Ένα δύο τρία νανουρίσματα για την μαμά

Πάντα τα μπερδεύω.

 

Ο ντελάλης σε απεργία πείνας

η εφημερίδα

της Κυριακής

ούτε ο μπαμπούλας που υποσχέθηκες πως θα έρθει να με πάρει

δεν κράτησε τον λόγο του.

 

―

 

Έχω μια υποψία πως

Απ’ το στόμα μου στα μάτια σου

είχες δύο αμβλώσεις κενό.

 

―

 

Η αποψίλωση των δέντρων

η Καλλιθέα

μια γάτα μέσα σε ιγκλού

η τηλεόραση ανοιχτή

η λάμπα που ποτέ δεν φταίει

και εσύ

ως η μητέρα μου

 

―

 

Αδιαμφισβήτητα το λεξιλόγιο μου είναι περιορισμένο

Αντεπιθέτω όμως τις ελπίδες μου

στα είδη των λουλουδιών.

 

―

 

Λιλικώς είναι μια λέξη που με κάνει να αισθάνομαι εξυπνότερη από πολλούς.

 

―

 

Η διαβάθμιση της εγκατάλειψής σου : οι βαθμοί, το κενό, το νερό, η νεκρή θαλάσσια χελώνα στον τοίχο μας.

 

―

 

Αστυνομικοί, ντυμένοι πρόχειρα, χωρίς το κραγιόν τους, μπαίνουν απ’ την καμινάδα και λένε  πως φέτος δεν είχε δώρο γιατί ήμουν κακό παιδί.

 

―

 

Αυτή η ανυπόφορη δυστυχία όταν κατάλαβα πως μέσα στην τσάντα σου είχες μόνο : χαρτομάντιλα, καμένο τοστ και ένα ζευγάρι κλειδιά. 

 

―

 

Φέρω μια ελπίδα να με πουλήσεις στον γύφτο να κάνεις ο,τι θέλεις τα λεφτά που θα σου δώσει

και εμένα ο γύφτος να με έχει  καρπουζού και γνήσια ξυπόλυτη χορεύτρια. Κρίμα θα ήταν, αλλά ευπρόσδεκτη θα χα και μιαν αρκούδα.

 

―

 

Κάτω από το κρεβάτι σου, ούτε κακό, ούτε σκόνη, ούτε νεκροί που μας προσέχουν

παρά μόνο :  ένα καλσόν, ένας δονητής και προφυλακτικά με γεύση φρούτα του δάσους

ή μήπως του πάθους;

Πάντα τα μπερδεύω.
.


―

 

Ως παιδιά δικαιούμαστε και μεις δύο τρεις σωστές αράδες όπως η : Θα πεθάνετε χωρίς εμάς.