Όλοι και όλες νομίζω έχουμε απολαύσει, και θα συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε επ’ αόριστον, κάποια διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ανεξαρτήτως των αναγνωστικών προτιμήσεών μας. Ίσως γιατί η γραφή του δεν εμπίπτει στην έννοια του γούστου. Πρόκειται για κάτι τόσο αντικειμενικά όμορφο και εμπνευσμένο που όσο μοντερνιστής κι αν νιώθεις δεν σου αφήνει περιθώρια για να το διαβάλεις. Οι ιστορίες του είναι ατσαλωμένες με ένα θέσφατο ήθος. Για τον λόγο αυτό η γραφή του κοσμοκαλόγερου, τουλάχιστον στο δικό μου βλέμμα, αποτελεί εκ των πραγμάτων ένα οριακό σημείο συμφιλίωσης πολλών Ελλάδων, ένα σημείο συμφιλίωσης πολύ ισχυρότερο πια από εκείνο το σολωμικό που δικαίως κάποτε είχε επιλεγεί.

Μα δεν θα καταπιαστώ με τη γραφή του. Αυτό που με απασχολεί είναι να ανιχνεύσω σε κάποια παιδικά σκίτσα το υπερβατικό συναίσθημα που κινείται στη λεπτή περιοχή ανάμεσα στον φόβο και το δέος, και το οποίο αισθάνεται ένα 11χρονο παιδί που ακούει στο όνομα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης καθώς μεγαλώνει στη Σκιάθο υπό την κατήχηση της ορθοδοξίας.

«Μικρός εζωγράφιζα Αγίους»
Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος

Ούτε μπορώ ούτε και επιθυμώ να μπω σε περιοχές της παιδοψυχολογίας. Αντιμετωπίζω τα σκίτσα με διάθεση εικαστική και κριτική, ακόμη κι αν θεωρείται φιλολογικά παράτολμο στην εποχή μας να ενταχθούν στο παπαδιαμαντικό έργο ζωγραφιές που βρέθηκαν πάνω στο σχολικό εγχειρίδιο «ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ». Απορώ όμως γιατί είναι παράτολμο να ισχυριστεί κανείς πως όλο το μετέπειτα απόκοσμο και ιδιοσυγκρασιακό σύμπαν του βρίσκεται ατάκτως ερριμμένο σε τούτες τις αρχετυπικά άγριες μορφές. Απορώ γιατί είναι παράτολμο να ισχυριστούμε πως οι ζωγραφιές αναδύουν έναν βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό αγγίζοντας τα όρια μιας πρωτοχριστιανικής αρνησικοσμίας. Ας παραδεχτούμε για παράδειγμα πως στο παρακάτω σκίτσο έχει επιλέξει συνειδητά να χώσει τη λόγχη στο μάτι ενός ασώματου κεφαλιού, προβαίνοντας πρόωρα μέσα του σε μια τολμηρή δήλωση περί της ύπαρξης του κακού ή της εκδίκησης, έννοιες που ποτέ δεν θέλησε να τις επικαλύψει κάτω από την αυθεντία μιας ηθικής ορθότητας.

Αντιθέτως, η ομολογία της παρέκκλισης από την συμβατική ηθική είναι που τον δικαίωσε συγγραφικά. Αυτός ο χαρούμενος έφηβος θεός που ποζάρει σε μας φονεύοντας αμείλικτα μια ανεξιχνίαστη κεφαλή, και το κάνει αφενός οριακά, δηλαδή ακριβώς κάτω από παπαδιαμαντικούς στίχους που απευθύνονται στον Θεό, και αφετέρου ανίερα και εν ψυχρώ, τρυπώντας ακριβώς πάνω στο σημείο μιας αριθμητικής πράξης (2·½), αυτό λοιπόν το θεόπαιδο θαρρείς πως είναι το πρόσωπο στο οποίο λογοδοτεί ο εωσφορικός χαρακτήρας της Φραγκογιαννούς στην περίφημη «Φόνισσά» του.

Μα και αλλού. Το φάντασμα ενός αγίου βρίσκεται ανεξήγητα στο κατάρτι ενός πλοίου συμβολίζοντας ίσως μια θεϊκή μοιρολατρία ενώ από κάτω μια αλλόκοτη φιγούρα στην πλώρη μοιάζει να τραβάει το χέρι ενός ναυαγού. Εικόνες γεμάτες βιβλικότητα και φαντασία που αποκαλύπτουν σε μας τον τρόπο που κατανοεί ένας εν δυνάμει συγγραφέας το θρησκευτικό συναίσθημα: το κατανοεί ως έναν εσωτερικό πόλεμο κι όχι ως ψυχική γαλήνη. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός πως στις σελίδες ζωγραφικής του τα πρόσωπα που μονοπωλούν το ενδιαφέρον του είναι σχεδόν αποκλειστικά είτε αξιωματικοί και στρατιωτικοί είτε πρόσωπα της εκκλησίας;

Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η λιτανεία παπάδων που είναι λες και πηγαίνουνε σε πόλεμο, με τις ποιμαντικές ράβδους και τα λοιπά εκκλησιαστικά εξαρτήματα να τείνουν να μετατραπούν σε ξίφη και ρόπαλα;

Ας δούμε όμως και τις μορφές καλύτερα. Αν και η ζωγραφική του μικρού μαθητή εμφανώς πάσχει τεχνικά, το γεγονός αυτό δεν μας αποκλείει από το να δούμε καθαρά την προσπάθεια του να ψυχογραφήσει τα πρόσωπα απροσποίητα, να περιγράψει τον εσωτερικό τους κόσμο καταφεύγοντας σε θαρραλέες παρατυπίες, πρωτοτυπίες και υπερτονισμούς, αναζητώντας από ένστικτο το καλλιτεχνικό ξάφνιασμα, όπως ακριβώς θα κάνει μετέπειτα στους χαρακτήρες των έργων του.

Στα σκίτσα αυτά εντοπίζω τη στιγμή που ο Παπαδιαμάντης αποκτά το μεταφυσικό του κέντρο και την κινητήρια απαισιοδοξία του. Είναι η δημιουργική στιγμή που ισχυροποιεί τον χαρακτήρα του, συγκροτεί ένα ισχυρό και αμετάπειστο «εγώ» που είναι έτοιμο να απαλλαγεί από τις ιδέες της πλειοψηφίας σε τέτοιο βαθμό προσωπικής αλήθειας που δε θα φοβηθεί να δηλώσει για παράδειγμα πως η ελληνική επανάσταση ποτέ δε δικαιώθηκε, απλώς και μόνον η κοινωνία «μετήλλαξεν τυράννους». Γιατί πιστεύει βαθιά πως η ηθική δεν εκπορεύεται από την κοινωνία. Η πρόοδος πολλαπλασιάζει τις ανισότητες. Ζητά την επιστροφή σε μία προκοινωνική αγνότητα. Είναι ταγμένος σε έναν ασυμβίβαστο λυρισμό. Σε μια ουτοπική βουκολικότητα. Κατά βάθος είναι θρήσκος από την αναγκαιότητα έκφρασης λυρισμού. Θάλασσα ο θεός. Ψαρεύεται ο ήχος της καμπάνας;

όλα τα σκίτσα αντλήθηκαν από το «Λεύκωμα Παπαδιαμάντη», εκδ. ERGO

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς

Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής.