Ο Καββαδίας ήταν στενός φίλος με τον Μ. Καραγάτση και η σχέση τους μία από τις βαθύτερες φιλίες που αναπτύχθηκαν μεταξύ δύο λογοτεχνών της γενιάς του 30′. Αυτό το βάθος και η ειλικρίνεια αποτυπώνεται και στην μεταξύ τους αλληλογραφία: αθυροστομία, μύχιες σκέψεις, φόβοι για τα αφροδίσια νοσήματα, αγωνία για την πατρίδα, ηδονή από εξαγορασμένη σάρκα, είναι μερικά από τα στοιχεία που διατρέχουν την επιστολογραφία τους ανάμεσα στο 1939 και το 1965.

Προς τα τέλη όμως της δεκαετίας του 1940, λίγο μετά την κατοχή, επικρατεί μια περίοδος σιωπής μεταξύ τους. Μέχρι που το Σεπτέμβρη του 1949 ο Καββαδίας, από τις Νότιες ακτές της Αυστραλίας, στέλνει ένα νέο γράμμα στον φίλο του γεμάτο θαλασσινές εξιστορήσεις, ερωτικές περιπέτειες και νόστο για την επιστροφή, εκκινώντας και πάλι την επικοινωνία τους. Δημοσιεύουμε εδώ την επιστολή-απάντηση του Καραγάτση (Δημήτρης Ροδόπουλος το βαπτιστικό του όνομα) στον «χαμένο του αδελφό» ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της μεταξύ τους επιστολογραφίας.


 

M. Caragatsis
14, Spartis str.
Athens

Αθήνα 27.9.49

Αδελφέ

‘Ησουνα μακριά. Πού ήσουν; Πού ταξίδευες, τόσα χρόνια; Σε ποιες θάλασσες έπλεγες, ποιους ουρανούς αντίκριζες; Τι σε δίδαξαν τα πορφυρά κύματα, τα ματωμένα σύννεφα; Βρήκες τον κόσμο που ονειρευόσουνα; Κατάφερες να λησμονήσεις τον γαμημένο κόσμο που παράτησες; Και που εμείς -οι άλλοι- τον αγαπούμε, ακριβώς επειδή είναι ξεκωλιάρης;

Χρόνια σιωπής. Θυμόμουνα εκείνο που κάποτε είπε ο αδελφός σου: «Σκοπός είναι να έχεις ταλέντο ανθρώπου». Κι απορούσα: Πώς γίνεται, ο άνθρωπος που ξεστόμισε αυτόν τον πάνσοφο λόγο, να χάσει το ανθρώπινο ταλέντο του; Χρόνια σιωπής. Κι έξαφνα, γράμμα από το Πόρτο-Φίνο, από το Κολόμπο, από την Αουστράλια. Οι θάλασσες ξαναπήραν το βαθυκύανο χρώμα τους; Ο ουρανός ξανάγινε γαλάζιος; Από ποιο μακρινό ταξίδι γυρίζει, πάλι, κοντά μας, ο χαμένος αδελφός;

Εσύ συναπάντησες παράξενους καιρούς στο  μεταφυσικό ταξίδι σου. Εμένα, εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου. Στη Μύκονο, στην Άντρο. Κλεισμένος σε μια κάμαρα, πλάι στο κύμα, έγραφα την ιστορία της φυλής των Ελλήνων. Γαμημένη ιστορία ξεκωλιάρας φυλής. Είναι αφάνταστο πώς κατέχουμε την τέχνη να κυλιόμαστε στο βούρκο και να περιπλανιόμαστε στ’ αστέρια. Σαράντα αιώνες, αυτό το βιολί. Περισσότεροι ναι, λιγότεροι όχι. Πώς να τους ξεγράψεις, τους αφιλότιμους; Περί το δειλινό, στοχαζόμουν ξαπλωμένος, σε κάποια αμμουδιά.  Δίπλα μου, μια γυναίκα που έλεγε στίχους του χαμένου αδελφού.  Στίχους γαμημένους. Α! την έσκισε, ο μπινές, τη θολή γραμμή των οριζόντων! Βούλιαξε στη θολούρα της μεταφυσικής, σαν ψαράκι στο νερό. Μαστούρωσε, ντερβίσης γίνηκε. Την ανθρωπότητα βάλθηκε να σιάξει κι αυτός. Τσιμέντο να χύσει στο μουνί της πουτάνας. Μπετό στην κωλοτρυπίδα της Γεωργίας της κουτσής. Δεν του έφταναν τα ποιήματα που έγραψε -ο κίναιδος- όταν ήταν λεύτερος να κάνει τέχνη την ανθρωπιά του. Αλλά πριν φύγει, μας τ’ άφησε να τα χαιρόμαστε. Τον ευχαριστούμε, για τη χαρά. Ατίμητα πετράδια, για εμάς, τα ποιήματά του. Στολίζουν υπέροχα τον άδικο κόσμο μας. Τον κάνουν να φαίνεται ωραίος. Τον κάνουν ωραίο. Στον άλλο -τον δίκαιο- δεν έχει ποιήματα του αδερφού μου. Δεν έχει παρά ελπίδα δικαιοσύνης. Και ντερβισάδικα τροπάρια που υμνούν δυο μεγαλοφυή μουστάκια, απ’ όπου κρέμεται το αβέβαιο όραμα ενός μελλοντικού κόσμου, όπου όλοι οι άνθρωποι θα τρων ─και θα χέζουν─ τις ίδιες ακριβώς ποσότητες τροφίμων και ποιότητες σκατών.

Μέτρησε τις ρίζες της ψυχής σου, να ιδείς πόσο μακριά πηγαίνουν…

Ο αδερφός σου
Δημήτρης

 



Η επιστολή αντλήθηκε από το βιβλίο
«Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση»,
επιμέλεια Μαίρη Μικέ, εκδ. Άγρα Αθήνα 2010.

 

 

 

Διαβάστε επίσης

Λονδίνο, Εξάρχεια ή Βερολίνο