του Γιώργου Πρεβεδουράκη

μετάφραση: Τόνια Κοβαλένκο




σ. 13

πώς συνηθίσαμε αυτήν την αδικία;

εμείς να τους σκεφτόμαστε
κι αυτοί
να μην το ξέρουν;

how did we get used to this injustice?

us thinking of them
them ever knowing?


η τελευταία ανάσα τους

το μελτεμάκι αυτό
του πιο απόκρημνου Ειρηνικού μας

their last breath

that little breeze
in the midst
of our steepest Pacific

σ. 16

μέσα στους μέλανες δρυμούς
της λησμονιάς τους βαδίζουμε

γιατί έτσι ξεχνάει το είδος μας:



we traipse through
the Black Forests of their oblivion

because that is how our species forgets:

by walking

σ. 18

με κρύο αίμα
δίχως υπερβολές και συναισθηματισμούς
σου εμπιστεύομαι
εντελώς αντικειμενικά
το ψύχραιμο συμπέρασμά μου:

υπήρξες το τελευταίο δασάκι της Αττικής

without passion or hyperbole
and with absolute objectivity
I confide in you
my unperturbed conclusion:

you were Attica’s last grove.

σ. 19

έκτοτε το σύμπαν ακονίζει τους κοπτήρες του
γυαλίζει τα γιορτινά του μαχαιροπήρουνα
στρώνει τραπεζομάντιλα
απ’ αυτά
τα καρό

ever since
the universe sharpens its incisors
polishes its festive cutlery
spreads out tableclothes –
checkered ones

σ. 21

αργήσαμε μες στη ζωή
αργήσαμε να αναστηθούμε

κι έγινε η ζωή μας γυμνό ψαροκόκαλο
στα δόντια
μιας κατά τ’ άλλα γλυκιάς
και χαριτωμένης

we were late in this life
we resurrected too late

and our life became a fishbone
in the teeth
of an otherwise cute
and agreeable kitty.


τι να σας κάνω μάτια μου;

ο κόσμος σας
κι ο κόσμος μου

δυο οφθαλμαπάτες που χειροδίκησαν
κι έκτοτε δεν μιλιούνται

sorry, dear apples of my eyes

your world
and my world

two mirages that got into a fight
and are on speaking terms no longer

σ. 24

εάν υπήρχε έλεος
θα πεθαίναμε με συντονισμένες κινήσεις
όλοι μαζί


if there was any mercy
we would all die together
in synchronization


σ. 26

διάγω βίο σκοτεινού λαγουμιού

με βλέπουν οι τυφλοπόντικες
και τρομάζουν

I’m living a dark rabbit hole’s life

moles see me
and take fright

σ. 29

πολύ εύθραυστοι
μέχρι να μας συσκευάσουνε

(fragile, so fragile
we break
before they even wrap us up)

σ. 32

για όσους χάθηκαν
σαν τις ξεγελασμένες αμυγδαλιές
για όσους χάθηκαν

λίγο μετά τα διόδια

for those who were lost
like the deluded almond trees

those lost
soon after crossing the toll gates


τα χιλιόμετρα, οι λευκές διαχωριστικές

η ευθεία γραμμή
του καρδιογράφου

the kilometers, the white dividing lines

the straight line
of the cardiograph

σ. 34

αναλογίζομαι τα χαρακώματα στο Βερντέν

μόνο με κάτι τέτοια

I am reflecting on the trenches in Verdun

only similar thoughts
give me comfort)

σ. 36

θυμάται παλιές εκδρομές
τη Μάρθα, τη Μαρία, τον Γεράσιμο

συγχέει τα τοπωνύμια με τα μάτια


he remembers day trips of the past
Martha, Maria, Gerasimos

he confuses place names with their eyes

σ. 40

ευδοκιμούμε πάνω σε νάρκες βυθού

το μόνο που ευχόμαστε
να μην κοπάσει
η ναυμαχία

we thrive seated on underwater mines

our only hope is
that the naval battle
won’t subside

σ. 53

οι μέρες που μας απέμειναν

ό,τι τα δάχτυλα αφηρημένου ξυλουργού
μπρος στην πριονοκορδέλα

our remaining days

like the fingers of an absent-minded carpenter
in front of the band saw

σ. 56

με μόνη εξαίρεση
τον περιστασιακό σπαραγμό

κατά κανόνα ανήκουμε
σε χαζοχαρούμενο είδος

with the sole exception
of the occasional heartbreak

we belong as a rule
to a frivolous species

σ. 58

μην πικραίνεσαι
κάτι σκουλήκια είναι μοναχά

κάτι αθώα κι απονήρευτα
γαμημένα σκουλήκια

don’t be sad
it’s just worms

some innocent and naive
fucking worms


(υπάρχουν, βέβαια, και οι προσδοκίες της κρυογονικής

ωστόσο, Λάμπρο μου
ανήκουμε στους ποιητές
που έχουν δυσανεξία
στο ψύχος)

(there is of course the expectation of cryogenics

however, dear Lambros,
we are the kind of poets
that suffer from
cold intolerance)

σ. 70


μια θεόρατη βιομηχανία κλωστών
για κάτι απείθαρχες μαριονέτες


a huge thread industry
for some unruly puppets

σ. 97

κάνουν πως θροϊζουν
μα ωστόσο θρηνούν

κάνουν πως μαραίνονται
μα ωστόσο θάλλουν

ένα είναι σίγουρο και το φυτεύω εδώ:

την άνοιξη θα μας έχουν ξεχάσει


they pretend to rustle
yet they weep

they pretend to wither
yet they flourish

one thing is for certain
and here I plant its seed:

they’ll have forgotten us by spring.

Ο Γ. Πρεβεδουράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977.

Οι φωτογραφίες είναι της Βικτώριας Άλεξ
από συνέντευξη του ποιητή στο ΑΣΣΟΔΥΟ


Η Τ. Κ. μεταφράζει αγγλόφωνη λογοτεχνία, έχει δημοσιεύσει 3 ποιητικές συλλογές και δεν σκοπεύει να εκδώσει τέταρτη, παρόλο που γράφει ακόμα.