Πλέοντας κανείς με το φέρι-μποτ από Πέραμα προς Παλούκια αντικρίζει ένα έρημο νησί με πεσμένα σπίτια, παρατημένα, ακατοίκητα. Σήμερα έχει απαγορευτικό να πας εκεί καθότι είναι στρατιωτική περιοχή και έχει ενοποιηθεί μέσω μιας λωρίδας γης με τον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, οπότε μόνο με άδεια από το Πολεμικό Ναυτικό εισέρχεται κανείς.

Στο ανατολικό άκρο του νησιού υπάρχει μια εκκλησία του 14ου αι., που οικοδομήθηκε πάνω σε ερείπια μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής εκκλησίας του 8ου αι. Μια επιγραφή στο υπόστεγο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου μάς ενημερώνει: ΧΟΛΕΡΑΣ ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΝ ΤΗΝ ΣΗΝ / ΝΗΣΟΝ ΠΡΟΣΗΝΕΓΚΑΣ ΤΗ ΕΛΛΑΔΙ / ΤΡΟΠΑIΟΦΟΡΕ / ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΝΤΕΣ ΠΡΟΣΑΓΟΜΕΝ / ΣΟΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΙΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ / ΤΗΝ ΑΠΟΒΑΘΡΑΝ ΚΑΙ ΤΑΣ ΟΔΟΥΣ / σημείο σταυρού / MHNI ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΩ ΑΩΞΕ (=1865).

κατά την επίσκεψη γειτονικών σχολείων

Το παραπάνω έτος η νησίδα του Αγίου Γεωργίου έγινε Υγειονομοφυλακείο και οικοδομήθηκαν οι οικίες που υπάρχουν και μέχρι σήμερα στο νησί. Ήδη από το 1858 ο θαλάσσιος χώρος μπροστά από τη νησίδα του Αγ. Γεωργίου χρησιμοποιήθηκε ως αγκυροβόλιο για επιτηρική κάθαρση επιβατών που έρχονταν από χώρες στις οποίες είχε εκδηλωθεί χολέρα. Στις εγκαταστάσεις του αντιμετωπίστηκαν κρούσματα χολέρας και χιλιάδες ανθρώπων πέρασαν τη διαδικασία της κάθαρσης. Διέθετε μάλιστα και ταχυδρομείο. Ενδεικτικά αναφέρεται εδώ πως το 1884 δέκα ιστιοφόρα, 25 ατμόπλοια και 1.239 επιβάτες υπέστησαν κάθαρση. Αντιμετωπίστηκαν, επίσης, οι επιδημίες του 1892, του 1900, του 1911 και του 1913. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση (1917) δέχθηκε προσφυγικούς ελληνικούς πληθυσμούς, ενώ από την επόμενη χρονιά αντιμετώπισε σταδιακά 6.500 στρατιώτες του Δ΄ Σώματος Στρατού που είχαν παραδοθεί στους Γερμανούς και μεταφερθεί στο Γκέρλιτζ και μετά τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου επέστρεψαν στην Ελλάδα. Το 1924 δέχθηκε και πάλι τμηματικά πάνω από 100.000 χιλιάδες προσφύγων από τη Μικρά Ασία για κάθαρση.

Άη Γιώργης: επιστροφή στρατιωτών από την Μικρά Ασία. Κλικ στην εικόνα για περισσότερες πληροφορίες

Όσοι δεν γλίτωναν από την καραντίνα και πέθαιναν (η λέξη «quarantena» στα λατινικά παραπέμπει σε μια περίοδο σαράντα ημερών) «θάβονταν» μαζικά σε λάκκους, ενώ οι τυχερότεροι ενταφιάζονταν στο απέναντι νησί, την Ψυττάλεια, όπως συνέβη με την έφηβη Λουίζα, κόρη του αντιβασιλέα Άρμανσμπεργκ και γυναίκα ενός βυζαντινού Κατακουζηνού, που προσβλήθηκε στα 17 της έτη, νιόπαντρη, εν πλω, επιστρέφοντας από τον γάμο της στην Πόλη.

Αξίζει να αναφερθεί πως για μία ημέρα παρέμεινε στο νησί η συγγραφέας, Πηνελόπη Δέλτα. Καταγόμενη από την οικογένεια των Μπενάκηδων, η οποία δραστηριοποιείτο στην Αίγυπτο, αναγκάζεται να έρθει στην Αθήνα, αφού είχε ξεσπάσει χολέρα στην Αλεξάνδρεια. Όμως, ερχόμενη εδώ η ίδια και η οικογένειά της χρειάζεται να περάσουν όλοι καραντίνα είτε στο νησάκι είτε εν πλώ στα παρακείμενα θαλάσσια στενά. Το περιστατικό που παρουσιάζει η Π. Δέλτα έγινε το καλοκαίρι του 1883. Στο ημερολόγιό της διαβάζουμε: Οι ταξιδιώτες που έφθαναν στην Ελλάδα από την Αίγυπτο, έπρεπε να περάσουν να παν στον Άγη-Γιώργη της Σαλαμίνας όπου ήταν λοιμοκαθαρτήριο, κι εκεί έμεναν 21 μέρες, και αν τύχαινε κανένα κρούσμα χολέρας στο μεταξύ ανάμεσα στους ταξιδιώτες έπρεπε να μείνουν άλλες 21 μέρες. Η εγκατάσταση του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν ελεεινή. Η μητέρα δεν μπόρεσε να αποφασίσει να πάμε κει να κάνομε κάθαρση. Ενοικίασε ο πατέρας τηλεγραφικώς ένα βαποράκι της εταιρείας του Γουδή και περάσαμε από το βαπόρι της γραμμής στο πλοίο του Γουδή, όπου εγκατασταθήκαμε σε καμπίνες και κοκέτες.

Οι μαρτυρίες δεν σταματούν εδώ. Ο γνωστός αρχιτέκτονας Λε Κορμπιζιέ το 1911 περιγράφει ανατριχιαστικά την εμπειρία της διαμονής του στην συγκεκριμένη καραντίνα:Σε ένα μικρό μόλο όπου μας οδηγούν οι βαρκάρηδες στέκει ένας κύριος με άσπρο κασκέτο, δουλοπρεπής με τους πλούσιους, σκαιός και άξεστος με τους ταλαίπωρους: ένας υπάλληλος, ένας γραφειοκράτης! Συρματοπλέγματα χωρίζουν τα παραπήγματα… Η καραντίνα! Βρωμερή καραντίνα σε ένα έρημο νησί στο μέγεθος μιας μεγάλης πλατείας. Καραντίνα ηλίθια, ενάντια σε όλους τους νόμους της λογικής: εστία χολέρας. Εδώ, υπάλληλοι, εκεί, λωποδύτες και ανέντιμοι. Όνειδος για την ελληνική κυβέρνηση που καθιέρωσε αυτόν τον θεσμό. Μας κράτησαν εκεί τέσσερις μέρες βάζοντάς μας να πλαγιάζουμε με άγνωστους, μες στα ζωύφια και τις σαρανταποδαρούσες, κάτω από έναν πύρινο ουρανό, δίχως ένα δένδρο σε εκείνο το νησί του διαβόλου (…). Ενα εστιατόριο -με πομπώδη τίτλο- τόπος κατεργιάς, όπου εκείνοι που το πατρονάρουν -ένας βουλευτής καθώς φαίνεται- επιτρέπουν να πουλιέται το νερό σαράντα λεπτά το λίτρο, και σε υποχρεώνουν να τρως βρωμιές σε εξοργιστικές τιμές» (Α. Βιρβίλης, Το Λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου Σαλαμίνας», περιοδικό Φιλοτέλεια, Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά).

Οι ταξικοί διαχωρισμοί στην «Σπιναλόγκα του Σαρωνικού» αποκαλύπτονται γλαφυρά στα απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού, στα οποία μας αποκαλύπτει πως η ιδιαίτερη μεταχείρισή του κατά την ενδεκαήμερη παραμονή του σε καραντίνα το 1871 ήταν τέτοια που έφτανε στο σημείο να διαμένει σε πλουσιοπάροχο κτίσμα και να γευματίζει με φίλους του επισκέπτες τρώγοντας ορτύκια που κυνηγούσαν πάνω στο νησί. Μπορούμε εύκολα να υποψιαστούμε πως έχει προηγηθεί γενναίος χρηματισμός των υπευθύνων. Άλλωστε, όλες οι μαρτυρίες της εποχής μιλούν για έναν τόπο φρίκης και εκμετάλλευσης, όπου η πλειοψηφία των εγκλείστων διήγαγε ένα καθεστώς στέρησης της ελευθερίας του και κάθε νομικών εγγυήσεων, με τον υγειονόμο να ξυλοκοπεί δια των αστυνομικών οργάνων όσους αρνούνταν ή δεν μπορούσαν να πληρώσουν (εφ. ΝΕΑΙ ΙΔΕΑΙ 18.7.1883. σελ.1).

Μετά την παύση της λειτουργίας του ως τόπος κάθαρσης του σώματος η νέα φάση ιατρικοποίησης του νησιού απαιτούσε κάθαρση της ψυχής. Έτσι, τρόφιμοι του ψυχιατρείου Δρομοκαΐτειου μεταφέρονται το 1952 εκεί και ο Άη Γιώργης αποκτά το παρατσούκλι «το νησί των τρελών». Οι φωνές των τροφίμων έφταναν μέχρι την απέναντι ακτή σύμφωνα με τις μνήμες των ντόπιων. Μια άλλη μαρτυρία σαλαμίνιου αναφέρει πως ένας έγκλειστος είχε πάρει ένα τσίγκινο τενεκεδάκι και έπαιρνε θαλασσινό νερό από τη μια μεριά του μόλου και το έριχνε στην άλλη, θεωρώντας πως έτσι θα αδειάσει το ένα μέρος της θάλασσας για να διαφύγει. Το 1965 το ψυχιατρείο του Αγίου Γεωργίου κλείνει και οι ασθενείς μεταφέρονται στη Λέρο.

Σήμερα τα σπίτια στέκουν ετοιμόρροπα και γυμνά, χωρίς πόρτες και παράθυρα, για να μας θυμίζουν τι πέρασαν αυτές οι βασανισμένες ψυχές.


 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Παναγιώτης Βελτανισιάν
Με ξεγέννησε μαμμή στο Καματερό της Σαλαμίνας το καλοκαίρι του 1969. Διαβάζω έγγραφα του 17ου και του 18ου αιώνα και βρίσκω στοιχεία της μικροϊστορίας των τόπων. Σε ένα από τα χρόνια της διδασκαλίας μου έτυχε να είμαι συνάδελφος με τον καθηγητή που με άφησε στην Α΄ Λυκείου.