Ι. Η τρυφερή επιμελήτρια των παθών

Φυσικά η παρέλαση των μεγάλων συνθετών και σκηνοθετών του σοβιετικού σινεμά είναι ατέλειωτη. Όλες και όλοι ξέρουν ένα-δύο ονόματα. Όμως υπάρχει ένα όνομα, το οποίο σπάνια λέγεται, αν και οι ταινίες της έχουν μια πολύ ξεχωριστή γεύση: η Κίρα Μουρατόβα (Kira Muratova).

Η Μουρατόβα (1934-2018) γεννήθηκε στην Μολδαβία και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Ουκρανία, σπούδασε σκηνοθεσία και συν-δημιούργησε τις πρώτες της ταινίες με τον πρώτο άντρα της. Οι παρθενικές αυτές ταινίες, την δεκαετία του 1960 και του ’70, ακόμα και αυτές που γύρισε μόνη της, ήταν θα λέγαμε κλασικά δράματα της εποχής, τα οποία μάλλον δεν προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση στο σημερινό μάτι. Η Μουρατόβα βρισκόταν υπό αυστηρή σοβιετική εποπτεία καθώς οι ταινίες της ήταν κατά βάση ειρωνικές προς το καθεστώς, ή δεν είχαν καμία απολύτως πολιτική χροιά. Θα αναπτύξει το στυλ της σε πλήρη έκταση μετά την πτώση του καθεστώτος, και θα αποτελέσει την βάση αυτού που ονομάστηκε «ρωσικό σινεμά του παραλόγου», ταινίες σπονδυλωτές, χωρίς ιδιαίτερο ειρμό μεταξύ των ιστοριών, φράσεις και κινήσεις που επαναλαμβάνονται σχεδόν μηχανικά και χαρακτήρες που εισβάλλουν σε σκηνές άλλων χαρακτήρων παραμιλώντας. Η Μουρατόβα παγιώνει ένα συγκεκριμένο καστ ηθοποιών, τους οποίους χρησιμοποιεί σχεδόν πάντα σε ανάλογους ρόλους: οι δύο σταθερές γυναικείες παρουσίες της, η Ρενάτα Λιτβίνοβα και η Ναταλία Μπούζκο, ο Ζαν Ντανιέλ που υποδυόταν πάντα μια μελαγχολική διονυσιακή περσόνα, ο Λεονίντ Κουσνίρ που είχε πάντα το ρόλο του αλαφροΐσκιωτου που παραμιλά φτάνοντας υψηλά επίπεδα φιλοσοφικού στοχασμού. Η Μουρατόβα είχε ένα σταθερό καστ από επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιούς οι οποίοι ήξεραν ακριβώς πώς να παίξουν τους ρόλους τους.

Οι ταινίες της έχουν έναν βασικό άξονα, ένα καίριο μέλημα: να χαρτογραφήσουν τα πάθη των ανθρώπων σε όλη τους την έκταση. Τα πάθη κρίνονται. Αλλά δεν κρίνονται από κάποια αφηρημένη ηθική αρχή, αλλά από την ίδια τους την αποτυχία. Οι χαρακτήρες της Μουρατόβα χάνονται στα πάθη τους τόσο πολύ μέχρι να βρουν το όριο που μπορούν να απολαύσουν, να αντέξουν, να ανεχθούν. Το να γνωρίσεις τον μεγάλο φωτεινό κόσμο είναι ακριβώς αυτό: να περιπλανηθείς στη γη των ανθρώπων, μια γη γεμάτη από τέλειες ατέλειες.

 

ΙΙ. Η Ιστορία και το απάνθρωπο

Οι αφηγήσεις που ξεδιπλώνονται στις ταινίες της, ειδικά μετά την περεστρόικα μοιάζουν στην καλύτερη περίπτωση κυνικές. Χαρακτήρες σκληροί και εγωιστές, πολλές φορές τσαλακώνουν και πατούν θριαμβολογώντας ακόμα και την πιο ισχνή αθωότητα. Κάποιος κερδίζει την εμπιστοσύνη μιας ηλικιωμένης για να της φάει την περιουσία, μια γυναίκα σκοτώνει την φίλη στραγγαλίζοντας την με το καλσόν της μόνο και μόνο για να βρει έναν γρήγορο οργασμό, κάποιου η ζωή θρυμματίζεται από τις πολλές περαστικές αγάπες, μη γνωρίζοντας αν μπορεί να αγαπήσει ξανά ή όχι, αν έχει φίλους ή αν τον θυμούνται σαν πρόσωπο. Σε μια εμβληματική σκηνή, η Ρενάτα Λιτβίνοβα, αφού έχει περάσει μια βραδιά στο κρεβάτι ενός νεαρού άνδρα, του απαντά σε μια κατά τα άλλα χαλαρή συζήτηση πως «δεν αγαπώ τους άντρες, δεν αγαπώ τις γυναίκες, δεν αγαπώ τα παιδιά, δεν αγαπώ τους ανθρώπους, αν μπορούσα αυτό τον πλανήτη θα τον έσβηνα». Ανάλογες δηλώσεις, λιγότερο ή περισσότερο συμπυκνωμένες εμφανίζονται συχνά στις ταινίες της. Σχεδόν ποτέ δεν μας παρέχεται η ευκολία ενός αίσιου τέλους, ούτε ενός τραγικού. Τα πράγματα απλώς καταρρέουν. Κατά την πορεία των ταινιών της, η δομή και η ερμηνεία γίνονται όλο και παραληρηματικά, όλο και πιο «αφύσικα». Και όμως εκεί είναι που αποκτούν μια εξέχουσα οικειότητα όλες οι μορφές. Η Μουρατόβα ισχυρίζεται το προφανές, πως ο κόσμος μέσα στο θέατρο και το σινεμά εμφανίζεται απαράδεκτα εκλογικευμένος και ιδανικός. Δεν είναι το σινεμά που πολλές φορές δεν «ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» αλλά η πραγματικότητα που δεν ανταποκρίνεται στον εαυτό της, ο κόσμος είναι αντικειμενικά παράλογος. Μέσα σε αυτό τον στροβιλισμό υπάρχουν καλές και κακές στιγμές, στιγμές ευτυχισμένου παραληρήματος και στιγμές αδιανόητης κτηνωδίας και παραβίασης. Τόσο η κτηνωδία όσο και η ευτυχία είναι τα αποτελέσματα της ελευθερίας. Οι χαρακτήρες αφημένοι στη δίνη των παθών τους, κατέχουν τον κήπο των απολαύσεων με τίμημα τους ίδιους ή τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Η ελευθερία για την Μουρατόβα είναι ένας τόσο ανοιχτός ορίζοντας που μέσα του οι άνθρωποι πνίγονται εκστατικά.

Με αυτό τον τρόπο μέσα στις ταινίες εμφανίζεται και η Ιστορία. Εκ πρώτης όψεως, οι ιστορίες των ταινιών είναι δύσκολο να τοποθετηθούν χρονικά, είναι κάπου, κάποτε. Δεν μοιάζουν να είναι σύγχρονες, καθώς η Μουρατόβα γυρίζει κατά βάση σε ασπρόμαυρο, ενώ φροντίζει να απαλείφει κάθε υπαινιγμό για συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές. Εκτός από μια φράση, μια πινακίδα, ή μια λέξη, τίποτα δεν προδίδεται. Δεν μοιάζουν όμως να είναι και παλιές, καθώς φαίνεται να αναφέρονται σε σύγχρονες συνήθειες, μακριά από την καθημερινότητα της ΕΣΣΔ. Αυτή είναι και η ίδια η κατάσταση του μετασοβιετικού κόσμου. Η Μουρατόβα μέσα από τη δομή των ταινιών της δείχνει την ίδια την πορεία της Ιστορίας ως διάλυση, η ιστορία δεν χρειάζεται να δηλωθεί σαφώς γιατί είναι πάντα εκεί. Οι ασυνάρτητες πλοκές, και οι ασυνάρτητες σκηνές είναι ο τρόπος με τον οποίο όλο και πιο συχνά η ίδια η ζωή βιώνεται. Η πορεία του μετασοβιετικού κόσμου είναι ένας κόσμος σε ελεύθερη πτώση: η έκλειψη, δηλαδή, κάθε λογικής. Και όμως οι ταινίες της δεν έχουν το κλασικό -και εξαιρετικά τετριμμένο πλέον- μελαγχολικό ύφος του ανατολικοευρωπαϊκού σινεμά το οποίο άθελά του ονειροπολεί το κόκκινο παρελθόν. Σε αντίθεση με όλο το υπόλοιπο «σοβιετικό νέο κύμα», η Μουρατόβα δεν πέφτει ποτέ στην παγίδα της εξιδανίκευσης είτε του σοβιετικού είτε του προ-σοβιετικού παρελθόντος. Ο τραγέλαφος της Ιστορίας για τη Μουρατόβα είναι αυτός: η νέα κατάσταση που ήρθε μετά τη διάλυση, ήταν αντικειμενικά και χειρότερο και καλύτερο από το παρελθόν, η ελευθερία που δόθηκε στους ανθρώπους είναι εξίσου η ελευθερία της εκμετάλλευσης, της εγκατάλειψης και του πειραματισμού.

 

Ένα καρέ από ττην ταινία της «The Impossibility of Love»

 

ΙΙΙ. Η Ουτοπία στον κυνικό κόσμο

Πώς μπορεί να απαντηθεί σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το βασικό ερώτημα που μας ταλανίζει: πού βρίσκεται ένας καλύτερος κόσμος; Σε αντίθεση με τους ρομαντικούς, ένας καλύτερος κόσμος δεν βρίσκεται στις ρίζες του παρελθόντος, στην αυθεντικότητα ενός πολιτισμού. Σε αντίθεση με τους σοβιετικούς, ο καλύτερος κόσμος δεν θα έρθει μέσω της βιομηχανίας και της σοφής διακυβέρνησης του ΚΚΣΕ. Η Μουρατόβα στις ταινίες της τοποθετεί πολλές φορές τις σημαντικότερες ατάκες και περιστατικά σε δευτερεύοντες χαρακτήρες που εισβάλλουν στις σκηνές απροειδοποίητα χωρίς λογική σύνδεση. Οι μεγάλες αφηγήσεις του παρελθόντος τοποθετούσαν την ουτοπία σε μια εποχή, σε ένα μέρος ή σε ένα σύστημα. Η Μουρατόβα την τοποθετεί στις καταστάσεις, για αυτήν ουτοπικό είναι το πρόσωπο που αγαπιέται, που εμφανίζεται μέσα από την ομίχλη του κυνισμού και διεκδικεί την αναστήλωση των ανθρώπων. Εμφανίζεται αυτό που θα ονομάσουμε ως «ουτοπική φροντίδα».

Στην ταινία «Τρεις ιστορίες» καθώς η βασική πρωταγωνίστρια ακολουθεί το επόμενο θύμα με εμφανή πρόθεση να το σκοτώσει χωρίς καμία δικαιολογία, στον δρόμο πετυχαίνει ένα περιστατικό -άσχετο με τη γενική αφήγηση- στο οποίο αφιερώνεται ιδιαίτερη κινηματογραφική προσοχή: μια ηλικιωμένη γυναίκα πάνω σε ένα μπαλκόνι, όπως μας δίνεται να καταλάβουμε σχεδόν 100 χρονών, συνομιλεί κάτω στον δρόμο με την κόρη της, μεγαλύτερη των 70:

Γιατί δεν απαντάς στο τηλέφωνο, ανησυχώ όταν δεν απαντάς.
-Τι να απαντήσω, ποτέ δεν μου τηλεφωνείς, τηλεφωνείς σπάνια.
-Μητέρα, γιατί δεν απαντάς, ανησυχώ όσο δεν φαντάζεσαι γιατί δεν βγαίνεις έξω.
-Ποτέ δεν μου τηλεφωνείς, τηλεφωνείς σπάνια, να τηλεφωνείς πιο συχνά!
-Ανησυχώ για σένα και τηλεφωνώ, αλλά δεν το σηκώνεις, ανησυχώ για σένα
.

Η σκηνή τελειώνει εκεί.

Τα πρόσωπα, όταν τους δίνεται η ευκαιρία μεταχειρίζονται τους άλλους γύρω τους, όχι σαν αντικείμενα, σαν ρόλους μέσα σε μια μεγάλη ρομαντική ή μοντερνιστική αφήγηση κάποιου σπουδαίου σχεδίου βάσει του οποίου η ιστορία προχωρά. Τα πρόσωπα αποκτούν μια ολότητα, μια φροντίδα, η ουτοπία είναι η ιδιαίτερη στοργή που μπορεί να εμφανιστεί αναπάντεχα, με ένα χάδι, ένα βλέμμα, με την επιμονή των ανθρώπων να αφιερώνονται στους άλλους. Αποκαθιστά στους ανθρώπους την ικανότητα να ερωτευτούν ή να ζητήσουν μια δεύτερη ευκαιρία. Όπως ακριβώς οι παραληρηματικές πλοκές των ταινιών της Μουρατόβα αντικατοπτρίζουν την απουσία λογικής και την σκληρότητα της πραγματικής ιστορίας, έτσι τόσο στις ταινίες όσο και στην πραγματικότητα, η ουτοπική φροντίδα εμφανίζεται να εισβάλει στην ιστορία αλλά χωρίς να έχει σχέση με αυτή. Είναι αυτό το εξω-ιστορικό απόθεμα αγάπης το οποίο οι άνθρωποι πάντα επιδιώκουν να εμφυτεύουν στις χαραμάδες της κανονικότητας, ως εντελώς καινοφανές, χωρίς τίποτα να το έχει προ-οικονομήσει.

Στα ρωσικά παραμύθια, πολλές φορές τα μυθικά βασίλεια είχαν ένα μαγικό παγόνι, το οποίο τραγουδούσε προειδοποιώντας για τους κινδύνους που έρχονται. Η Μουρατόβα λειτουργεί σαν παραμυθογράφος, οι ηθοποιοί παίζουν σχεδόν πάντα τον ίδιο χαρακτήρα σε διαφορετικές πλοκές όπως στα παραμύθια οι ίδιοι χαρακτήρες μετέχουν σε διαφορετικούς κόσμους. Οι χαρακτήρες της τσαλακώνονται και διαλύονται σε κάθε ταινία για να αναστηθούν στην επόμενη, να εξερευνήσουν ένα νέο πάθος, έναν νέο κόσμο. Η πλήρης λογική των πραγμάτων εμφανίζεται πάντα κατά την διάλυση τους. Οι χαρακτήρες της διαλύονται ακολουθώντας την ιδιαίτερη τροχιά τους και έτσι κάθε φορά προειδοποιούν για τους κινδύνους να ξεχνάμε τους άλλους, να είμαστε τόσο βαθιά κλεισμένοι στην προσωπική μας πλοκή, στην δική μας ιστορία. Μας δόθηκε το μεγάλο δώρο ως θνητά πλάσματα, να αγαπάμε τη γνώση και ο μοναδικός τρόπος να μάθουμε είναι μέσω άλλων. Αυτός είναι και ο λόγος που η ατομοκεντρικότητα στην Μουρατόβα δεν είναι αφόρητη, στο τέλος αποπνέει έναν αέρα προς το αντίθετό της. Αυτά τα ελάχιστα θραύσματα καλοσύνης, οι χειρονομίες προς τους γύρω μας είναι που κάνουν τους ανθρώπους όντως ανθρώπους και όχι αυτόματα της ιστορίας τους.

Αντλούμε απόλαυση από τη ζεστασιά αυτού του σκληρού κινηματογραφικού υλικού. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν νατουραλισμό, με την βαναυσότητα της ιστορίας επί του ατόμου. Έχουμε να κάνουμε με το δέος που νιώθουμε όταν από την ασφάλεια του θεατή, στην κινηματογραφική ή θεατρική ενορχήστρωση βλέπουμε τους ανθρώπους ξανά και ξανά να καταφέρνουν να υπερνικούν τη σκληρότητα και τους εξαναγκασμούς της. H ανθρωπότητα στην ιστορία της διαρκώς συγκρατεί μια μάταιη ελπίδα, μια ελπίδα που διαρκώς διαψεύδεται, τον ερχομό ενός ελεύθερου και ευτυχισμένου κόσμου. Οι μάταιες ελπίδες είναι το πρωτότυπο για όλα τα μάταια πράγματα στη ζωή. Η ματαιότητα είναι το άστρο που φεγγοβολά στο στέμμα της ιστορικής προσπάθειας, καθώς είναι η μόνη κατάσταση στην οποία δεν μας δεσμεύει η χρήση, η ανάγκη. Μάταιο κατ’ εξοχήν είναι το παιχνίδι. Μόνο στη μάταιη πράξη συνεπώς προεικονίζεται αλλά ταυτόχρονα υποστασιοποιείται η πραγματική ελευθερία, μία πράξη που δεν έχει εξαναγκαστεί από τίποτα. Οι ταινίες της Μουρατόβα βρίθουν περιττών και μάταιων πραγμάτων γιαυτό και μέσα στις δυσκολίες τους, οι χαρακτήρες φαίνονται σαν να παίζουν. Οι πιο παράλογες και αχρείαστες σκηνές προοικονομούν τη συγκίνηση ενός κόσμου χωρίς σκοπό. Τι ευτυχία, τι γαλήνη.

 


 

Ταινίες της Μουρατόβα διαδικτυακά
(με αγγλικούς υποτίτλους)

 

Δευτερεύοντες άνθρωποι

 

Μοτίβα του Τσέχοφ

 


(και το Three Stories
από το Sovietmoviesonline 
εδώ)

 

.

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Δημήτρης Μ. Μόσχος
Ο Δημήτρης Μ. Μόσχος γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πολιτική φιλοσοφία στο Πάντειο. Άρθρα και μεταφράσεις του πάνω στην πολιτική επιστήμη, την ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα της Ελλάδας και του εξωτερικού ενώ αρθρογραφεί τακτικά στο περιοδικό Yusra. Από το Νοέμβριο του 2019 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες το βιβλίο “Μακεδόνικο παραμύθι”, μια μεταφρασμένη ανθολογία της σύγχρονης ποίησης της δημοκρατίας της Β. Μακεδονίας με ιστορική και γλωσσολογική προσέγγιση. Θεωρεί ότι ένα ερώτημα είναι το βασικό ερώτημα της ριζσσπαστικής σκέψης που εμπεριέχει όλα τα άλλα: υπό ποιες συνθήκες οι άνθρωποι φαντασιώνονται καλύτερους κόσμους; Αυτή είναι και η σκοπιά που προσπαθεί να δει σε κάθε επιμέρους περίσταση. Επικοινωνία dimimos@windowslive.com