Ζωγραφική αυτοβιογραφία

του Γιάννη Τσαρούχη

 

Φωτογραφημένος από τον Δημήτρη Παπαδήμο. Αρχείο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ.

 

Είναι περιττό και ίσως δυσάρεστο για έναν που ζωγραφίζει να εξηγεί με λόγια, γράφοντας, τί θέλει να πει με τα έργα του.

Υποτίθεται ότι στα έργα του έχει πει όσα λέγονται ζωγραφικώς ενώ συγχρόνως έχει αποκρύψει όσα είναι άχρηστα στην έκφραση ενός ιδανικού. Συνήθως όταν λέμε ιδανικό εννοούμε κάτι σαν άνυδρη και ξερή περιοχή κάπως παστεριωμένη. Το ιδανικό ενός καλλιτέχνη είναι η ίδια η ζωή σ’ ό,τι έχει πιο ουσιαστικό, και καθόλου μια πόζα. Άλλοτε στην πρώτη χριστιανική εποχή ο πολύς κόσμος που ήταν αγράμματος δεν μπορούσε να διαβάσει εύκολα τα βιβλία της θρησκείας. Αλλά και όποιος ήξερε γράμματα δεν ήταν εύκολο νάχει ό,τι ώρα θέλει τα βιβλία και τις αναγνώσεις που πληροφορούσαν και φώτιζαν. Η Εκκλησία κατέφυγε στη σιωπηλή γλώσσα της ζωγραφικής, που διαβάζεται και χωρίς κήρυκες και αναγνώστες. Ο κόσμος τότε ήξερε να διαβάζει την ζωγραφική. Τα νεώτερα χρόνια επεκράτησε η συνήθεια να διαβάζουμε βιβλία για την ζωγραφική, μια συνήθεια που τείνει να εκλείψει πάλι. Αντίς να εξηγήσω τί παριστάνουν και τί σημαίνουν τα έργα μου προτίμησα να διηγηθώ μέσα σε τί συνθήκες ζωής τα εζωγράφισα, αφήνοντας τα ταπεινά μου έργα να μιλήσουν μόνα τους για το τί σημαίνουν.

Δεν είναι πάντα τόσο άσχετη όσο νομίζουν μερικοί, η ζωή ενός ανθρώπου με τον τρόπο που εκφράζεται στην Τέχνη…

Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου στην οδό Λουκά Ράλλη και βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό. Όσο θυμάμαι, δύο μόνο δεν ήταν νεοκλασικά. Το ένα ήσαν μεσαιωνικό κάστρο και το άλλο Art Nouveau. Το τελευταίο γρήγορα μεταποιήθηκε για να συμμορφωθεί με τα άλλα.

Φυσικά υπήρχαν και τα μικρά παλιά σπίτια πούχαν αυλή και κάμαρες τριγύρω. Απέναντι στο σπίτι που γεννήθηκα ήταν το σπίτι της θείας μου, της αδελφής της μητέρας μου, που ήταν χήρα και πλούσια. Τα παιδιά της ήταν όλα μεγαλύτερα από μένα.

Νεοκλασικό στην Αθήνα, Γιάννη Τσαρούχη. Έργο του 1964. Ο Τσαρούχης θα απαθανάτιζε ζωγραφικά για πολλές δεκαετίες νεοκλασικά και άλλα κτίρια.

Στον Πειραιά έμενε και μια άλλη θεία που κατοικούσε στην οδό Πραξιτέλους πούχε δυό αγόρια και τρία κορίτσια που έκαναν παρέα μ’ ένα νεαρό, όχι και πολύ πλούσιο, που λεγόταν Σταύρος Νιάρχος.

Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σα να σεργιανίζεις μια γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ’ ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλώντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή.

Από τότε μικρό παιδί ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κυμάτια κορινθιακά ή ιωνικά καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και συγχρόνως πλήξη.

Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι η μία τοιχογραφία στην εκκλησία που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν η ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωση μου έφερε χαρά και ταραχή. Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν το πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία εφτά-οχτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλλες χαρτί συχνά 70Χ100 πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ’ έναν μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μία γραμμή κάθετο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί συνήθως η ξαδέλφη μου. Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυό μας στην κουζίνα για να ερωτηθούν «οι δούλες » ποιο είναι το καλύτερο απ’ τα δύο.

Κατά κανόνα άρεσε συνήθως του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στεναχωριέμαι η μαγείρισσα εύρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιο είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε για να μ’ ευχαριστήσει.

Τα πρώτα-πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δυό σοβαρούς λόγους. Πρώτα γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο όπως επιθυμούσα και δεύτερο γιατί κατά σύσταση μιας άλλης ευλαβικής «δούλας» ήταν καλύτερο να μην παριστάνω πρόσωπα γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν κατά γης, πατιόνταν και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια, κι ήταν μεγάλη αμαρτία. Μη παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία». Η ίδια αυτή «δούλα» η Μαριγώ είχε δει στον ύπνο της την Αγία Κυριακή κι ήταν καταματωμένη και με πληγές και την ρώτησε, πως είσαι έτσι σ’ αυτό το χάλι Αγία Κυριακή, κι αυτή απάντησε: όταν σας βάζουν τ’ αφεντικά σας να ράβετε Κυριακή το πετσί μου τρυπιέται, όταν σιδερώνετε Κυριακάτικα το κρέας μου καίγεται και πονάω, όταν σκουπίζετε ξεμερδιέται η σάρκα μου, γι’ αυτό δεν πρέπει να δουλεύουμε Κυριακή.

Μια εικόνα από τη χριστιανική παράδοση δια χειρός Τσαρούχη: «Ελληνική» φάτνη, έργο δεκαετίας 1940, νερομπογιά σε χαρτί

Αισθανόμουν από τότε ότι η εύτακτη οικογένειά μου έβλεπε σ’ αυτή τη δραστηριότητά μου μόνο αιτία λερώματος και ακαταστασίας των δωματίων. Στο νέο σπίτι  που πήγαμε, το 1917 αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη, όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο.

Το δωμάτιο όπου έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Αγγέλου. Το ωοειδές σχήμα επλαισιώνετο από διάφορα κυμάτια και κοσμήματα σε οπτική απάτη σε γκρίζους τόνους. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ’ ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία μέσα σ’ ένα κύκλο πάλι το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα με ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα όταν εγνώρισα την γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντεια ταβάνια άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ.

Την αντιγραφή του Μιχαήλ Αγγέλου είχα την ευκαιρία να συγκρίνω με μια φωτογραφία του πρωτοτύπου που βρισκόταν σ’ ένα βιβλίο πούχε φέρει ο θείος μου Χρήστος απ’ τη Ρώμη. Ο θείος αυτός ήταν ένας εργένης μανιώδης για Όπερα και χαρτοπαιξία κι είχε τρεις φωνογράφους διαφορετικού τύπου ο καθένας. Η αισθητική μου μόρφωση συνετελείτο εκείνη την εποχή από δύο γαλλικά περιοδικά. Το ένα ήταν η Illustration και το άλλο η  Vie Parisienne. Το τελευταίο ήταν ένα περιοδικό ευπρεπώς πορνογραφικό που δημοσίευε ακουαρέλλες με ημίγυμνες γυναίκες. Ο ζωγράφος που προτιμούσα καλύτερα απ’ όλους τους άλλους ζωγράφους του περιοδικού ήταν ένας Herouard.

Με πολλή συγκίνηση το 1975 είδα μια πρωτότυπη ακουρέλλα του Herouard στο Παρίσι. Θαύμαζα σ’ αυτά τα έργα μια ειδική δεξιοτεχνία του σχεδίου, επειδή δεν την είχα εγώ ούτε την απέκτησα ποτέ. Σε μεγάλη ηλικία ήταν μια νίκη για μένα να παραδεχτώ τις δικές μου δεξιοτεχνίες αδιαφορώντας για τις δεξιοτεχνίες των άλλων. Η Illustration τα Χριστούγεννα είχε υπέροχες αναπαραγωγές κλασικών έργων και μάλλον αντιπαθητικές μανιερίστικες εικονογραφήσεις λατρευτών σχεδιαστών της πλουτοκρατίας. Η Illustration έδινε επίσης αναφορά για τα διάφορα Σαλόν του Παρισιού όπου από τότε καταλάβαινα πως τα έργα είναι μέτρια. Ήταν τα Σαλόν που έδιωχναν τους μεγάλους ζωγράφους.

Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι καμωμένες απ’ την εταιρεία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς.

Δεν παρέλειπα ποτέ να επαναλαμβάνω από μνήμης με παστέλ ό,τι είχα δει. Μετά το 1925 δυο άλλα περιοδικά με πληροφορούσαν για το Παρίσι, το Femina και το Vogue. Τα κουβαλούσαν οι ξαδέλφες μου μαζί με παρτιτούρες των τραγουδιών της μόδας που τα παίζανε στο πιάνο και τα τραγουδούσανε. Στα σαλόνια της θείας μου σχεδιασμένα απ’ τον Τσίλλερ και επιπλωμένα απ’ τον στενό συνεργάτη Χάιμαν συνέβαιναν παράταιρα πράγματα. Πότε έβλεπες ιεράρχες με επικαλύμμαυχα που η ευλαβής θεία μου εδέχετο με σέβας και υπερηφάνεια, πότε καλογήρους του Αγίου Όρους που έφερναν εικόνες των Ιωσαφαίων για πούλημα, πότε την ηθοποιό Κυβέλη κι ένα σωρό προξένους και πρεσβευτάς. Σ’ αυτό το σπίτι με τα πολυτελή χρυσοποίκιλτα ταβάνια και τους απαλόχρωμους ταμπλάδες των τοίχων δεν υπήρχαν έργα ζωγραφικής κρεμασμένα. Υπήρχαν μόνο φωτογραφίες φυσικού μεγέθους, αναρτημένες πολύ ψηλά κοντά στο ταβάνι με κορνίζες χρυσές με ωοειδή πασπαρτού περίτεχνα και χρυσοποίκιλτα. Υπήρχαν επίσης μεγάλες χρωμολιθογραφίες που παρίσταναν κοριτσάκια ή χανούμισσες με ξέπλεκα μαλλιά, στολισμένα με διαμαντένια μισοφέγγαρα. Ένα μόνο έργο ζωγραφικής υπήρχε που παρίστανε ένα στρατιώτη τρία τέταρτα με μαύρο φόντο. Άκουγα συνεχώς ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Αργότερα κρεμάστηκαν έργα ζωγραφικής που πιθανόν προέρχονταν από χρέος ή ήσαν δώρα ευεργετηθέντος. Πολλά ήσαν δουλεμένα με την σπάτουλα και άγνωστο γιατί τα έλεγαν γερμανική ζωγραφική.

Στρατιώτης. Γιάννη Τσαρούχη. Σχέδιο με μελάνι. 48 x 35cm. Συλλογή Χαράλαμπου Χριστοφόρου – Ψηφιακές Συλλογές Βιβλιοθήκης Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου

Στο σπίτι αυτό, όπως είπα, εσύχναζαν πολλοί πρεσβευτές και πρόξενοι· επίσης η ηθοποιός Κυβέλη και μετά μια ορισμένη εποχή η Ελένη Παπαδάκη. Στο σπίτι αυτό είδα δυο γάμους στα καταστόλιστα με τριαντάφυλλα σαλόνια του και τον πρώτο θάνατο της οικογένειας, της θείας μου. Μέσα στα ίδια σαλόνια ντυμένα με μαύρα τούλια και κορδέλλες πένθιμες και πολλά λουλούδια και ανθισμένες αμυγδαλιές.

Στο σπίτι της θείας μου εφιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925 επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα τα παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλλα. Από τότε θυμάμαι δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγόταν Πίκ και ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως τούδωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα. Άρχισα να ζωγραφίζω πάντα με ακουαρέλλα πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα στην οδό Ερμού κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα πάντα απ’ το φυσικό νεκρές φύσεις ή τοπία κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και με προσωπογραφίες. Εκείνη την εποχή έκανα την ακουαρέλλα που παριστάνει το σπίτι του χειρούργου Φωκά, όπου έμενε η οικογένεια Σεφεριάδη. Θυμούμαι τα παιδιά, τον Γιώργο και την Ιωάννα. Στο ίδιο περιβόλι ήταν και το σπίτι που μέναμε. Κάποτε είδα σ’ αυτό το περιβόλι τον κυβιστή ζωγράφο Μετζενζέ πούχε παντρευτεί την κόρη του Φωκά.

Παρτέρια στην Κηφισιά. Γιάννη Τσαρούχη. Ακουαρέλλα 1926

Το αντίγραφο του Δαφνιού το είχα κάνει πριν φύγει η μητέρα μου για το εξωτερικό. Θυμάμαι πως πήγαμε με αμάξι με άλογα το 1920 για να λειτουργήσουμε την εκκλησία, γιατί το Δαφνί λειτουργιόταν τότε. Τον παπά τον πήραμε μαζί μας με το αμάξι. Έμενε απέναντι απ’ το σπίτι μας σε μια μάντρα με πολλά δωμάτια, ήταν Κρητικός κι είχε δώδεκα παιδιά. Το δωδέκατο τόχε βαφτίσει ο Βασιλιάς. Είχε έναν αδελφό χωροφύλακα και συνήθιζε να λέει στη μητέρα μου: «Όσα δεν προφθαίνω εγώ με την φοβέρα στην εκκλησία, τα αποτελειώνει ο αδελφός μου ο χωροφύλακας κι έτσι σας προστατεύουμε κι οι δύο απ’ τους κακοποιούς».

Εκτός απ’ τα περιοδικά που είχαν αναλάβει τη μόρφωσή μου εμάθαινα πολλά κι απ’ τα πρωτότυπα έργα που έβλεπα πολύ σπανίως. Κάνα δυο Βολανάκηδες, τα πορτραίτα των δεσποινίδων Παπαλεονάρδου καμωμένα απ’ τον ζωγράφο Μαθιόπουλο. Ένα απ’ τα δύο το είχα αντιγράψει αρκετές φορές. Ακούγοντας να μιλάνε για την εν Σαλαμίνι Ναυμαχία του Βολανάκη που το εργαστήρι του ήταν απέναντι στης θείας μου, έκανα το 1918 αυτό το παστέλ με τα καράβια από μια ολλανδέζικη κάρτα αντιγραμμένη όπως συνήθως πολύ ελεύθερα.

Έργα του Βολανάκη είδα για πρώτη φορά στο Δημαρχείο Πειραιώς (Το Ρολόι) σε μια δεξίωση που ήταν ο Ναύαρχος Φουρνιέ. Εκείνο το βράδυ κάηκαν και παλιού τύπου πυροτεχνήματα μέσα στη θάλασσα. Τέτοια πυροτεχνήματα δεν ξαναείδα ποτέ πια ούτε στην Ευρώπη. Οι γονείς μου δεν ενδιαφέρονταν για την ζωγραφική, μόνο για το θέατρο, γι’ αυτό δεν έβλεπα πολλές εκθέσεις. Δεν ξέρω πώς έτυχε να δω μια έκθεση της Λασκαρίδου στο σπίτι της. Εκεί είδα ένα μικρό έργο της με τον τίτλο Η νοικοκυρούλα που το αντέγραψα αργότερα εκ μνήμης προς θαυμασμό όλων.  Σε μεταγενέστερη εποχή είδα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών μια έκθεση του Ροϊλού που είχε εκτεθεί ο Ιππόλυτός του και το Χαίρε Ραββί.

Αυτοπροσωπογραφία Γιάννη Τσαρούχη το 1926. Νερομπογιά και μολύβι σε χαρτί, 24Χ19. Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Ένα άλλο είδος εντύπωση μούχαν κάνει οι δυο μου επισκέψεις στο Δαφνί. Στη δεύτερη έκανα το αντίγραφο. Η ευχάριστη ταραχή που μου προξένησαν αυτά τα μωσαϊκά ήταν σαν μια πληγή που εδέχτηκα. Μια πληγή που ξαναμάτωσε όταν γνώρισα τον Κόντογλου και είδα τα εξαιρετικά αντίγραφα που είχε κάνει απ’ το Δαφνί και τον Όσιο Λουκά. Το 1927 ήδη μαθητής του Πολυτεχνείου που αργότερα ονομάστηκε ΑΣΚΤ (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) πήγα να γνωρίσω τον Κόντογλου μαζί με την Κατίνα Λάσκαρη, σήμερα σύζυγο του Δημήτρη Φωτιάδη και τότε συμμαθήτριά μου. Μαζί μας ήταν και άλλα δυο παιδιά. Είχα πάρει μαζί μου να τού δείξω μερικές ακουαρέλλες και σχέδια. Ο Κόντογλου με αποπήρε και μούπε καθαρά ότι τον απογοήτευσα: «Μούπαν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού». Μέρες και μήνες βάσταξε η στεναχώρια μου γιατί εθαύμαζα πολύ τον Κόντογλου. Είχε καταρρακώσει όλη μου την αστική περηφάνεια που δεν ήταν και πολύ στερεή. Η οικογένειά μου και το περιβάλλον της ακολουθούσαν τα υποδείγματα της Ευρώπης. Στις μόδες, στα εσώρουχα, στα καπέλα, στην αρχιτεκτονική, στα έπιπλα, στη μουσική, στη φιλολογία, σε όλα. Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως. Τα λόγια του Κόντογλου, γιατί μου είχε πει πολλά, ξύπνησαν μέσα μου αλλοτινές επαφές και συναντήσεις απ’ την παλιά Ελληνική Τέχνη. Εξήγειραν ζωηρές εντυπώσεις απ’ τις ρεκλάμες του Δεδούσαρου του Καραγκιοζοπαίχτη, την πληγή απ’ τις πρώτες εντυπώσεις του Δαφνιού. Θυμήθηκα τον παπά που ερχόταν κάθε πρώτη του μηνός να κάνει αγιασμό στο σπίτι ή παρακλήσεις στις δύσκολες στιγμές της οικογενείας ή κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Άρχισα να δουλεύω διαφορετικά, να σκέπτομαι διαφορετικά, χωρίς ωστόσο να μαϊμουδίζω τον Κόντογλου. Αυτό θα γινόταν αργότερα. Εκείνη την εποχή γνώρισα τον Βέλμο επισκεπτόμενος με τον αδελφό μου μια έκθεση γλυπτών και σχεδίων του Γ. Χαλεπά πούχε διοργανώσει στη γκαλερί του «Άσυλον Τέχνης». Ο Βέλμος ήταν ηθοποιός στο Θέατρο Κοτοπούλη και τον είχα θαυμάσει ως κορυφαίο στην Αντιγόνη, όπου τον αχάριστο ρόλο τον είχε ζωντανέψει και τον είχε κάνει μεγάλο ρόλο. Τον είχα δει ακόμα και ως ηθοποιό στον Άμλετ, πάντα υπέροχο. Ήμουν 17 χρονών. Είπα δυο λόγια για τον Χαλεπά και με εξετίμησε και μού πρότεινε να κάνω σχέδια από την παλιά Αθήνα και να τα εκθέσω σε μια έκθεση που ετοίμαζε. Πριν απ’ αυτή την έκθεση εξέθεσα σε μια άλλη που λεγόταν «Οι Ασπούδαχτοι Ζωγράφοι» καίτοι εγώ ήμουν πρωτοετής στο Πολυτεχνείο, μια μεγάλη μακέτα για τις Φοίνισσες του Ευριπίδου. Ο Κόντογλου εκείνο τον καιρό ήταν τσακωμένος με τον Βέλμο εξαιτίας μιας εικόνας του Αγίου Γιαννιού που ήθελαν να την πουλήσουν συνεταιρικώς. Τον ίδιο καιρό ο Κόντογλου έκανε την πρώτη έκθεση του στην Αθήνα, στο Λύκειο των Ελληνίδων.

Δεν είναι πάντα τόσο άσχετη όσο νομίζουν μερικοί, η ζωή ενός ανθρώπου με τον τρόπο που εκφράζεται στην Τέχνη

Πήγα να την δω με φόβο και τρόμο ύστερα απ’ αυτά που μου είχε πει. Είχα άδικο να φοβάμαι. Είχε δει στην εφημερίδα «Εστία» μια φωτογραφία απ’ τις Φοίνισσες του Ευριπίδου και στο «Φραγγέλιο», περιοδικό που έβγαζε ο Βέλμος, ένα άλλο σχέδιό μου κι ήταν ενθουσιασμένος με τις προόδους μου. «Θάθελα να γίνεις βοηθός μου και μαθητής μου, αλλά θάπρεπε να μην ξαναδείς τον Βέλμο. Ή εμένα ή αυτόν. Δεν μπορείς να βλέπεις και τους δυό μαζί».

Αντιπροσωπευτική σύνθεση του τσαρουχικού οράματος

Αργότερα η σκηνογραφία των Φοινισσών δημοσιεύτηκε εγχρώμως στο Λεξικό Ελευθερουδάκη όπου ο Κόντογλου επιμελείτο την εικονογράφηση. Όλες οι σκηνογραφίες που υπάρχουν σ’ αυτή τη σελίδα είναι αντιγραμμένες από μένα από διάφορα ξένα περιοδικά και βιβλία, κι έτσι γίνηκε ένας σουλουπωμένος πίνακας που εστάλη στη Γερμανία να γίνει κλισέ. Αντέγραφα πολύ εύκολα και το Λεξικό μού ανέθεσε να κάνω και τον πίνακα με τα διάφορα σταφύλια, παρμένα από διάφορα βιβλία.

Η απόφαση να εργαστώ στον Κόντογλου πάρθηκε αργότερα.

Εκείνη την εποχή, θάμουν δεκαεννιά ετών, γνώρισα μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση. Αυτό που λένε έναν άτυχο έρωτα, κι αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω σιγά-σιγά μη τρώγοντας καθόλου. Στους γονείς μου που τους παραξένευε το γεγονός πως δεν καθόμουν στο τραπέζι έλεγα πως είχαν φάει πριν. Σιγά σιγά άρχισα να αδυνατίζω και να γεμίζω σπυριά από αβιταμίνωση νομίζω. Το 1930 αποφάσισα να σταματήσω την αυτοκτονία με την πείνα και πήγα να δουλέψω στον Κόντογλου όπως παν στο Μοναστήρι για να ξεχάσουν τα πριν. Γίνηκα ένας καλός βοηθός και ένας πειθαρχικός μαθητής. Συμμετείχα στους ενθουσιασμούς και στις δυσκολίες του –κι είχε πολλές- χωρίς να πάψω να φοιτώ στο Πολυτεχνείο. Με τον καιρό άρχιζα να τον κρίνω πιο γαλήνια, να βλέπω πιο καθαρά την προσπάθειά του, να τον κριτικάρω, αλλά πάντα να τον σέβομαι και να τον θαυμάζω. Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυό γιούς, ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, την βυζαντινή μουσική την έλεγε Βαζαντινή.

Ο ίδιος το 1931 εκτιμούσε πολύ τον Hitler κι όταν τούφερνα αντιρρήσεις μού απαντούσε: «Μωρό μου μην κρίνεις απερίσκεπτα την Γερμανία.  Αυτή είναι μεγάλο βασίλειο, δεν είναι σαν κι εμάς, Δεν έχουμε δικαίωμα να την κρίνουμε». Έφτασα ως το πλάγιο πρώτου και δυστυχώς σταμάτησα. Είχα πολλή δουλειά στον Κόντογλου και στο Πολυτεχνείο. Στο τέλος κάθε μαθήματος συνήθιζε αν είχα ψάλλει καλά να μου λέει: «Μπράβο μωρό μου, ν’ αξιωθείς να πεις και Χερουβικό».

Ιδιωτική συλλογή

Έλεγε ακόμα: «Όταν το μάθεις όπως είναι γραμμένο, να τ’ αλλάξεις μετά όπως σου αρέσει. Μη κάνεις σαν τους δασκάλους του Ωδείου». Και προσέθετε ένα ρητό άγνωστο από πού προερχόμενο: «Τις έστιν ο ποιών το θέλημά μου, ο εκπλήττων μου τάς ακοάς». Να βάζεις ατζέμια να το γλυκαίνεις, έτσι κάνει ο καλός ψάλτης.

Τον Πικιώνη και τον Παπαλουκά καθώς και τον Στρατή Δούκα τους γνώρισα μέσω του Βέλμου. Και οι τρεις βρίσκονταν σε διαμάχη με τον Κόντογλου. Τον Παπαλουκά τον γνώρισα λίγο. Τον Πικιώνη και τον Δούκα πολύ περισσότερο, ιδίως τον Πικιώνη. Όλοι αυτοί ήταν δάσκαλοί μου που συχνά διαφωνούσαν μεταξύ τους και με τον Κόντογλου. Ο Πικιώνης με συμβούλεψε να πάω στο εργαστήριο του Παρθένη στο Πολυτεχνείο ενώ ως τότε πήγαινα στου Βικάτου, από αντίδραση για τον ομόθυμο θαυμασμό στον Παρθένη. Είχα ως δασκάλους πριν πάω στα εργαστήρια, τον Θωμά Θωμόπουλο, τον Επαμεινώνδα Θωμόπουλο, τον Μπισκίνη, ακόμα και τον Μποκατσιάμπη και τον Ιακωβίδη. Στο προκαταρκτικό που έμεινα μεταξεταστέος δυό χρόνια, ο Μαθιόπουλος και ο Επαμεινώνδας Θωμόπουλος δεν με χώνευαν χωρίς να ξέρω γιατί. Αντίθετα ο Παρθένης μού έδωσε άριστα με δύο τόνους. Όπως μου είπε η γυναίκα του, γιατί τελευταία δεν μιλούσε πια παρόλο που επισκεπτόταν τακτικά το εργαστήριό του. Είχε θυμώσει με τον διευθυντή που ήταν ο γλύπτης Δημητριάδης, επειδή αυθαίρετα πήρε για δικό του το πρώην εργαστήριό του. Για τους περισσότερους μαθητές ο Παρθένης ήταν Θεός άμεμπτος και τέλειος, για μένα και για τον Διαμαντόπουλο, σεβαστός αλλά συζητήσιμος. Τον Διαμαντόπουλο, τον γνώρισα στο εργαστήριο του Παρθένη αλλά τον ήξερα ως ζωγράφο πολύ πριν. Είχε εκθέσει στου Βέλμου και αυτός έργα που εντυπωσίαζαν κριτικούς και φιλοτέχνους. Ήταν ήδη ένας γνωστός εκτιμώμενος ζωγράφος ενώ εγώ άρχιζα ακόμα δειλά δειλά τις δοκιμές μου. Ο Διαμαντόπουλος συμπλήρωσε με τέλειο τρόπο όσα μούχε μάθει ήδη ο Πικιώνης για την Μοντέρνα Τέχνη. Μιλούσε με κατανόηση και σαφήνεια για τους σπουδαιότερους μοντέρνους σαν να είχε ζήσει χρόνια μαζί τους ενώ εκείνη την εποχή δεν είχε ταξιδέψει καθόλου έξω. Ο Διαμαντόπουλος δυνάμωσε τις αμφιβολίες μου για το αλάθητο του Κόντογλου. Και συνετέλεσε στο να πάψω να είμαι βοηθός του. Λίγο πριν γνωρίσω τον Κόντογλου ήμουν σε επαφή με την Αγγελική Χατζημιχάλη καθώς και με το Λύκειον των Ελληνίδων. Αυτές οι επαφές με επηρέασαν και μελέτησα έτσι τις λαϊκές φορεσιές. Συγχρόνως έμαθα να υφαίνω· σ’ αυτό με βοήθησε κι η Εύα Σικελιανού.

Γιάννη Τσαρούχη. Από αριστερά προς δεξιά: Η Αραχωβήτισα / Ο Δημητσανίτης / Η Μεγαρίτισα

Μια άλλη γνωριμία σημαντική ήταν η Έλλη Παπαδημητρίου που γνώρισα το ’30. Διηύθυνε το κατάστημα «Λαϊκές Τέχνες» από περισσέματα χρημάτων της αποκαταστάσεως προσφύγων για να ενισχυθεί η Λαϊκή Βιοτεχνία. Εκεί εργαζόμουν πολύ δίνοντας σχέδια υφασμάτων απλών και με κεντήματα, σχέδια επίπλων και κεραμικής. Το σημαντικότερο που έκανα εκεί ήταν η συλλογή προτύπων λαϊκής Τέχνης περιηγούμενος όλη την Ελλάδα. Υφάσματα, έπιπλα, αρχιτεκτονική, μεταλλικά αντικείμενα, ζωγραφικές διακοσμήσεις κ.τλ. Έπαιρνα ένα ποσό συντηρήσεως που ήταν η αμοιβή μου για ορισμένο αριθμό σχεδίων. Αν έκανα παραπάνω σχέδια πληρωνόμουν περισσότερο. Αργότερα παρουσίασα τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, τον γλύπτη Κολοκοτρώνη, τον Βελισσαρίδη, τον Μόσχο και τον Εγγονόπουλο.  Όλοι αυτοί έκαναν σχέδια που έχουν καταλήξει σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη μαζί με τα δικά μου.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η λέξη»,
τεύχος 7, Σεπτέμβρης 1981

.

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο
Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.