Κατά τον Νοτιοαφρικάνο σύγχρονο καλλιτέχνη Kemang Wa Lehulere, το εκπαιδευτικό σύστημα στην πατρίδα του δεν παρήγαγε ούτε παράγει ανθρώπους με κριτική σκέψη. Διαμορφώνει ανθρώπους που εξυπηρετούν το κοινωνικοπολιτικό σύστημα [1]. Αυτός είναι ένα από τους λόγους που συχνά στα έργα-εγκαταστάσεις του χρησιμοποιεί σχολικά θρανία για να αναφερθεί τόσο στην περίοδο του απαρτχάιντ και στον ακτιβισμό των μαθητών ενάντια σε αυτό, όσο και στην ιδέα της παιδείας οικουμενικά που μπορεί να χειραγωγεί και να προπαγανδίζει έμμεσα την κοινωνική ανισότητα  ή αντίθετα να λειτουργεί ως μέσο πραγματικής καλλιέργειας και προαγωγής της ανθρώπινης ζωής.

Στο έργο του «Κοιμισμένος Σκύλος», που αυτή την περίοδο μπορεί να δει κανείς στην έκθεση UBUNTU στο ΕΜΣΤ -παρουσιάζονται έργα 34 καλλιτεχνών Αφρικανών ή της αφρικανικής διασποράς από τη συλλογή Χάρη Δαυίδ-, ο Kemang Wa Lehulere τοποθετεί πορσελάνινους σκύλους επάνω και κάτω από ένα σχολικό θρανίο. Παραπέμπουν στα σκυλιά της αστυνομίας που υπηρετούν τον εκφοβισμό και την καταστολή.

Kemang Wa Lehulere (γεν.1984, Κέιπ Τάουν), Κοιμισμένος σκύλος (Dog Sleeping), 2015 – Από την έκθεση «Ubuntu» στο ΕΜΣΤ.

Όμως, ο καλλιτέχνης δεν επιθυμεί να κινηθεί σε μια μόνο ερμηνεία. Μνημονεύει τη δοξασία πως τα σκυλιά έχουν πνευματική δύναμη και αυτή η δύναμη επιτρέπει να δούμε το παρελθόν και την ιστορία υπό ποικίλες οπτικές. Υπήρχε μια λαϊκή πεποίθηση στη Νότια Αφρική ότι αν αποκοιμηθεί κάποιος με τα μάτια ενός σκύλου να κοιτάζουν τα δικά του μάτια, τότε θα αντικρίσει το Πνευματικό Βασίλειο του κόσμου μέσα από τους οφθαλμούς του ζώου [2].

Πέραν τούτου, με τον «Κοιμισμένο Σκύλο» ο καλλιτέχνης θέλει να ανακινήσει και μια άλλη ιστορία, βασισμένη σε ένα διήγημα του 1930 με τον τίτλο The Dog Killers  που αποδίδεται στον Νοτιοαφρικανό συγγραφέα R.R.R. Dhlomo.

Λέγεται ότι βασίζεται σε πραγματική ιστορία και αφορά τη δουλεία στα αφρικανικά ορυχεία. Οι λευκοί –τα αφεντικά- κρατούσαν τους αυτόχθονες υπό συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας. Επειδή υπήρχε η καχυποψία ότι κάποιος εργάτης μπορούσε να κλέψει ένα διαμάντι, έπρεπε να διαμένουν όλοι σε ένα υποστατικό γύρω από το ορυχείο, ένα είδος στρατοπέδου εργασίας όπου δεν υπήρχε ελευθερία μετακινήσεων και δεν μπορούσε κανείς να φύγει εύκολα. Οι εργάτες-δούλοι ήταν όλοι άντρες, μη έχοντας τη δυνατότητα να βγουν για να συναντήσουν τις οικογένειές τους ή να συνάψουν άλλες κοινωνικές σχέσεις. Οι φρικαλέες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης ήταν αδιανόητες. Οι λευκοί βασίζονταν στο «διαίρει και βασίλευε» για την κυριαρχία τους. Σιγά σιγά άρχισαν να εμφανίζονται σκυλιά σε ορισμένα υποστατικά. Οι εργάτες τα τάιζαν και τα κρατούσαν σαν να ήταν παιδιά τους και τα αγαπούσαν πολύ. Κάποτε τα αφεντικά ενός ορυχείου για να εκβιάσουν συναισθηματικά τους εργάτες και να σκληρύνουν τις μεθόδους επιτήρησης και καταστολής αποφάσισαν να σκοτώσουν τα σκυλιά.

Με αφορμή τον «Κοιμισμένο Σκύλο», ακολούθως μεταφράζουμε το διήγημα The Dog Killers για τους αναγνώστες του Ασσόδυο.  

.

Οι Φονιάδες των Σκύλων

.

«Μιλάω, Τζιάμα, τ’ άκουσες;»

 «Αν άκουσα; Τι πράγμα;»

«Για τα σκυλιά, δικέ μου. Ψιθυρίζεται πως αύριο θα βγουν να τα σκοτώσουν πάλι».

«Ωχ, Μούτη!» αναφώνησε ο Τζιάμα και πετάχτηκε όρθιος. «Αλήθεια λες; Πες μου, δικέ μου, αλήθεια το λες;»

«Σίγουρα αλήθεια, Τζιάμα. Μου το πέταξε μέσα απ’ τα δόντια σήμερα ο Ματσένα, καθώς γυρνούσαμε απ’ το ορυχείο».

«Καλά έκανες και ήρθες, φίλε. Ο σκύλος μου είναι ανάμεσα στα σκυλιά του υποστατικού εδώ πέρα».

«Ακριβώς. Γι’ αυτό έτρεξα να σου το πω, Τζιάμα» είπε ο Μούτη και απομακρύνθηκε πηγαίνοντας να αλλάξει τα βρεγμένα του ρούχα. Ο Τζιάμα έμεινε μόνος ανησυχώντας πολύ. Λάτρευε το σκυλί του… το φώναζε Πιτσιρίκι. Όταν λίγο αργότερα κάποια αγόρια της αστυνομίας στο υποστατικό ακούστηκαν να παραπονιούνται στον προϊστάμενο για τα σκυλιά, ο Τζιάμα θέλησε να πάει προσωπικά στον Μλάνγκου, τoν ντόπιο της φυλής που συνεργαζόταν με τα αφεντικά, και να μιλήσει για τον σκύλο του. Να του πει ότι θέλει να τον κρατήσει ζωντανό.

Βιαστικά άλλαξε τα βρεγμένα του ρούχα κι έτρεξε στο δωμάτιο του Μλάνγκου. Τον βρήκε περιτριγυρισμένο από τα αγόρια που είχε για να κάνουν τους αστυνόμους.

«Χαίρε Κύριε» είπε ο Τζιάμα.

«Τι κάνεις εδώ;» φώναξε ένας της αστυνόμευσης.

«Ήρθα στον αρχηγό, τον πατέρα, να μιλήσω για τον σκύλο μου».

«Τι να μου πεις για το σκυλί;» ρώτησε ο Μλάνγκου.

«Άκουσα ότι θα σφάξουνε τα σκυλιά πάλι».

«Ναι, όλα τα βρωμόσκυλα αύριο θα σφαγιαστούν με εντολή από τον Μεγάλο».

«Πατέρα, σε παρακαλώ, το δικό μου μπορείς να το σώσεις;» κλαψούρισε ο Τζιάμα. «Δεν ενοχλεί κανέναν, πατέρα. Εγώ το φροντίζω».

«Στρίβε από εδώ!» φώναξε το πρωτοπαλίκαρο του Μλάνγκου. «Γιατί κρατάτε σκυλιά στο υποστατικό, ε; Και τώρα τρέχετε στον αρχηγό, ε; Μήπως βάζετε και ποτέ τίποτα στο χέρι του μπαμπάκα όταν πληρώνεστε; Το σκυλί σου θα πεθάνει μαζί με τα άλλα, ανόητε. Άντε και κόβε δρόμο τώρα, εξαφανίσου!».

Ο Τζιάμα έβαλε το σκισμένο του καπέλο και αποχώρησε δειλά, πηγαίνοντας στο σκυλί του που χοροπηδούσε ζωηρά και γάβγιζε.

«Πιτσιρίκι μου», είπε ο Τζιάμα χαϊδεύοντας το. «Πιτσιρίκι μου, δεν ξέρω τι θα απογίνεις την αυριανή μέρα».

Το τετράποδο κουνούσε την ουρά χαρούμενο. Δεν γνώριζε τί μπορούσε να ανησυχεί τον κύριό του.

Ξαπλώνοντας στην κουκέτα του εκείνο το βράδυ, αποφάσισε πως θα πήγαινε να κρύψει το σκυλί σ’ έναν από τους φίλους του, μέχρι να τελειώσει η σφαγή.

Με αυτή τη σκέψη σύντομα αποκοιμήθηκε.

***

Το ίδιο βράδυ έφτασε μια εντολή στον Μλάνγκου και τα λόγια έλεγαν:

«Μλάνγκουε, άκουσες αυτό που είπα για τα σκυλιά. Πάρε πενήντα αγόρια και σκοτώστε όλα τα σκυλιά στο υποστατικό».

«Ναι, κύριε» είπε ο Μλάνγκου, που ήταν ξακουστός άμυαλος για το πώς ακολουθεί λυπηρά ό,τι λένε οι λευκοί. Ξερόγλειψε τα χείλη του εν αναμονή της σφαγής.

Από το μέρος που πήρε την εντολή έπειτα κατευθύνθηκε σε ένα από τα αρχηγόπουλα του εκ των αγοριών που αστυνόμευαν, σκοπεύοντας να εξηγήσει τι έπρεπε να κάνουν την επομένη. Εκ του δωματίου του αρχηγόπουλου έβγαιναν σαματάδες, καυγάδες Σαββατόβραδου, μέθη και διασκεδάσεις. Οι άγριες χαρές διακόπτονταν κάποιες φορές απότομα από αιματοχυσίες. Ένα τέτοιο κλίμα οργίων μαρτυρούσε ότι τα αγόρια δεν θα έδειχναν κανένα έλεος στα σκυλιά.

Ο Μλάνγκου και το αρχηγόπουλο θα πήγαιναν στα άλλα δωμάτια για να στρατολογήσουν μόνο τα πιο σκληρά αγόρια που η φύση τους ήταν αιμοβόρα και θα τιμούσαν τη σφαγή. Αγόρια που επίσης ήξεραν να κρατούν το στόμα κλειστό. Αγόρια που είχαν μπλεχτεί και σε άλλα τέτοια φονικά και δεν θα αποκάλυπταν ποτέ το παραμικρό σε ανθρώπους έξω από το υποστατικό που προσπαθούσαν να μάθουν πληροφορίες για τα αίτια των σφαγών.

***

Μια άγρια κραυγή που προερχόταν από την κεντρική πύλη ξύπνησε τον Τζιάμα. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, μισοτυφλωμένος από ένα δυνατό φως έξω από το δωμάτιο, σηκώθηκε και γύρεψε αγωνιωδώς μαζί με μερικούς άλλους να δει τι γίνεται. «Τι είναι, δικοί μου;» κλαψούρισε.

«Έλα ντε. Δεν ξέρουμε ούτε εμείς. Αλλά νομίζουμε ότι έξω σκοτώνουν τα σκυλιά».

«Να τους πάρει ο διάολος!» ξεστόμισε.

Βιαστικά έκανε να γυρίσει στο δωμάτιο όπου στο πίσω μέρος μέσα στα σκοτεινά φώναξε: «Πιτσιρίκι! Πιτσιρίκι!». Δεν άκουσε τον ήχο της αλυσίδας του να σείεται.

Δοκίμασε να τον ψηλαφίσει με τα χέρια του, στο σημείο που καθόταν συνήθως, αλλά δεν έβρισκε να πιάσει τίποτα. Ο σκύλος δεν ήταν εκεί. Βγήκε τρέχοντας να πάει προς την πύλη. Έξω άκουγε καθαρά τώρα τα σπαραξικάρδια αλυχτίσματα και ουρλιαχτά  των σκύλων που σφαγιάζονταν.

Σωριάσματα. Σκισίματα. Συντριβή…!

«Πιτσιρίκι! Πιτσιρίκι! Πιτσιρίκι! Σκυλάκο μου!» βάλθηκε να φωνάζει μέσα σε απόγνωση.

Το τρομοκρατημένο ζωντανό άκουσε το κάλεσμα του κυρίου του και φάνηκε τότε θέλοντας να τον πλησιάσει. Την ίδια στιγμή, ένας θεόρατος, μισομεθυσμένος φύλακας αστυνόμευσης –καταγόμενος από την περιοχή Μσούτου-, σήκωσε τo ρόπαλο του για να λιώσει το κεφάλι του σκύλου. Όμως το σκυλί είχε προφτάσει τον Τζιάμα.

Εξαγριωμένος προσπάθησε να αρπάξει το σκυλί από την αγκαλιά του Τζιάμα. Τότε ο Τζιάμα έπιασε τον φύλακα από το λαιμό και τον έριξε βίαια κάτω. O Μλάνγκου είδε τη σκηνή. Έστειλε ένα άλλο αγόρι της αστυνομίας προς τον Τζιάμα. Ήταν ένας τύπος αμείλικτος. Με μια μόνο άγρια κίνηση σώριασε τον Τζιάμα καταγής. Έπειτα στράφηκε στον σκύλο που γρύλιζε με μανία και επιδεικτικά του έσκισε τα σαγόνια στα δυο.

Η τρομακτική κραυγή πόνου που έβγαλε το αιμόφυρτο σκυλί έκανε τον Τζιάμα να συρθεί προς το αγόρι και να αρπάξει το πόδι του. Αλλά το αγόρι –καταγόμενο από τη φυλή Σάνγκααν-, εκτός εαυτού και διψώντας και για άλλο αίμα, γύρισε κλωτσώντας τον Τζιάμα στο πρόσωπο με τις βαριές του μπότες, μπότες μεταλλωρύχου.  

«Τσαμπουκά σ’ εμένα, ε; Τώρα θα σου δείξω!» είπε βλοσυρά και άρχισε να χτυπά και το νεκρό σκυλί. Σύντομα το εκσφενδόνισε προς τον κύριό του και αμέσως ο ίδιος επέστρεψε με τους δικούς του, τους άλλους φονιάδες.

Κάποιος χτυπούσε μέχρι θανάτου με ρόπαλο ένα όμορφο κόλλεϊ. Άλλος είχε γραπώσει ένα κουτάβι στριφογυρνώντας το λαιμό του. Πιο πέρα μερικά αγόρια είχαν περικυκλώσει ένα τεράστιο μπουλντόγκ και επικεντρώθηκαν στον ευνουχισμό του.

«Τα χρειάζομαι αυτά για το φαρμακευτικό μου μείγμα», γέλασε ένας, βάζοντας τους όρχεις του σκύλου στις βρώμικες τσέπες του.

Θλιβερές κραυγές τρύπησαν το πρωινό καθώς σκυλί μετά το σκυλί ξεψυχούσε. Η χωματερή του ορυχείου κόκκινη με αίμα. Σκυλιά διάσπαρτα εδώ κι εκεί με τα σπλάχνα τους σκισμένα ολόγυρα. Άλλα στοιβάζονταν σε σορούς αίματος και άμμου…

Για μια ώρα η σφαγή συνεχίστηκε μέχρι που το αχνό φως από τα ανατολικά φανέρωνε τον ερχομό της μέρας. Με εντολή του Μλάνγκου τα πτώματα μαζεύτηκαν σε σάκους και κάηκαν σε μια γούβα στη χωματερή. Τα αίματα σκεπάστηκαν με άμμο. Τότε ο Μλάνγκου σκέφτηκε τον Τζιάμα. Φωνάζοντας το πρωτοπαλίκαρο της ομάδας αστυνόμευσης ρώτησε:

«Που είναι εκείνος ο αναθεματισμένος Ζουλού που πάλευε να σώσει το σκυλί του; Είχα πει στον Πάκατι να πάει να βοηθήσει τον Σαμ, για να τα βγάλουν πέρα μαζί του. Φώναξε τον Πάκατι».

«Στις διαταγές σας Κύριε» πετάχτηκε τρεμάμενος ο Πάκατι καταφθάνοντας γοργά.

«Πάκατι που είναι ο Τζιάμα;».

«Τον άφησα ξαπλωτό δίπλα στο σκυλί του, Κύριε».

«Τρέχα να δεις άμα είναι ακόμα εκεί».

O Πάκατι έτρεξε στο σημείο και στάθηκε ακίνητος με τα πόδια να ριζώνουν.

Εκεί χάμω ήταν ο Τζιάμα, εκεί όπου τον είχε αφήσει, με το πρόσωπο πρησμένο, παραμορφωμένο, με ξεραμένο αίμα… νεκρός! Και δίπλα του, κοντά στο δεξί του χέρι να κείτεται το σκυλί, το Πιτσιρίκι, ένα σώμα απλωμένο σαν ακαθόριστη μάζα.

.

.

Ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά

για το 1-2: Κ.Θ.

 

.


[1] https://www.contemporaryand.com/magazines/the-desire-to-no-longer-be-silent/

[2] http://martamoriarty.com/es/2018/kemang-wa-lehulere

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κίμωνας Θεοδώρου
Έγραψε ένα βιβλίο μικροδιηγημάτων με τίτλο «Μερικοί το λένε αγάπη», κλπ κλπ. Αδυνατεί να αντισταθεί σε τρία πράγματα: (συμπληρώνεις ό,τι θέλεις)