο, μια μικρή παραίνεση στη μέση ενός παλιού κόσμου από έναν άγνωστο ίσως είναι κάτι για το οποίο αξίζει ακόμα το ανθρώπινο είδος, γράφω ανάποδα και αποσπασματικά, δε θέλω να βγάλω κανένα συμπέρασμα ούτε να πω αποφθέγματα σοφίας, έχω μια μνήμη φλέγουσα και με καίει.

Στην Αγιουτάγια κυνηγάω τον ήλιο ή με κυνηγάει αυτός, είναι παράξενο αλλά έχει ησυχία, ακούω μοναχούς να ψάλλουν, ακούω τα τραγούδια στο τουκ-τουκ που βάζει ο κύριος Νατ για να με διασκεδάσει, βρέχει ξαφνικά και δυνατά, το κίτρινο κάλυμμα του Βούδα γίνεται ανάγλυφο, ακούω τα σκυλιά και μου φαίνεται πως βλέπω φίδια, δύο πέτρινες κόμπρες φυλάνε τον ναό, είμαι μόνη μου και λίγο φοβάμαι, γυρίζω πίσω και ο κύριος Νατ έρχεται μαζί μου, αξίζει να πω δυο λόγια γι’ αυτόν, έχει βλέμμα πονηρούτσικο και ζωηρό, δεν είναι κακός, πήρε μέρος κι αυτός για λίγο στη ζωή μου, έχει ιώβεια υπομονή και με κάνει να γελάω, αναβοσβήνει τα φώτα της καρότσας και μεταμορφώνει το τουκ-τουκ σε ντίσκο.

Ο σταθμός των τρένων στην Αγιουτάγια

Όταν βλέπω τον τελευταίο ναό, αξίζει να πω το όνομά του, Wat Chai Watthanaram, κάτι με πιάνει. Τα γιασεμιά στην είσοδο, το φως του απογεύματος, τα πουλιά που τιτιβίζουν πιο έντονα από τους ανθρώπους, είναι ένα πουλί που κρώζει σαν άνθρωπος, όταν το ακούω πάντα σηκώνω ψηλά το κεφάλι, όταν κοιμάμαι ανοίγω τα μάτια, εκατοντάδες πουλιά πάνω στα δέντρα και τα αγάλματα. Μυρίζει το βρεγμένο χώμα κι η μυρωδιά αυτή είναι παντού πολύτιμη, αποτυπώνεται αμέσως στους νευρώνες, το ποτάμι είναι ήσυχο και σκέφτομαι τις πλημμύρες όταν τα νερά φουσκώνουν, ατμόσφαιρα θολή από την υγρασία, ήρθα εδώ να δω τις ακτίνες του ήλιου να παίζουν στον ναό και τώρα δεν μπορώ να φύγω. Όμως. Όμως τώρα είμαι και λίγο Αγιουτάγια στην καρδιά και το δέρμα.

 

Διαβάστε επίσης:

Ayutthaya [Αγιουτάγια]

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ράνια Καταβούτα
Φύσει και θέσει περίεργη, εξερευνώ και ανακαλύπτω, δημιουργώ ενίοτε, προς το παρόν στην Κίνα.