Δεν είναι τόσο τρομακτικό όσο ακούγεται. Στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν σύνηθες να υμνείται ο διάβολος από μια μερίδα λογοτεχνών (π.χ. Καζαντζάκης) στο πλαίσιο μιας «υστερικής» απόπειρας να αντιταχθούν μέσω της σατανολατρείας στην εφησυχασμένη και νωχελική κοινωνία. Αυτό που είναι πιο τρομακτικό εδώ συνίσταται στο γεγονός πως μια τόσο ακραία καθαρεύουσα όχι μόνο δεν σε πετάει έξω αλλά αντιθέτως καταφέρνει να σε παρασύρει μέσα στον γραφικό της διάκοσμο, να σε παγιδεύσει στα υπερρεαλιστικά της δίχτυα, λες και επρόκειτο για μια δουλειά διαβόλου…

To πεζό ποίημα «ΣΑΤΑΝ» βρίσκεται στο πρώτο βιβλίο του Ροδοκανάκη «De profundis», το οποίο σύμφωνα με τον Νάσο Βαγενά αποτελεί έναν πρόδρομο του υπερρεαλισμού και φανερώνεται ως «προοίμιο μιας διάθεσης που θα ολοκληρωθεί αργότερα με την Υψικάμινο».


.

ΣΑΤΑΝ

Θέλω να ιδώ τους δυστυχείς, οι οποίοι
δια παντός εστερήθησαν της ανταύγειας
των ουρανών· θέλω να διεισδύσω μέχρι
του βάθους της γης, να διατρέξω όλας
τας ζοφεράς κατοικίας της. Τι έχω να
φοβηθώ;

ΑΡΙΟΣΤΟΣ


Σε αγαπώ διότι βασανίζεσαι εις τας φλόγας.

Μακράν του Παραδείσου της τρυφής, υποφέρει η αθάνατος ύπαρξίς σου το σκότος και το πυρ της Κολάσεως.
Μόνον δια το σφάλμα σου ο Σαβαώθ δεν ησθάνθη ευσπαγχνίαν, δεν ευρήκε συγγνώμην.
Όταν επάνω εις τα κυανά των ουρανών λιθόστρωτα ωδηγείς ξιφήρης τας φάλαγγας των Δυνάμεων, κάτω από αργυράς ασπίδας εκρύπτοντο οι Αρχάγγελοι, οι μεγάλοι εχθροί σου.
Το μόνον σου παράπτωμα υπήρξεν ότι ηγάπησες υπερμέτρως τον άνθρωπον.
Έσυρες από την πορφύραν των πτερύγων σου τον θύσανον ενός πτερού, εβύθισες την ελεφάντινην αιχμήν του εις τον φλογερόν τού ηλίου κρατήρα, και επί του μετώπου των πρωτοπλάστων έθηκας ως διάδημα με χαρακτήρα διάπυρον, το σημείον της Γνώσεως.
Είσαι ο ευεργέτης των ψυχών.
Ο πρώτος και ο μόνος είσαι μάρτυς της προόδου.
Προσέλαβες την απολυταρχίαν του μεγάλου Ιαβέ, ενήργησες αυτοβούλως και μας εθεοποίησας, όπως εκπέσης του φαεινού σου αξιώματος.
Αλλ’ εις τας καρδίας εκείνων οι οποίοι εννοούν, θα διαμένης η ευγενεστέρα, η γλυκυτέρα μορφή εσαεί.
Εκυλίσθη από τους κρυσταλλίνους των νεφελωμάτων πύργους εις την άσφαλτον της αβύσσου, χάριν μιας ιδέας αλτρουϊστικής, το ατομικιστικώτερον εκ των πνευμάτων, ο Προμηθεύς όλων των θρησκευμάτων και των μυθοπλασιών.
Από τα σκοτεινά φρέατα όπου κάθειρκτον σε κρατούσι οι λεγεώνες των Σεραφείμ με τας εκ μετάλλου μορφάς, ακούω να αναβαίνη ο πνιγηρός γέλως σου, ο οποίος δεν διαφέρει καθόλου από στεναγμόν.
Ομού με το ψαλλόμενον -Χαλλέλου Γιαχ- ενός Χερούβ παμμεγίστου, το οποίον εκτυλίσσει την πρασίνην μεγαλειότητα των πτερύγων του, μέσα εις θυμιάματα κοσμικών συστημάτων, ακροάζομαι την παγεράν ηχώ της απεγνωσμένης ειρωνείας σου.
Γελάς εκεί κάτω, διότι βλέπεις την προσβλητικήν έκπληξιν των κατηραμένων ψυχών.
Σε ενόμιζον σύμμαχο· ενώ συ ο μέγας είσαι δικαστής και τιμωρός.
Σύρεις τας ξηράς μεμβράνας των αγκυλωτών πτερύγων, μαύρα ράσα του μοναστικού σου βίου, μακράν από το φως, από τα χρώματα και τας εικόνας της δημιουργίας.
Εις τα πνιγηρά κελλία του μοναστηριού, όπου αι ψυχαί ρακένδυτοι, ωχραί και ειδεχθείς, νηστεύουν και προσεύχονται μετανοούσαι, ροφά το αχρούν βλέμμα σου όλην την αγριότητα ενός εγωισμού απείρου, εκδικουμένου μίαν αυτοπεποίθησιν αγίαν.
Όταν δε προς το εσπέρας ρίπτεσαι εξηντλημένος εις τα φλέγοντα του Άδου κατώφλια, διακρίνεις ανά τα λευκά τενάγη της πλάσεως να πτερυγίζη ο μέγας αντίζηλος.
Ο Ταξιάρχης ρυθμίζει εις αρμονίας ουρανίων οργάνων, τους εκστατικούς χορούς των σφαιρών.
Τα χιονώδη όμως πέταλα των ανθέων τα οποία κρατεί, ταλαντεύονται, πίπτουν επί της Γης και μαραίνονται.
Και μόνον τότε, τότε μόνον εγείρεις το υπερήφανον μέτωπόν σου, και το εξογκούμενον στήθος σου όπου τα ευγενέστερα των αισθημάτων πλημμυρούν, βοά εις ένα ήχον της Αποκαλύψεως, εν ω τα άστρα αχνίζουν, διαλύονται, και στάζουν προ των ποδών σου:
Γαβριήλ· Άρχων Γαβριήλ· δεν θα μεθύης τας ψυχάς επί πολύν καιρόν ακόμη, με το βάλσαμον των μαγευμένων σου φυτών. Άλλοτε επεσκέπτεσο τον κόσμον· δοκίμασε να τον εγγίσης τώρα με την πτέρυγα. Τα φίλτρα δια των οποίων προσπαθείς να υπνωτίσης την διάνοιαν, γίνονται στάκτη. Ο καπνός εθόλωσε την δόξαν σου. Είναι το πυρ της Γνώσεως, η φλοξ εκείνη η πολύτιμος, παν ό,τι ήρπασα από του θρόνου του Κυρίου σου όπως προικίσω την ψυχήν. Η Κρίσις, η οποία θα εξαπλωθεί μίαν ημέραν εις την ανθρωπότητα, θα σχηματίση με τα κρίνα σου μέγαν φανόν. Θα την φωτίση, θα με δικαιώση, και διαρρήξη τα δεσμά της ατιμίας μου. Τότε θα αναρριχηθώ εις τας χρυσάς επάλξεις του Αδωναΐ, θα ρίψω εκ του θρόνου του Εκείνον ο οποίος από φόβον με κρατεί εδώ και τότε, αετέ σκληρέ όστις μου έσχιζες το ήπαρ, θα σου μαδήσω τα πτερά· τότε θα θρυμματίσω εις τους βράχους του Καυκάσου, το αιματηρόν σου ράμφος και τους όνυχας.

Gloire et louange à toi, Satan, dans les hauteurs
Du Ciel, où tu régnas, et dans les profondeurs
De l’Enfer, où, vaincu, tu rêves en silence!

BAUDELAIRE

Πλάτων Ροδοκανάκης – Ένα πεζοποίημα από το «De profundis» (1908)

Αντλήθηκε από την έκδοση του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη
με τίτλο «Πλάτων Ροδοκανάκης, ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ» (2010)

 

.

Επιστροφή στο αφιέρωμα