7 Δεκέμβρη του 1887 και οι εκτελέσεις συνεχίζουν ακάθεκτες. Χτες το πρωί ο «Ευρώτας» αγκυροβόλησε στην Ιτέα και έτσι η λαιμητόμος έφτασε στο νέο ραντεβού της με τον θάνατο: στην Άμφισσα, όπου για πρώτη φορά θα συνέβαινε μια δημόσια εκτέλεση στην πόλη. Καδικασμένος σε θάνατο ο Αθανάσιος Τσαμτσής που στις 30 Μαρτίου του 1887 δολοφόνησε τον αδελφό του Σπυρίδωνα. Ίσως να νόμιζε πως θα διέφευγε της δικαιοσύνης αλλά τον πρόδωσε ο σκούφος που ξέχασε κοντά στο σημείο του εγκλήματος. Αφού τον σκότωσε με δύο μαχαιριές επέστρεψε ατάραχος σπίτι, έκοψε ένα λεμόνι, καθάρισε μ’ αυτό το μαχαίρι που λίγο πριν είχε μπήξει στα αδελφικά στήθη και το έκρυψε σε ένα σωρό από κλαδιά και αμπελόφυλλα. Μετά ζήτησε από την μητέρα του να του βάλει φαγητό. Καθώς έτρωγε, οι συγγενείς έτρεξαν στο σπίτι τους για να τους αναγγείλουν το φονικό κουβαλώντας μαζί τους το άψυχο σώμα του  Σπυρίδωνα Τσαμτσή. Ο Αθανάσιος, παρατηρώντας τις πληγές που ο ίδιος είχες κάνει στον αδελφό του, έπεσε από πάνω του και φώναξε σπαραχτικά «αχ, Σπύρο μου». Μέσα από τις ανακρίσεις ομολόγησε το έγκλημά του στον διοικητή του πεζικού Κοκκίνη και αποκάλυψε πού ήταν κρυμμένο το όπλο του εγκλήματος. Σύντομα καταδικάστηκε σε θάνατο κι η μέρα της εκτέλεσης είχε έρθει.

Εχθές ο Νάσος ήταν υπό κράτηση στον στρατώνα του πεζικού. Όταν πήγα να τον συναντήσω τον είδα να κάθεται πάνω σε ένα κιβώτιο, με τα χέρια του διπλοδεμένα: και στους καρπούς «δια δεσμών» και στους αγκώνες με σχοινιά, ενώ εκατέρωθέν του δύο στρατιώτες τον φρουρούσαν με λόγχες. Συζητήσαμε αρκετά. Παραπονιόταν που δεν ήρθαν οι φίλοι του να τον δουν. Μου ομολόγησε το έγκλημα. Αν και οι αρχές απέδωσαν σ’ εκείνον ακόμα τρεις φόνους που είχαν γίνει στην Άμφισσα, τον ρώτησα:
– Διέπραξες κι άλλους φόνους;
– Όχι, εάν είχα θα στο έλεγα, γιατί ξέρω ότι αύριο δεν θα υπάρχω στη ζωή.

Εντωμεταξύ μια μυστικοπάθεια ένιωσα να επικρατεί γύρω από την αιτία της έριδας με τον αδελφό του. Τρεις φορές ρωτήθηκε για αυτήν μα συνεχώς μου απαντούσε «τι τα θες; λόγοι οικογενειακοί». Όταν πιέστηκε λίγο περισσότερο έριξε την αιτία στην ιδιοτροπία του αδελφού του μα γρήγορα ξανασταμάτησε. Τι είδους ιδιοτροπία είχε ο αδελφός του ποτέ δεν θα το μάθουμε.

Το πρωί που ξύπνησε ήπιε έναν καφέ, έκανε ένα τσιγάρο, έφαγε δύο γλυκίσματα και κατά τις 7:30 οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα. Περπατούσε δειλά και σιγά. Το πλήθος άπειρο. Ο ιερέας του είπε πως πρέπει να ζητήσει δημόσια συγχώρεση, εκείνος όμως μόλις που μπόρεσε να προφέρει ασθενώς τη λέξη «σχωράτε με». Οι δήμιοι τον πρόσδεσαν στο ικρίωμα κι έριξαν κάτω την μάχαιρα. Μα κάθε εκτέλεση έχει και το απρόοπτό της λες και υπάρχει ένας δαίμονας του θανάτου.  Η λεπίδα πέφτει μα τον κόβει άτσαλα αφήνοντας την κάτω γνάθο σχεδόν όλη πάνω στον λαιμό! Οι δήμιοι είπαν πως ήταν πολύ φοβισμένος και μάλλον κουνήθηκε.

Απ’ τους Δελφούς προς την Ιτέα (αρχείο ΕΛΙΑ)

Απόδειξη πως οι δολοφόνοι είναι δειλοί, όπως είπαν, ή ότι οι δήμιοι, λέω εγώ, ούτε μια δουλειά δεν μπορούν να κάνουν σωστά!

Κανένας πάντως δεν φάνηκε να θλίβεται για το πάθημα του Νάσου. Οι άνθρωποι γύρισαν στις δουλειές τους, η λαιμητόμος επέστρεψε στον «Ευρώτα» για το επόμενο ταξίδι, κι η Κασταλία Πηγή εκεί κοντά συνέχισε να ρέει αδιάκοπα.

 


Project 1887: Ειδήσεις ενάντιες στην επίσημη ιστορία που βρίσκονται μονίμως 130 χρόνια πριν

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Βικτώρια Άλεξ

Η Βικτώρια Άλεξ. γεννήθηκε το 1990 στη Μυτιλήνη. Σπούδασε νοσηλευτική στην Πάτρα. Μετακόμισε στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του ’14. Η γάτα της δεν έχει όνομα. Διατηρεί το ιστολόγιο anavoleas.tumblr.com