Με την Marie γνωριστήκαμε σ’ένα γκαλά του οίκου Βερντυρέν. Η Marie ξεχώριζε για την ομορφιά της, το γοητευτικό της χαμόγελο που μετέδιδε αυτοπεποίθηση και φιλαρέσκεια, το oπάλινο δέρμα της, κεντημένο από τα βλέμματα δεκάδων ανδρών που την θαύμαζαν, κι εκείνη τη λαίλαπα των εξαίσιων γλουτών της. Ερωτευτήκαμε με την πρώτη ματιά, περνώντας στο club των προνομιούχων εραστών, που παρακάμπτουν τις ανέπνευστες συμβάσεις των χρονοβόρων διερευνητικών επαφών, και μετά τις πρώτες διεκπεραιωτικές συστατικές κουβέντες, περάσαμε στις ουσιαστικές, την εξής μία: να γευματίσουμε την άλλη μέρα στο εστιατόριο του Grand Hotel. Μετά το γεύμα τα πράγματα πήραν την προδιαγεγραμμένη τους πορεία· ένα απολαυστικό ερωτικό απόγευμα στη σουίτα «La chambre blue», με θέα το μεγαλύτερο μέρος του πάρκου «Odeon», αργότερα το πρωτόγνωρο πάθος, τις σωματικές ανακαλύψεις, τις ερωτικές εντάσεις,  μέχρι να αποκαλυφθούν, σιγά-σιγά, οι εκκεντρικότητες και οι ιδιοτροπίες της Marie.

Όλα ξεκίνησαν όταν ένα πρωί έψαχνα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, κι αφού κοίταξα σε όλα τα πιθανά σημεία που τα άφηνα, αναγκάστηκα να ρωτήσω τη Μarie, η οποία εκείνη την ώρα βρισκόταν στο μπάνιο, αν κάπου τα είχε δει. «Μήπως τα φοράς, αγάπη μου;» με ρώτησε, μ’ένα ελαφρύ τόνο ειρωνίας στη φωνή της.  Δεν έδωσα σημασία, εκείνη τη στιγμή θεώρησα την απάντησή της ένα είδος αστεϊσμού, παιγνιώδους ευρήματος, που συμπύκνωνε την διάθεση της, μετά από μια ακόμη θυελλώδη ερωτική βραδιά. Χαμογέλασα, δείχνοντας  δεκτικός στο λεκτικό της παίγνιο,  την χαιρέτησα, κρατώντας τα κλειδιά, που δεν τα φορούσα βέβαια, αλλά τα είχα πετάξει στον καναπέ  στο σαλόνι, χαμένα κάτω από τα μαξιλάρια, αιφνιδιασμένος από την ερωτική διάθεσή της  το προηγούμενο βράδυ. Λίγες μέρες όμως  αργότερα, όταν ήμουν έτοιμος να φύγω για τη δουλειά, με την μηχανή μου αυτή τη φορά, το καλοκαιράκι είχε φτάσει για τα καλά, με ρώτησε, ενώπιος ενωπίου, αν έλεγξα του υαλοκαθαριστήρες στη μηχανή, γιατί άκουσε στο μετεωρολογικό δελτίο ότι προβλέπεται βροχή μετά το μεσημέρι. Βιαζόμουν, την κοίταξα στα μάτια, κατάλαβα ότι δεν αστειευόταν, έδειχνε ανήσυχη, περιμένοντας μια επιβεβαιωτική απάντηση, την οποία δεν έδωσα φυσικά. Το μόνο που έκανα ήταν να της δώσω ένα πεταχτό φιλί στα χείλη, που δεν ξέρω αν την ηρέμησε, και να σκέφτομαι την συμπεριφορά της  στη διαδρομή μέχρι το γραφείο.

Όλα αυτά τα καμώματα τα προσπερνούσα με συγκαταβατικό τρόπο,  άρχισαν όμως να με απασχολούν αργότερα, όταν η συμπεριφορά της Marie δεν παρέμεινε σε λεκτικές υπερβάσεις, για να την αντιμετωπίσω ως μια εκκεντρικότητα ή ένα λεκτικό παιγνίδι συναισθηματικών μεταμορφώσεων, αλλά επεκτείνοντας την ανορθοδοξία της, άρχισε να πίνει τον καφέ της στη σαλτσιέρα, ακόμη και τον εσπρέσσο, μου έλεγε να προσέχω μη λερώσω το χορτάρι, κάθε φορά που βγαίναμε στον κήπο να τη γαμήσω. Όταν θύμωνε, για ασήμαντες αφορμές, το χρώμα τού δέρματός της, που τόσο θαύμαζα, γινόταν σκούρο μελαχρινό σαν του Μπάμπη Τσετίνη, όταν η διάθεσή της ήταν χαρούμενη, τα μάτια της από σκούρα καστανά,στο χρώμα της ώριμης ελιάς, γίνονταν γαλάζια, τα μαλλιά της μάκραιναν απότομα και τα τίναζε επιδεικτικά, με αυταρέσκεια και ενθουσιασμό απύθμενο. Κάποιες φορές μάλιστα, η κυκλοθυμική της διάθεση άλλαζε τόσο γρήγορα, ώστε οι  εναλλαγές των σωματικών χρωμάτων της γίνονταν σε ταχύτατο ρυθμό, που νόμιζες ότι είχες μπροστά σου ένα ανθρώπινο φωτορυθμικό.

Παρόλες τις παρακλήσεις μου, στην αρχή να συζητήσουμε τη συμπεριφορά της μεταξύ μας, μήπως βρούμε κάποια λύση, αργότερα να επισκεφθούμε κάποιον γιατρό, η Marie αρνιόταν πεισματικά να συμβιβαστεί με την ιδέα. Έφτασε μάλιστα, αντιδρώντας στις προτάσεις μου, να βουτάει τα σοκολατάκια στο νερό να μαλακώσουν, σαν να ήταν παξιμάδια, όταν καθάριζε τα δόντια της με το οδοντικό νήμα, με εγκαλούσε στην τάξη, υποστηρίζοντας ότι αν συνέχιζα την μεμψιμοιρία μου, υπήρχε κίνδυνος από κάποια απότομη κίνηση ή απροσεξία να σπάσει το νήμα της ζωής της, όπως το ονόμαζε, και η ζωή της να τερματιστεί άδοξα.

Αποφάσισα να δώσω ένα τέλος σ’αυτή τη νοσηρή κατάσταση, αφού κάθε προσπάθεια που έκανα δεν είχε αποτέλεσμα. Όταν ανακοίνωσα την απόφασή μου ότι πρέπει να χωρίσουμε, δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Μην πω ότι κάποια στιγμή σκέφτηκα, όταν εστίασα στο βλέμμα της, ότι θα μου έλεγε ότι πολύ κάθισα μαζί της. Αντ’αυτού το μόνο που είπε, όταν τελείωσα τον επεξεργασμένο ρητορικά μονόλογό μου, δικαιολογώντας την απόφασή μου, ήταν να μην ξαναθυμηθώ τα ιμπρεσιονιστικά μου πάθη, όταν επιστρέψω στα βουλκανιζατέρ της κομψότητας και υποκρισίας που σύχναζα πριν τη γνωρίσω.

Της έδωσα το αποχαιρετιστήριο μολυβένιο φιλί στο δόξα πατρί και έφυγα ∴

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σπύρος Παύλου
Γεννήθηκα πριν 60 χρόνια στην Αθήνα. Τώρα ζω και εργάζομαι στην Ρόδο. Διατηρώ το blog «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» από το 2007. Έχω δημοσιεύσει κείμενά μου στο περιοδικό «Δένδρο» πριν πολλά χρόνια, το 1981, στο εξαμηνιαίο περιοδικό «Ροδιακά γράμματα»,σε εφημερίδες της Ρόδου, πριν το 2000, και τα χρόνια του διαδικτύου στα περιοδικά «Φρέαρ», “Fractal”, «Στάχτες», «Θράκα»(με ψευδώνυμο), και στο περιοδικό «Πλανόδιον», ανάμεσα στους νικητές του διαγωνισμού με θέμα «Δον Κιχώτης».