Walter Benjamin: αυτοκτονία ή δολοφονία;

σκέψεις και μαρτυρίες από τον τελευταίο Σεπτέμβρη του

Ο Γερμανοεβραίος Βάλτερ Μπένγιαμιν θα εγκαταλείψει τη Γερμανία στις 18 Μαρτίου του 1933 για να γλιτώσει από τους Ναζί. Ζει στο Παρίσι όταν τον Αύγουστο του 1939 με τη συνθήκη Χίτλερ-Στάλιν, κάθε πρόσφυγας στη Γαλλία θεωρείται πιθανός σύμμαχος των Ναζί και έτσι ο Benjamin θα βρεθεί σε ανδρικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στο στάδιο Κολόμπ και από εκεί στο Νεβέρ όπου θα παραμείνει τρεις μήνες και θα δίνει μαθήματα φιλοσοφίας στους έγκλειστους έναντι τριών τσιγάρων. Θα απελευθερωθεί τον Νοέμβριο χάρη στις γνωριμίες της Αντριάν Μονιέ, της ιδιοκτήτριας του βιβλιοπωλίου Shakespeare and Co. Ήδη  καταλαβαίνει από καιρό πως πρέπει να προετοιμάσει τη διαφυγή του από τη Γαλλία στις ΗΠΑ. Από την άνοιξη του 1940 βρίσκεται σε φυγή από το Παρίσι προς το γαλλικό νότο. Θα αφήσει εμπιστευτικά τον μεγαλύτερο όγκο των χειρογράφων του μαζί με το σκίτσο Angelus Novus του Πάουλ Κλεε, στον φίλο του Ζωρζ Μπατάιγ, τον τότε διευθυντή της δημόσιας βιβλιοθήκης του Παρισιού. Έπειτα αναχωρεί για τη Λούρδη. Εκεί θα βρεθεί με την αδερφή του Ντόρα. Από τη Λούρδη μεταβαίνει στη Μασσαλία, τον στερνό του Σεπτέμβρη, του 1940. Εκεί θα συναντήσει για τελευταία φορά και μερικούς του φίλους: την Χάνα Αρεντ με τον σύζυγό της Χάινριχ Μπλύχερ, τον Ζίγκφριντ Κρακάουερ, τον Άρθουρ Κέσλερ που πιθανόν η θέαση μαζί του σε δημόσιο χώρο να του στοίχησε, καθώς ο Κέσλερ για το Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούταν διαβόητος. Ακόμα, ο Μπένγιαμιν θα συναντήσει τον Χανς Φίτκο, που θα του δώσει τη διεύθυνση της συζύγου του, Λίζα, για να τον βοηθήσει να διαφύγει.

Από τη Μασσαλία, παίρνει το τρένο για το Πορτ-Βάντρ και από εκεί πάει στο Μπανιούλ-συρ-Μέρ όπου ο δήμαρχος, Βινσέντ Αζεμά, είχε υποδείξει το μονοπάτι «Λίστερ» στη Λίζα Φίτκο, η οποία δούλευε για χάρη του δημοσιογράφου Βάριαν Φράι στο αμερικανικό δίκτυο διάσωσης Εβραίων διανοουμένων “Emergency Rescue Committee”. Στις 24 Σεπτεμβρίου ο Αζεμά προτρέπει τη Φίτκο και τον Μπένγιαμιν να προβάρουν ένα μέρος της διαδρομής του μονοπατιού∙ ο Μπένγιαμιν κουράζεται και σταματά ανά δέκα λεπτά για να ξεκουράσει την καρδιά του. Δεν αντέχει να επιτρέψει πίσω στο Μπανιούλ[1], κοιμάται το βράδυ στο βουνό και περιμένει την ομάδα του με τους άλλους πολιτικούς πρόσφυγες να τους συναντήσει τα ξημερώματα στις 25 ή 26. Οι απόψεις διίστανται. Η διαδρομή διαρκεί δώδεκα ώρες και το γκρουπ ενώνεται μαζί με ένα άλλο που συναντά στη διαδρομή και φτάνουν το απόγευμα στις 26 Σεπτεμβρίου στην παραθαλάσσια κωμόπολη Πόρτμποου, στα σύνορα Καταλονίας-Γαλλίας. Ο Μπένγιαμιν διαθέτει βίζα για τις ΗΠΑ και βίζα για την Ισπανία, αλλά δεν διαθέτει τη βίζα εξόδου από τη Γαλλία. Πηγαίνουν κατευθείαν στην αστυνομία για θεώρηση των χαρτιών τους. Ο Μπένγιαμιν φαντάζεται το έδαφος καθαρό από Ναζί ή σταλινικούς. Καθώς τους λείπει η βίζα εξόδου από τη Γαλλία, το γεγονός ότι έφτασαν «παράνομα» στο Πόρτμποου είναι προφανές. Οδηγούνται υπό αστυνομική επιτήρηση στο ξενοδοχείο Οτέλ ντε Φράνσια για να περάσουν το βράδυ και την επομένη να απελαθούν στη Γαλλία. Ύστερα, η πιο πιθανή συνέχεια θα ήταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αντί για τη Λισαβόνα και το πλοίο για τις ΗΠΑ, που ήταν το τελικό σχέδιο διαφυγής. Στις ΗΠΑ τον περίμεναν ο Τέοντορ Αντόρνο με τη σύζυγό του Γκρέτελ, ενώ ο Μαξ Χόρκχάιμερ του ετοίμαζε μια θέση καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Αβάνα. Στο αρχείο του Πόρτμποου έχει καταγραφεί ως ημερομηνία και ώρα θανάτου του Βάλτερ Μπένγιαμιν η 26η Σεπτεμβρίου στις 22:00. Θα ταφεί στις 27 ή 28 Σεπτεμβρίου –οι απόψεις διίστανται- και η υπόλοιπη ομάδα θα φτάσει ασφαλής στη Λισαβόνα στις 30 Σεπτεμβρίου.

Νεκροταφείο του Portbou. Στη στήλη διαβάζουμε το γράμμα που άφησε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στη Χένι Γκούρλαντ και τον Τέοντορ Αντόρνο πριν πεθάνει. Το γράμμα έχει καταστραφεί από τη Γκούρλαντ.

Εδώ αρχίζει και το «θρίλερ» των συνθηκών θανάτου του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Γίνεται λόγος περί αυτοκτονίας. Ή μήπως ήταν κάτι άλλο; Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ του Ντέιβιντ Μάουας  Ποιος σκότωσε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν; (2005), στην περιοχή του Πόρτμποου δρούσε φασιστικό παρακλάδι, η Ισπανική Φάλαγγα, που συνεργαζόταν με τη Γκεστάπο στην περιοχή της Καταλονίας. Στο Πόρτμποου, αρχηγός ήταν ο γιατρός Πέδρο Γοργότ. Μαζί του, ο ενοριακός παπάς Αντρέου Φρέσα και ο δήμαρχος Γκισέρες. Στην περιοχή υπήρχε φήμη πως εκείνη την περίοδο, η σύζυγος του ξενοδόχου Χουάν Σουνιέρ Πλάνας, η Γαλλίδα Εύα Ραφρεγκώ, ήταν πληροφοριοδότης των Ναζί. Το επιχείρημα ενισχύεται από το γεγονός ότι με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι δύο τους κατέφυγαν στη Βενεζουέλα για να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Γάλλους. Από το ντοκιμαντέρ του Μάουας βγαίνει το συμπέρασμα πως ο δολοφόνος, μάλλον ήταν ο γιατρός Γοργότ. Εκείνη τη μέρα ήταν η βάρδια του άλλου γιατρού, του Ραμόν Βίγια Μορένο. Ακόμα, στο ντοκιμαντέρ υπάρχει μια μαρτυρία υπαλλήλου του ξενοδοχείου Κομέρσιο που λέει ότι άκουσε τους τρεις Φαλαγγίτες, που σύχναζαν εκεί, να λένε πως «τον ξεφορτώθηκαν». Στο Πόρτμποου, που επισκεφθήκαμε το 2021, στο πλαίσιο του VI «Καλοκαιρινού Σχολείου» Βάλτερ Μπένγιαμιν από τις 24 έως τις 26 Σεπτεμβρίου, δεν θέλουν να ακούγεται καθόλου αυτή η εκδοχή επειδή αμαυρώνει τη φήμη του τόπου, αλλά βρήκαμε πως το κτήριο που στεγάζεται το γραφείο του τοπικού πολιτιστικού φορέα ανήκει σε ένα συγκρότημα που φέρει στην πρόσοψή του το επίθετο Γοργότ (Gorgot).

Η άλλη εκδοχή της δολοφονίας του Βάλτερ Μπένγιαμιν είναι από σταλινικούς, διανοούμενους πράκτορες, τους Killerati. Αυτή την άποψη στηρίζει ο δημοσιογράφος Στήβεν Σβάρτς, ειδικός στη μελέτη του κομμουνισμού και των διανοουμένων του 1930 στο άρθρο του Ο μυστηριώδης θάνατος του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Την άποψή του ασπάζεται και ο δημοσιογράφος Στιούαρτ Τζέφρις στο άρθρο του Μήπως οι δολοφόνοι του Στάλιν εκκαθάρισαν τον Βάλτερ Μπένγιαμιν; Άποψη που στηρίζει και στο βιβλίο του Grand Hotel Abyss. Στον Στιούαρτ Τζέφρις παραπέμπει ο φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ στο βιβλίο του Parallax View (σελ. 3). Ο Ζίζεκ είναι απόλυτος στην εκδοχή της δολοφονίας του Μπένγιαμιν με σκοπό την εξαφάνιση του χειρογράφου που φέρεται να ήταν το PassagenWerk, έργο ζωής του Μπένγιαμιν με πάνω από χίλιες σελίδες και πηγές από τουλάχιστον οχτακόσια πενήντα βιβλία, έργο που αφορούσε τις παρισινές στοές του 19ου αιώνα. Ο Μπένγιαμιν φέρεται να είχε πει στη Φίτκο την ημέρα της πρόβας της διαδρομής του μονοπατιού «Λίστερ» πως «περισσότερο από τη ζωή μου με απασχολεί το χειρόγραφο μέσα στον χαρτοφύλακα». Ο Ζίζεκ θεωρεί πως Οι Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας ενόχλησαν τον Στάλιν όταν τις διάβασε, γιατί μιλούσαν για την αποτυχία του Μαρξισμού και ήθελε να αποτρέψει την έκδοση του νέου του βιβλίου. Από το άρθρο του Τζέφρις μαθαίνουμε πως ο χαρτοφύλακας δόθηκε σε άτομο της ομάδας προσφύγων που τον έχασε κατά τη διαδρομή με το τρένο Βαρκελώνη-Μαδρίτη, ενώ η Γκούρλαντ λέει πως δεν κουβαλούσε μαζί του χαρτοφύλακα ο Μπένγιαμιν. Άλλοι πάλι, κάνουν λόγο για βαλίτσα αντί για χαρτοφύλακα.

Ο Στήβεν Σβάρτς υποστηρίζει ότι την περίοδο του 1940 σταλινικοί πράκτορες δρούσαν στη Νότια Γαλλία και τη Βόρεια Ισπανία. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, χωρίς να το γνωρίζει, συνδεόταν με ανθρώπους επικίνδυνους, όπως τον Άρθουρ Κέσλερ. Γνώμη μας είναι πως εάν αυτό ισχύει, ο Μπένγιαμιν μπορεί να μπλέχτηκε σε «κακές παρέες» όταν ταξίδεψε στη Μόσχα το 1926-7 και γνώρισε σημαντικούς παράγοντες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας. Ακόμα, ο Αρκάντι Γκούρλαντ, σύζυγος της Χένι Γκούρλαντ, ήταν σημαντικός συνεργάτης των σοβιετικών κατασκόπων. Επιπλέον, στα νέα του θανάτου του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Κέσλερ καταπίνει τα χάπια μορφίνης που του είχε δώσει ο Μπένγιαμιν. Ο οργανισμός του αντιδρά και τα βγάζει. Ο Σβάρτς αναρωτιέται αν ήταν κίνηση φόβου ή ενοχής.

Ο τάφος του Βάλτερ Μπένγιαμιν

Από την παρουσία μας στο Πόρτμποου αναρωτηθήκαμε πώς ο Βάλτερ Μπένγιαμιν δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο θάνατός του θα ωφελούσε, εσαεί, την τοπική οικονομία.

Στο Πόρτμποου, η παρουσία του Βάλτερ Μπένγιαμιν δεν γίνεται να αγνοηθεί. Σε διάφορες μεριές της πόλης, υπάρχουν σχετικές πινακίδες αναφοράς. Τα τρία μέρη, στα οποία βρέθηκε, τις δώδεκα ώρες που διέμεινε στην πόλη, ήταν με αυτή τη σειρά: ο σιδηροδρομικός σταθμός, το Οτέλ ντε Φράνσια (δωμάτιο 3) και το νεκροταφείο. Πινακίδες αναφοράς υπάρχουν επίσης στο νεκροταφείο και το μνημείο του Ισραηλινού γλύπτη Ντάνι Κάραβαν, το Passatges (1990-1994).

Κατεβαίνοντας το Passatges

Το Passatges είναι το μνημείο -εικαστική εγκατάσταση- δίπλα στο νεκροταφείο του Πόρτμποου, που δημιουργήθηκε για τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ο τίτλος του έργου παραπέμπει στο τελευταίο πέρασμα του Μπένγιαμιν στο Πόρτμποου, αλλά και στο ανολοκλήρωτο έργο του, Passagenwerk. Το έργο του Ντάνι Κάραβαν αποτελείται από «τρία περάσματα» από τα οποία περνά ο επισκέπτης. Το «πρώτο και κύριο πέρασμα», είναι ένα σκουριασμένο, ατσάλινο τούνελ, μέσα σε βράχο, με ογδόντα επτά σκαλιά όπου σε κάποιο σημείο τα βήματα φράσσονται από μια γυάλινη επιφάνεια, όπου πάνω της είναι γραμμένα τα λόγια του Μπένγιαμιν: «Είναι περισσότερο επίπονο έργο να τιμήσεις τη μνήμη των ανώνυμων όντων από των διάσημων προσώπων. Η κατασκευή της ιστορίας είναι αφιερωμένη στη μνήμη όσων δεν έχουν όνομα[2]». Ο επισκέπτης διαβάζει την επιγραφή σε αρκετές γλώσσες και μένει να βλέπει στο βάθος τη θάλασσα και τα απότομα βράχια κάτω απ’ τα πόδια του. Το μνημείο του Ντάνι Κάραβαν γίνεται ένα «μνήμα» αφιερωμένο στον ανώνυμο εξόριστο. Ο ήχος του αέρα είναι συνυπολογισμένος στο έργο. Βγαίνοντας από το τούνελ, στο απέναντι σημείο ένας τεχνητός πέτρινος τοίχος δείχνει το αδιέξοδο. Ο επισκέπτης περπατά ένα μονοπάτι μικρό, ενδεικτικό της καταλανικής φύσης, που ο ίδιος ο Μπένγιαμιν περπάτησε στη διαδρομή από το Μπανιούλ μέχρι το Πόρτμποου -γκριζοκαφέ βράχια, κάκτους, ελαιόδεντρα. Στο «δεύτερο πέρασμα», ο επισκέπτης συναντά ένα δέντρο ελιάς -σύμβολο συμφιλίωσης και μερικά σκουριασμένα ατσάλινα σκαλιά που δεν οδηγούν πουθενά. Από τη μία η θέα της θάλασσας και από την άλλη το μονοπάτι της εξορίας. Στο «τρίτο και τελευταίο πέρασμα», ένας σκουριασμένος, ατσάλινος κύβος-κάθισμα. Πίσω του ένας μεταλλικός φράχτης και στο βάθος η θάλασσα -σύμβολο της ελευθερίας. Στο έργο συνυπολογίζεται ο ήχος των τρένων που ακούγεται από μακριά, από τον σιδηροδρομικό σταθμό∙ για τον Κάραβαν είναι τα τρένα που οδηγούν στα στρατόπεδα του θανάτου[3].  Το μονοπάτι καταλήγει στην πίσω μεριά του νεκροταφείου, όπου θάβονται οι μη καθολικοί.

Εξωτερική όψη του Passatges

Όταν η Χάνα Άρεντ (1906-1975) επισκέφτηκε το νεκροταφείο του Πόρτμποου, είπε πως είναι «[…] Ένα από τα πιο φανταστικά και όμορφα σημεία που έχω δει στη ζωή μου». Υπάρχει ακόμα ο καθολικός τάφος στο νούμερο 563 που θάφτηκε ο Μπένγιαμιν και πλήρωσε η Χένι Γκούρλαντ για πέντε χρόνια. Το καλοκαίρι του 1945, ξεθάφτηκε, τοποθετήθηκε σε μαζικό τάφο και έκτοτε, λέγεται, πως αγνοείται η τύχη του. Ένα μικρό μνήμα για κείνον βρίσκεται σε ξεχωριστή θέση στην καθολική μεριά ως φόρος τιμής στη μνήμη του όπου είναι γεμάτο με μηνύματα αγάπης του κόσμου. Πάνω του έχουν χαραχτεί τα λόγια από την VII Θέση για τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας: «Δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο του πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα και τεκμήριο βαρβαρότητας [4]».

Κοντά στις σκέψεις του Τζιόρτζιο βαν Στράτεν (In Search of Lost Books: The Forgotten Stories o Eight Mythical Volumes) σχετικά με τον χαμένο χαρτοφύλακα του Μπένγιαμιν:

Είναι υπερβολικό να ελπίζουμε ότι αργά ή γρήγορα –κατά τύχη, από ακαδημαϊκό ενδιαφέρον ή πάθος– κάποιος θα ξαναβρεί αυτές τις σελίδες και θα μας δώσει την ευκαιρία επιτέλους να τις διαβάσουμε;

Εμείς προσθέτουμε τη δική μας ευχή, να βρεθούν μια μέρα οι πραγματικές συνθήκες του θανάτου και να αποκατασταθεί η αλήθεια στη μνήμη αυτού του «παρτιζάνου των ιδεών» (Έτσι αποκαλούσε τον Μπένγιαμιν, ο Ντάνι Κάραβαν).

 

 

Τίνα Μέμου, «Στη μνήμη του Βάλτερ Μπένγιαμιν». Εικαστική εγκατάσταση στο πλαίσιο της εκδήλωσης του Ρομαντικού Πανεπιστημίου Αθηνών «Ψυχή μου, γιατί ψάχνεις πάντα το Ωραίο;», Sozopolis, 9 Ιουνίου 2022.

.


[1] Η διαδρομή που περπάτησε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν από το Μπανιούλ-συρ-Μέρ ως το Πόρτμποου: http://www.historia-viva.net/en/

[2] Η μετάφραση είναι από το On the Concept of History και προτείνεται από εμάς.

[3] https://walterbenjaminportbou.org/en/passages-karavan/

[4] Η μετάφραση προτείνεται από εμάς.

 

 

.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ:

«Ψυχή μου, γιατί ψάχνεις πάντα το Ωραίο;»

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Η Τίνα Μέμου κατάλαβε πως θέλει να γίνει θεατρολόγος/δραματολόγος κάτι πύρινα καλοκαιρινά απογεύματα του παρελθόντος που αντί να βγάζει ακτοπλοϊκά εισιτήρια σε τουρίστες, ήθελε να αναλύει τον χαρακτήρα και τις κινήσεις τους. Από τότε γράφει, παίζει και προσπαθεί να καταλάβει τι άλλο θα ήθελε να γίνει. Αγαπημένο της ποίημα είναι το "Mercy" του Francisco Rudy.