Καθόμουν μόνος μου στο βάθος και παρατηρούσα τον κόσμο έως ότου αρχίσει η ταινία. Επικρατούσε μια ενοχλητική χάβρα στην αίθουσα, μια ατμόσφαιρα αντικαλλιτεχνική, που δεν ταίριαζε επουδενί με την ψυχική προετοιμασία που οφείλει να πράξει ο θεατής αν θέλει να σεβαστεί πρωτίστως τον εαυτό του κι ύστερα την ίδια την ταινία. Ειδικά αυτή την ταινία, που βρίθει αλληγοριών και σεναριακών μεταστάσεων. Μα ήταν λες κι ο Λάνθιμος το έκανε επίτηδες. Η ταινία αρχίζει απότομα, με τα φώτα ακόμα μισάνοιχτα, (υπόσχομαι να είναι το μόνο σπόιλερ) και κόβεται το γέλιο μαχαίρι σε όλη την αίθουσα. Η πρώτη σκηνή, εικαστικά μιλώντας, είναι από τις πιο δυνατές εκκινήσεις που έχουν γίνει στην ιστορία του κινηματογράφου. Λες και σου μπήγονται τα κέρατα του ελαφιού στην κοιλιά. Κι έπειτα, μπασμένος πια ως θεατής για τα καλά στο λανθιμικό trip, και ελεγχόμενος από τις προθέσεις του σκηνοθέτη, αρχίζεις και ακούς την ιστορία που έχει να σου διηγηθεί. Pas mal!

Ή σχεδόν Pas mal. Γιατί σύντομα καταλαβαίνεις πως η ιστορία δεν είναι και η πιο εύληπτη που έχει υπάρξει. Εκεί που αρχίζει να καλωσορίζει η σκέψη σου ένα συμπέρασμα για το τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ του ζευγαριού, στην αμέσως επομένη σκηνή η Κίντμαν σε κοιτάει στα μάτια για να σε διαψεύσει οικτρά κι άντε πάλι από την αρχή. Εκεί που είσαι έτοιμος να συλλάβεις το συμβολισμό της παράξενης εισόδου του αγοριού στο σπίτι αποκαλύπτεται ξαφνικά ένα μυστικό, απόλυτα συνταρακτικό μα καθόλου βολικό για τη ροή της ταινίας κι άντε πάλι από την αρχή. Αυτή η διαρκής και προκλητή ασυνέπεια, τόσο στους χαρακτήρες όσο και στη λογική τάξη των πραγμάτων, με έκανε συνεχώς να θέλω να σηκωθώ και να φωνάξω pause! για να ξαναπιάσω το νήμα απ’ την αρχή.

Και τότε είναι που σου περνάει απ’ το μυαλό πως αν ο «Αστακός» ήταν μια ταινία για τη μεταμόρφωση ανθρώπου σε ζώο τώρα εδώ αντικρίζαμε μιαν αντιστροφή: τα ζώα να έχουν γίνει άνθρωποι και να απολαμβάνουν την ανθρώπινη μεταμόρφωσή τους, διασκεδάζοντας τον εξευγενισμό τους, εξού και η σεναριακή ασυνέχεια. Να γιατί η επιλογή του μουσικού θέματος του περίπλοκου Ligeti ήταν μια επιλογή σημαντική. Και να γιατί, τουλάχιστον στη δικιά μου αντίληψη, «ο φόνος του ιερού ελαφιού» δεν κουβαλάει μέσα του τον απόηχο ενός Κιούμπρικ, η ακόμη χειρότερα ενός Χάνεκε, όπως χιλιοειπώθηκε στον τύπο, μα ξεκάθαρα ενός Μπουνιουέλ. Το θέτω ως προαπαιτούμενο σχεδόν να εισέλθεις στο σινεμά έχοντας δει τη «Βιριδιάνα», έτσι ώστε να συλλάβεις τα λανθάνοντα σινιάλα που στέλνουν ο Λάνθιμος και ο Φιλίππου στον μεγάλο ισπανομεξικανό δάσκαλο, ειδικά μάλιστα στην ιδιαίτερη σκηνή με το γεύμα του ελαφιού στο σπίτι και τη στυλιζαρισμένη ευρυγώνια βία που ακολουθεί. Βία σπαταλημένη. Σαν αυτή του καιρού μας. Κι ύστερα πάλι η νηνεμία στα πρόσωπα δύο μεγάλων ηθοποιών. Γιατί πράγματι οι ερμηνείες ήταν σπουδαίες. Φαίνεται πως πηγαίνουν στο σινεμά του Λάνθιμου τα μεγάλα ονόματα. Το σινεμά του είναι θεαματικό. Αυθεντικά Ποπ. Ενδιαφέρεται εντόνως για το στυλ ακόμη κι αν θέλει να τρομάξει. Τα αισθητικά ερωτήματα πάνω στο κλασικό κινηματογραφικό είδος του θρίλερ πέφτουν καταιγιστικά. Μα αυτό που λείπει από την ταινία είναι o εσωτερικός ορίζοντας στα πλάνα. Τα ψυχικά πέρατα. Η γέννηση μιας αύρας πέρα και έξω από την προπαρασκευή. Και ένας Αλμοδοβάρ, που καραδοκεί στην κριτική επιτροπή δεν μπορεί παρά να το προσέξει πως ο Έλληνας σκηνοθέτης θέλει διακαώς να γεννήσει βάθος στα κάδρα του, γεγονός όμως που είναι ακατόρθωτο αν πρώτα δεν καταφέρει να επιβληθεί εκείνος στο σενάριο κι όχι το σενάριο σε εκείνον. Και θα το πω: η γραφή του Φιλίππου δεν ταιριάζει στο σινεμά του Λάνθιμου γιατί δεν του επιτρέπει την απελευθέρωση προς έναν δημιουργικό αυτοσχεδιασμό τον οποίο διαθέτει και θεωρώ πως θα τον αναδείξει στην επόμενη ταινία του. Κι αντίστροφα: η σκηνοθεσία του Λάνθιμου δε φτουράει μπρος στη γραφή του Φιλίππου, η οποία είναι περισσότερο πειραματική και κοφτερή για τις προθέσεις του Έλληνα σκηνοθέτη. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η καλλιτεχνική υπηρετικότητά του, που μοιάζει με συνειδητή αυτοκαταστροφή, θαρρείς πως η θυσία του ελαφιού είναι η θυσία του εαυτού του, ενέχει τιμιότητα για το ήθος του ως καλλιτέχνη, μα όχι και πειστικότητα για το υψηλό κινηματογραφικό νόημα που μας κάνει να προσδοκούμε.

Βέβαια ο πήχης του βρίσκεται κάθε φορά και ψηλότερα. Το επιβεβαιώνει και η υψοδεής αφίσα του περίτρανα. Και το καστ. Και ο φιλόδοξος τίτλος του έργου επίσης. Όλα ιδανικά για να δημιουργήσουν προσδοκίες στο σινεφίλ κοινό. Και από τις λιγοστές βόλτες μου στις Κάννες έγινε αμέσως αντιληπτό πως η ταινία του Λάνθιμου συζητιόταν πολύ. Μα πέρα από ένα δυνατό προμόσιον δεν αρκούν όλα αυτά από μόνα τους για να πείσουν πως το αίμα της τραγωδίας είναι ακόμα ζεστό. Μια τέτοια ταινία, ίσως είναι και η φύση της τέχνης τέτοια, όσο κι αν το επιθυμεί, είναι αδύνατον να επικοινωνήσει με τους μεγάλους τραγικούς της ελληνικής αρχαιότητας. Ε και; Ο Λάνθιμος είναι παιδί της εποχής μας. Θέλω να πω πως η σπάνια σκηνή που ακολουθεί το αργό ζωντάνεμα του βαλσαμωμένου ζώου εμένα μου αρκεί για να πω στον Δανίκα πως είναι ένας κομπλεξικός. Το σπέρμα του αγοριού που αλλάζει χρώμα και υφή πάνω στο νυχτικό της Κίντμαν καθώς το γλείφει το ελάφι (πιστέψτε με, ούτε αυτό είναι σπόιλερ για αυτό που πρόκειται να δείτε) αλλά και ο συγκεκριμένος τρόπος που αποδίδεται στην κάμερα αποδεικνύει την καλλιτεχνική μοναδικότητα του σκηνοθέτη. Κι ομολογώ πως τη στροφή του Λάνθιμου προς την ατόφια μεταφυσική τη βρίσκω άκρως γοητευτική. Κι ο ίδιος δείχνει να την απολαμβάνει. Ίσως όμως απαιτείται η τιθάσευση του ενθουσιασμού του.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο τέλος της ταινίας. Με χίλιες δυο απορίες από τον θεατή. Με την υπόνοια της επικείμενης κορύφωσης να δηλώνει παρούσα πιο έντονα από ποτέ. Ένα μικρό κλικ έμπνευσης αισθανόσουν πως χρειαζόταν για να νικηθούν τελικά οι όποιες αμφιβολίες σου και μονομιάς να απογειωθούν όλα στον ουρανό ενός πρωτόγνωρου κόσμου που είχε φανερωθεί μπροστά σου. Μια μικρή σεναριακή συνένωση του παραλόγου που θα θεμελίωνε το οικοδόμημα χρειαζόταν τώρα για να σε πείσει πως δεν ήταν όλα αισθητικές φλυαρίες. Μα επιτρέψτε μου τώρα να σταθώ βουβός. Γιατί ακόμη δεν έχω καταλάβει αν ο Λάνθιμος βιαζόταν να τερματίσει την ταινία του επειδή άρχιζαν τα γυρίσματα της επόμενης ή απλά συνέβη αυτό που κάπως υποψιάζομαι αλλά είναι αδύνατον να το μαρτυρήσω. Γιατί ακόμη δεν έχω καταλάβει αν ενδεχομένως υπήρχε deadline συνεργασίας με την Κίντμαν και έπρεπε να διακόψει την ταινία τόσο απότομα ή απλώς είχε σκοπό να επιτύχει κάτι ανείπωτο και από τον κινηματογράφο και από εμένα. Πώς να το εξηγήσω καλύτερα; Να ας πούμε πως

 


Χωρίς τις πολύτιμες και φιλικές υπηρεσίες της Ionian Travel το ταξίδι θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί (παρόλο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και η κριτική αυτή είναι προϊόν φαντασματοκρισίας)

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.